“Πυρηνικό” ραντεβού στο ΥΠΕΝ: Οι συμμετοχές και το πρώτο στίγμα

Με ευρεία συμμετοχή και θετικό σήμα από την αγορά, η πρώτη συνάντηση της Επιτροπής δίνει το ρυθμό της εκκίνησης για τον οδικό χάρτη της πυρηνικής ενέργειας

Πυρηνική ενέργεια © unsplash

«Θετικό» αποτύπωμα αφήνει στην αγορά η πρώτη συνεδρίαση της Κυβερνητικής Επιτροπής για την πυρηνική ενέργεια, με τον υφυπουργό Ενέργειας Νίκο Τσάφο να δίνει τον ρυθμό στην γραμμή της εκκίνησης. Η πρώτη συνάντηση, διάρκειας περίπου δύο ωρών, είχε κυρίως ενημερωτικό και οργανωτικό χαρακτήρα και, όπως ήταν αναμενόμενο, δεν κατέληξε σε αποφάσεις για την υιοθέτηση ή μη της πυρηνικής ενέργειας. Λειτούργησε περισσότερο ως μια πρώτη ακτινογραφία ακόμη σε αδρές γραμμές της αφετηρίας της χώρας και της ετοιμότητας της αγοράς. 

Οι παρουσιάσεις έδωσαν το αρχικό περίγραμμα αυτού του εγχειρήματος. Ο υφυπουργός ανέπτυξε τη θέση της πυρηνικής ενέργειας στο ελληνικό ενεργειακό περιβάλλον, ο πρόεδρος της Ελληνικής Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας, δρ Χρήστος Χουσιάδας, παρουσίασε τα κενά του ρυθμιστικού πλαισίου, ενώ η Liliya Dulinets, επικεφαλής του Τμήματος Ανάπτυξης Πυρηνικών Υποδομών του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας, εξήγησε πώς οργανώνεται σε τρεις φάσεις η προετοιμασία μιας χώρας για ένα ενδεχόμενο πυρηνικό πρόγραμμα και ανέλυσε τα 19 πεδία που πρέπει να αξιολογηθούν, επισημαίνοντας παράλληλα ότι ο IAEA μπορεί να συνδράμει την Ελλάδα με τεχνογνωσία και τεχνική υποστήριξη.

Η ευρεία συμμετοχή στη συνάντηση έδειξε ότι η συζήτηση για την πυρηνική ενέργεια ξεπερνά τα στενά όρια του ενεργειακού σχεδιασμού. Περισσότεροι από 20 γενικοί γραμματείς από τα συναρμόδια υπουργεία Εξωτερικών, Άμυνας, Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Ανάπτυξης, Ναυτιλίας, Υγείας, Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας, καθώς και Υποδομών και Μεταφορώνσυμμετείχαν μαζί με εκπροσώπους της ΡΑΑΕΥ, της Ελληνικής Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας, του «Δημόκριτου», του ΑΔΜΗΕ και του ΔΕΔΔΗΕ, του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας, της Ένωσης Ελλήνων Εφοπλιστών, των Ελληνικών Ναυπηγείων, ιδιωτικών εταιρειών και ακαδημαϊκών ιδρυμάτων. Η παρουσία τους φέρνει στο τραπέζι, πέρα από την ενεργειακή πολιτική, ζητήματα άμυνας, υγείας, πολιτικής προστασίας, χωροταξίας, βιομηχανίας και διεθνών σχέσεων.

Στόχος είναι να πατηθεί το «γκάζι» μέσα στο επόμενο εξάμηνο, ώστε να καταρτιστεί η πρώτη έκθεση, ένας οδικός χάρτης για το αν και με ποιες προϋποθέσεις μπορεί η πυρηνική ενέργεια να ενταχθεί στον ελληνικό ενεργειακό σχεδιασμό. Από τη συνάντηση προέκυψε διάθεση των συμμετεχόντων να συμβάλουν ενεργά, με το ΥΠΕΝ να έχει καταστήσει σαφές ότι η ταχύτητα της προσπάθειας θα εξαρτηθεί από την κινητοποίηση των ίδιων των μελών. Σε αυτή την κατεύθυνση, η τεχνική ομάδα περνά στο στάδιο της συγκρότησης, με τις πληροφορίες να θέλουν τον Γιώργο Λάσκαρη, πυρηνικό φυσικό και Πρόεδρο του Deon Policy Institute να αναλαμβάνει τα ηνία και τον συντονισμό της. 

Η διαδρομή, πάντως, όπως παραδέχεται η αγορά δεν θα είναι εύκολη. Απαιτείται να αποτυπωθούν τα θεσμικά και τεχνικά κενά, να αξιολογηθούν η σεισμικότητα, η ασφάλεια και η διαχείριση των αποβλήτων, αλλά και να διερευνηθεί αν μπορεί να στηθεί εφοδιαστική αλυσίδα με πιστοποιημένους προμηθευτές και εξειδικευμένο προσωπικό, με τη σκιά των επερχόμενων εκλογών να δημιουργεί μεγαλύτερη πίεση. 

Το έργο της τεχνικής ομάδας

Πάντως, η τεχνική ομάδα καλείται να μετατρέψει τη γενική συζήτηση σε συγκεκριμένο σχέδιο εργασίας. Ο Συντονιστής έχει πλέον οριστεί, ενώ απομένει να οριστικοποιηθούν η σύνθεσή της, οι υποομάδες και η κατανομή των αρμοδιοτήτων. Πρώτο βήμα θα είναι η καταγραφή των μελετών και της τεχνογνωσίας που υπάρχουν ήδη, στη συνέχεια θα χαρτογραφηθούν τα κενά και θα προσδιοριστούν οι φορείς που μπορούν να τα καλύψουν, οι αναγκαίες ενέργειες και τα χρονοδιαγράμματα. Στο σχέδιο εργασίας μπορεί να ενταχθεί και υποστήριξη από διεθνείς οργανισμούς.

Κεντρικό ερώτημα είναι αν η πυρηνική ενέργεια και τα SMR μπορoύν να ενταχθεί στο ελληνικό ενεργειακό σύστημα και με ποιους όρους. Η αξιολόγηση θα πρέπει να συνυπολογίσει το κόστος μιας μονάδας, τις ανάγκες που θα κάλυπτε και την επίδρασή της στη λειτουργία του δικτύου, σε συνδυασμό με τις ανανεώσιμες πηγές, την αποθήκευση και τις ηλεκτρικές διασυνδέσεις. Στο ίδιο πλαίσιο θα εξεταστεί αν και υπό ποιες προϋποθέσεις η πυρηνική παραγωγή θα μπορούσε να επηρεάσει τη χονδρική τιμή του ρεύματος.

Η τεχνική δουλειά θα πρέπει, παράλληλα, να καλύψει τη σεισμικότητα και τα κριτήρια χωροθέτησης, τις απαιτήσεις ασφάλειας, την αντιμετώπιση έκτακτων περιστατικών και τη διαχείριση του χρησιμοποιημένου καυσίμου και των ραδιενεργών αποβλήτων. Στον ίδιο χάρτη πρέπει να αποτυπωθούν τα θεσμικά και ρυθμιστικά κενά, οι ανάγκες στελέχωσης και η δυνατότητα συμμετοχής της εγχώριας βιομηχανίας. «Μια χώρα δεν φτιάχνει πυρηνικό αντιδραστήρα επειδή της λείπουν 300 MW», λέει άνθρωπος της αγοράς υπογραμμίζοντας ότι ένα τέτοιο εγχείρημα προϋποθέτει μακροχρόνιες συνεργασίες, τεχνογνωσία και παραγωγικές δυνατότητες πέρα από την κατασκευή μιας μονάδας.

Στόχος είναι λοιπόν, μέσα στο επόμενο εξάμηνο να έχει συνταχθεί η πρώτη έκθεση, με τη μορφή οδικού χάρτη. ποια βήματα θα χρειάζονταν, ποιος φορέας θα αναλάμβανε το καθένα και σε ποιο χρονοδιάγραμμα, εφόσον η χώρα αποφασίζει να προχωρήσει. Η επόμενη συνεδρίαση αναμένεται στις αρχές Νοεμβρίου. Η τελική έκθεση προς το Υπουργικό Συμβούλιο έχει προθεσμία 24 μηνών από τη σύσταση της Επιτροπής και θα εισηγείται αν θα ξεκινήσει ή όχι εθνικό πυρηνικό πρόγραμμα. Η διεθνής εμπειρία δίνει ως τάξη μεγέθους τα 10–15 χρόνια από τον σχεδιασμό έως τη θέση του πρώτου σταθμού σε λειτουργία. Με αυτόν τον ορίζοντα, το 2040 αποτελεί μια ενδεικτική εκτίμηση, εφόσον ληφθούν σύντομα οι απαραίτητες αποφάσεις και προχωρήσει η προετοιμασία δεν συνιστά, όμως, δεσμευτικό χρονοδιάγραμμα για την Ελλάδα.

Διαβάστε περισσότερα στο energygame.gr