Η μάχη Γαλλίας – ΗΠΑ για τις πυρηνικές τεχνολογίες και η Ελλάδα

Τα 6 ανεξάρτητα μέλη της διυπουργικής επιτροπής, το ραντεβού του Οκτωβρίου και η αναζήτηση εταίρου για να ανέβει η Ελλάδα στο πυρηνικό «τρένο»

Πυρηνική ενέργεια © unsplash

Σε έναν μαραθώνιο αγώνα που αναζητά νικητή στην τελική γραμμή εξελίσσεται η συζήτηση για την πυρηνική ενέργεια στην Ελλάδα. Γαλλία και ΗΠΑ διαγκωνίζονται στην κούρσα των τεχνολογιων σε μία αγορά που επιχειρεί να ανοίξει στην χώρα μας. 

Η επίσκεψη του Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα είχε καλλιεργήσει προσδοκίες στην αγορά ότι θα μπορούσε να συνοδευτεί από μια πρώτη, έστω προκαταρκτική, συμφωνία Ελλάδας και ΗΠΑ για την πυρηνική ενέργεια, η οποία θα έδινε πιο συγκεκριμένο περιεχόμενο στο αμερικανικό ενδιαφέρον για την ελληνική αγορά. Οι προσδοκίες αυτές ενισχύθηκαν και από το γεγονός ότι η ενέργεια βρέθηκε ψηλά στην ατζέντα του 6ου Στρατηγικού Διαλόγου Ελλάδας–ΗΠΑ. Ωστόσο, στο κοινό ανακοινωθέν της 7ης Οκτωβρίου δεν περιλαμβάνεται ειδική αναφορά στην πυρηνική ενέργεια ή στις τεχνολογίες μικρών αρθρωτών αντιδραστήρων, με αποτέλεσμα, τουλάχιστον σε αυτή τη φάση, να μην υπάρξει η θεσμική κίνηση που περίμεναν ορισμένοι παράγοντες της αγοράς.

Το σημείο αναφοράς για την ελληνική πλευρά παραμένει η κίνηση που είχε προηγηθεί με τη Γαλλία τον περασμένο Απρίλιο. Στις 25 Απριλίου 2026, κατά την επίσκεψη του Εμανουέλ Μακρόν στην Αθήνα, ο υπουργός Ανάπτυξης Τάκης Θεοδωρικάκος και ο Γάλλος υπουργός Roland Lescure υπέγραψαν δήλωση προθέσεων για τη συνεργασία στον τομέα της πυρηνικής τεχνολογίας. Η συμφωνία δεν αφορά την κατασκευή συγκεκριμένου πυρηνικού έργου, αλλά δημιουργεί ένα πρώτο θεσμικό πλαίσιο συνεργασίας με έμφαση στην έρευνα και την καινοτομία, την πυρηνική ασφάλεια, την ανταλλαγή τεχνογνωσίας και εμπειρίας για τη διαμόρφωση του απαιτούμενου νομοθετικού και κανονιστικού πλαισίου, καθώς και στην εκπαίδευση και ανάπτυξη εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού.

Την ίδια ώρα, στο εσωτερικό της ελληνικής αγοράς αρχίζουν να διαμορφώνονται δύο διακριτά «στρατόπεδα», με διαφορετικές τεχνολογικές αναφορές και διαύλους επικοινωνίας. Από τη μία πλευρά βρίσκονται εταιρείες που έχουν στρέψει το βλέμμα προς τις ΗΠΑ και βρίσκονται ήδη σε επαφές με αμερικανικούς ομίλους που δραστηριοποιούνται στις νέες πυρηνικές τεχνολογίες και κυρίως στους μικρούς αρθρωτούς αντιδραστήρες (SMRs). Το ενδιαφέρον αυτό ενισχύεται και από τα μηνύματα που εκπέμπονται από την Ουάσιγκτον για διεύρυνση της διεθνούς συνεργασίας στον τομέα της προηγμένης πυρηνικής τεχνολογίας, με την αμερικανική νομοθεσία να δίνει πλέον ιδιαίτερη έμφαση στη συνεργασία με συμμάχους για την έρευνα, την αδειοδότηση και την ανάπτυξη προηγμένων αντιδραστήρων. Από την άλλη πλευρά έχει διαμορφωθεί ένας δεύτερος πόλος που κοιτάζει προς τη Γαλλία, η οποία έχει ήδη αποκτήσει ένα πρώτο θεσμικό προβάδισμα και σύμφωνα με πηγές υπάρχουν ανοιχτοί δίαυλοι επικοινωνίας με την κυβέρνηση επί του πεδίου. 

Σε επίπεδο τεχνολογίας, οι δύο πλευρές εμφανίζονται με διαφορετικά πλεονεκτήματα. Οι ΗΠΑ διαθέτουν ένα ευρύ οικοσύστημα εταιρειών που αναπτύσσουν μικρούς αρθρωτούς αντιδραστήρες (SMRs), microreactors και προηγμένες τεχνολογίες νέας γενιάς, με αρκετά σχέδια να έχουν ήδη περάσει σε στάδιο αδειοδότησης, επίδειξης ή προετοιμασίας για εμπορική ανάπτυξη. Η αμερικανική προσέγγιση βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην κινητοποίηση ιδιωτικών κεφαλαίων και στην ταυτόχρονη ανάπτυξη διαφορετικών τεχνολογικών λύσεων. Η Γαλλία, από την άλλη, διαθέτει ένα πιο συγκεντρωμένο και ώριμο πυρηνικό οικοσύστημα, με αιχμή την EDF και τη Framatome, μεγάλη εμπειρία στην κατασκευή και λειτουργία συμβατικών αντιδραστήρων και την τεχνολογία EPR και EPR2. Παράλληλα, επενδύει και στην επόμενη γενιά μικρότερων αντιδραστήρων, επιδιώκοντας να μεταφέρει τη μακρά τεχνογνωσία της και στο πεδίο των SMRs και των προηγμένων πυρηνικών εφαρμογών.

Η συζήτηση έχει ανοίξει και αγγίζει πλέον και ένα πιο φιλόδοξο όραμα, τη δυνατότητα η Ελλάδα να αποκτήσει βιομηχανική παρουσία στην εφοδιαστική αλυσίδα των πυρηνικών τεχνολογιών. Η ιδέα ενός «made in Greece» αποτυπώματος στον τομέα των SMRs, μέσω της συμμετοχής ελληνικών βιομηχανιών στην παραγωγή εξαρτημάτων, υποδομών ή ειδικών υλικών, αρχίζει να συζητείται πιο ανοιχτά, καθώς αρκετές επιχειρήσεις βλέπουν σε αυτόν τον τομέα μια νέα αγορά με σημαντικές προοπτικές. Ενεργειακές εταιρείες, τσιμεντοβιομηχανίες, ναυπηγεία έχουν πάρει θέση σε αυτόν τον νέο μαραθώνιο που φαίνεται πως θέλει να τρέξει η Ελλάδα.

H Αθήνα θα χρειαστεί «συμμάχους». Πληροφορίες θέλουν τις Ηνωμένες Πολιτείες να έχουν ήδη εντάξει την ελληνική αγορά στον ευρύτερο χάρτη των συνεργασιών που επιδιώκουν να αναπτύξουν στον τομέα των μικρών πυρηνικών αντιδραστήρων. Η αμερικανική πλευρά εμφανίζεται να ενδιαφέρεται για τη μεταφορά τεχνογνωσίας και την ανάπτυξη συνεργειών με την ελληνική βιομηχανία, σε μια προσπάθεια να συνδυαστεί η ώριμη τεχνολογική βάση των αμερικανικών εταιρειών με τις δυνατότητες που διαθέτει η εγχώρια παραγωγική βάση. Ο ρόλος των ΗΠΑ στο όλο εγχείρημα συνδέεται άρρηκτα και με το μεγάλο αγκάθι της χρηματοδότησης. Ήδη υπάρχουν οι πρώτες επαφές με την αμερικανική κυβέρνηση για χρηματοδοτικές ενέσεις, στο πλαίσιο των μελετών.

Πάντως, άνθρωποι της αγοράς τονίζουν στο energygame.gr ότι η επιλογή τεχνολογίας στην πυρηνική ενέργεια δεν αποτελεί μια απόφαση που μπορεί εύκολα να ανατραπεί στην πορεία. Κάθε τεχνολογική λύση συνοδεύεται από διαφορετικές απαιτήσεις αδειοδότησης, πρότυπα ασφαλείας, εξειδικευμένη τεχνογνωσία, εκπαίδευση προσωπικού και συγκεκριμένη εφοδιαστική αλυσίδα. Όπως επισημαίνουν, από τη στιγμή που μια χώρα οργανώσει το ρυθμιστικό και τεχνικό της πλαίσιο γύρω από ένα συγκεκριμένο μοντέλο, ουσιαστικά «κλειδώνει» σε μεγάλο βαθμό σε αυτό το οικοσύστημα, καθώς η μετάβαση αργότερα σε διαφορετική τεχνολογία θα απαιτούσε σημαντικό χρόνο, κόστος και νέα προσαρμογή του κανονιστικού πλαισίου.

Η Ελλάδα διαθέτει ήδη την Ελληνική Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας και βασικό πλαίσιο πυρηνικής ασφάλειας, όχι όμως ένα ολοκληρωμένο σύστημα αδειοδότησης προσαρμοσμένο στην κατασκευή και λειτουργία εμπορικών πυρηνικών μονάδων. Θα πρέπει επομένως να διαμορφωθούν οι κανόνες για ολόκληρο τον κύκλο ζωής μιας εγκατάστασης και, ταυτόχρονα, να ενισχυθεί σημαντικά η τεχνική και επιστημονική επάρκεια του ρυθμιστή. Και εδώ ακριβώς αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα η πρώτη επιλογή τεχνολογίας: από τη στιγμή που η χώρα αρχίσει να χτίζει κανονισμούς, διαδικασίες και τεχνογνωσία γύρω από ένα συγκεκριμένο μοντέλο αντιδραστήρα, δημιουργείται στην πράξη μια διαδρομή από την οποία η μετακίνηση σε ένα εντελώς διαφορετικό τεχνολογικό οικοσύστημα γίνεται πολύ πιο σύνθετη και δαπανηρή.

«Σε κάθε περίπτωση, όλα αυτά παραμένουν ακόμη αρκετά μακριά από το στάδιο της υλοποίησης, καθώς πριν από οποιαδήποτε επιλογή τεχνολογίας ή επενδυτική απόφαση η Ελλάδα θα πρέπει πρώτα να διαμορφώσει το αναγκαίο θεσμικό και ρυθμιστικό πλαίσιο, να ενισχύσει τις αρμόδιες αρχές, να καθορίσει σαφείς διαδικασίες αδειοδότησης και εποπτείας και να χτίσει την απαιτούμενη τεχνική και επιστημονική επάρκεια για την ασφαλή ανάπτυξη της πυρηνικής ενέργειας», σχολιάζουν άνθρωποι της αγοράς.

Το παράδειγμα της Τουρκίας και τα πολλά πυρηνικά ταμπλό

Σε πολύ πιο προχωρημένο στάδιο βρίσκεται η Τουρκία, η οποία επιχειρεί να παίξει ένα σύνθετο παιχνίδι πυρηνικής διαφοροποίησης, κρατώντας ταυτόχρονα ανοιχτές πολλές και διαφορετικές τεχνολογικές επιλογές. Όπως επισημαίνει το Forbes, η Άγκυρα βρίσκεται σήμερα σε παράλληλες συζητήσεις με τέσσερα διαφορετικά πυρηνικά «οικοσυστήματα»: τη Ρωσία, μέσω του Akkuyu και της Rosatom, τη Νότια Κορέα με την KEPCO, τη Γαλλία με την EDF και την τεχνολογία Nuward, αλλά και τον Καναδά μέσω της Candu Energy.

Το ενδιαφέρον είναι ότι δεν πρόκειται απλώς για τέσσερις διαφορετικούς προμηθευτές, αλλά για τέσσερις διαφορετικές τεχνολογικές φιλοσοφίες, με ξεχωριστά πρότυπα ασφαλείας, αλυσίδες εφοδιασμού, καύσιμα, απαιτήσεις αδειοδότησης και ανάγκες εκπαίδευσης προσωπικού. Από τα ρωσικά VVER και τα κορεατικά APR1400 έως τα γαλλικά SMRs και τους καναδικούς αντιδραστήρες CANDU, η Τουρκία επιχειρεί ουσιαστικά να δημιουργήσει ανταγωνισμό ανάμεσα σε ασύμβατες μεταξύ τους τεχνολογικές πλατφόρμες.

Η στρατηγική αυτή, σύμφωνα με την ανάλυση του Forbes, δίνει στην Άγκυρα σημαντική διαπραγματευτική ισχύ. Κρατώντας πολλούς παίκτες στο τραπέζι, μπορεί να πιέσει για καλύτερες τιμές, ευνοϊκότερους όρους χρηματοδότησης, μεγαλύτερη μεταφορά τεχνογνωσίας και ισχυρότερη συμμετοχή της εγχώριας βιομηχανίας. Την ίδια στιγμή, όμως, το μοντέλο αυτό δημιουργεί ένα εξαιρετικά απαιτητικό ρυθμιστικό και τεχνικό περιβάλλον, καθώς κάθε διαφορετική τεχνολογία σημαίνει διαφορετικές διαδικασίες εποπτείας, συντήρησης και κατάρτισης.

Πίσω από αυτή την τακτική βρίσκεται και η επιδίωξη της Άγκυρας να μην παραμείνει εγκλωβισμένη στο ρωσικό μοντέλο του Akkuyu. Η Τουρκία φαίνεται να επιδιώκει για τα επόμενα έργα της μεγαλύτερο βαθμό τεχνολογικής αυτονομίας, περισσότερους προμηθευτές και καλύτερους όρους ιδιοκτησίας και ελέγχου. Με άλλα λόγια, δεν επιλέγει ακόμη ένα μόνο «στρατόπεδο», αλλά χρησιμοποιεί τον ανταγωνισμό μεταξύ Ρωσίας, Νότιας Κορέας, Γαλλίας και Καναδά ως εργαλείο ενεργειακής και γεωπολιτικής διαπραγμάτευσης.

Ωστόσο, η αγορά χτυπάει πάλι καμπανάκι και αναφέρει ότι η πολυδιάσπαση σε διαφορετικά πυρηνικά συστήματα δημιουργεί ταυτόχρονα ένα ιδιαίτερα σύνθετο ρυθμιστικό και τεχνικό περιβάλλον. Κάθε τεχνολογία συνοδεύεται από διαφορετικά πρότυπα ασφαλείας, διαδικασίες αδειοδότησης, απαιτήσεις εκπαίδευσης προσωπικού, καύσιμα και αλυσίδες εφοδιασμού, γεγονός που αυξάνει σημαντικά το βάρος για την τουρκική ρυθμιστική αρχή. Όπως επισημαίνει το Forbes, η πρόκληση για την Τουρκία δεν είναι μόνο να αξιοποιήσει τον ανταγωνισμό μεταξύ των προμηθευτών, αλλά και να μπορέσει να εποπτεύσει ταυτόχρονα πολλαπλά, τεχνολογικά ασύμβατα πυρηνικά οικοσυστήματα.

Έξι ανεξάρτητα μέλη στην διυπουργική Επιτροπή

Και η Ελλάδα με πιο αργό ρυθμό προχωρά βέβαια τις πρώτες ζυμώσεις. Ωστόσο, πηγές που συνομίλησαν με το energygame.gr επισημαίνουν ότι οι εσωτερικές διεργασίες δεν προχωρούν με τον ρυθμό που αρχικά αναμενόταν. Την ίδια ώρα, οι πληροφορίες θέλουν τον υφυπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας Νίκο Τσάφο να συγκροτεί σταδιακά την ομάδα που θα στελεχώσει τη διυπουργική επιτροπή για την πυρηνική ενέργεια.

Η προσπάθεια συγκρότησης της τεχνικής ομάδας, πάντως, φαίνεται μέχρι στιγμής να υπολείπεται των απαιτήσεων και της σοβαρότητας του εγχειρήματος, με πηγές της αγοράς να επισημαίνουν ότι η στελέχωσή της δεν έχει ακόμη το εύρος και το βάθος που θα απαιτούσε μια τόσο σύνθετη συζήτηση. Παράλληλα, τη διυπουργική επιτροπή αναμένεται να πλαισιώσουν έξι ανεξάρτητα μέλη με συμβουλευτικό ρόλο. Μεταξύ των φορέων και επιχειρήσεων που, σύμφωνα με πληροφορίες, έχουν προσεγγιστεί από το ΥΠΕΝ για να συνεισφέρουν σε αυτό το επίπεδο βρίσκονται ο ΑΔΜΗΕ, η ΔΕΗ, ο ΣΕΒ και Ελληνικά Ναυπηγεία. Οι πληροφορίες θέλουν το πρώτο ουσιαστικό οργανωτικό βήμα να γίνεται μέσα στον Οκτώβριο, με την πραγματοποίηση της πρώτης επίσημης συνάντησης της ομάδας που θα αναλάβει να τρέξει την προπαρασκευαστική δουλειά για την πυρηνική ενέργεια.

Η Διυπουργική έχει μπροστά της ένα ιδιαίτερα ευρύ πεδίο δουλειάς. Στους επόμενους 24 μήνες καλείται να εξετάσει συνολικά 19 πεδία πυρηνικής υποδομής, από το νομικό και ρυθμιστικό πλαίσιο και την πυρηνική ασφάλεια έως τη χρηματοδότηση, την ανάπτυξη ανθρώπινου δυναμικού, τη διαχείριση αποβλήτων, την ετοιμότητα των αρμόδιων κρατικών φορέων και τη δυνατότητα ένταξης μιας πυρηνικής μονάδας στο ηλεκτρικό σύστημα. Στο τέλος αυτής της διαδικασίας θα πρέπει να κατατεθεί στο Υπουργικό Συμβούλιο τελική εισήγηση για το εάν η χώρα θα πρέπει να περάσει στην επόμενη φάση και να προχωρήσει σε οργανωμένη προετοιμασία πυρηνικού προγράμματος.

Διαβάστε περισσότερα στο energygame.gr