Lavipharm: Οι δύο λόγοι για αύξηση των οικονομικών μεγεθών από το 2026

Η Lavipharm ποντάρει στη φαρμακευτική κάνναβη και το Durogesic ως μοχλούς ανάπτυξης, στοχεύοντας σε αύξηση περιθωρίου EBITDA άνω του 37%

Τηλέμαχος Λαβίδας, CEO Lavipharm © ΔΤ/Lavipharm

Με αιχμή τη φαρμακευτική κάνναβη και το Durogesic, η Lavipharm εισέρχεται σε μια φάση επιτάχυνσης των οικονομικών της επιδόσεων ήδη από τη φετινή χρήση, με τη διοίκηση να αφήνει ανοιχτό παράθυρο και για νέες εξαγορές, εφόσον προκύψουν οι κατάλληλες ευκαιρίες.

Η εκρηκτική αύξηση στη φαρμακευτική κάνναβη είναι ενδεικτική: από μόλις 500 χιλ. ευρώ το 2024, οι πωλήσεις εκτινάχθηκαν στα 8,7 εκατ. ευρώ το 2025, ενώ για το 2026 οι προβλέψεις κάνουν λόγο για υπερδιπλασιασμό αυτής της ήδη εντυπωσιακής επίδοσης.

Την ίδια ώρα, το Durogesic αναμένεται να αποτελέσει τον δεύτερο βασικό μοχλό ανάπτυξης. Η παραγωγή του πρόκειται να ξεκινήσει εντός του επόμενου διμήνου-τριμήνου στις εγκαταστάσεις της Παιανίας, προσθέτοντας –υπό όρους πλήρους ενσωμάτωσης– έως και 37 εκατ. ευρώ στον κύκλο εργασιών, σε σύγκριση με τα 70 εκατ. ευρώ που διαμορφώθηκε ο τζίρος το 2025. Παράλληλα, εκτιμάται ότι θα ενισχύσει σημαντικά και την κερδοφορία, με το EBITDA να αποκτά περιθώριο ανόδου της τάξης του 37%.

Όπως ανέφερε ο CFO της εταιρείας, Βασίλης Μπαλιούμης, κατά την παρουσίαση των αποτελεσμάτων στην Ένωση Θεσμικών Επενδυτών στο Χρηματιστήριο Αθηνών, η Lavipharm αποκτά άδειες κυκλοφορίας σε 24 χώρες, μαζί με τα εμπορικά σήματα και τα δικαιώματα παραγωγής και διάθεσης του προϊόντος. Η εμπορική αξιοποίηση θα ξεκινήσει σταδιακά τους επόμενους μήνες, ενώ η παραγωγή θα ενεργοποιηθεί μόλις ολοκληρωθούν οι απαραίτητες εγκρίσεις.

Η συμφωνία, σύμφωνα με τη διοίκηση, αναμένεται να μεταφραστεί σε αύξηση εσόδων κατά 60% σε ετήσια βάση, ενώ θέτει τον πήχη για περιθώριο EBITDA άνω του 37% στο σύνολο των δραστηριοτήτων – επίπεδα που παραπέμπουν σε πολυεθνικούς ομίλους του κλάδου. Παράλληλα, ενισχύεται η αξιοποίηση των υφιστάμενων υποδομών και περιορίζεται η ανάγκη για νέες επενδύσεις σε εξοπλισμό, στοιχείο που επιταχύνει την αναπτυξιακή τροχιά χωρίς επιπλέον κεφαλαιακή επιβάρυνση.

Στην ίδια γραμμή, ο CEO Παναγιώτης Γιαννουλέας εμφανίστηκε αισιόδοξος για το 2026, θέτοντας ως βασική προτεραιότητα την ενίσχυση της εξαγωγικής δραστηριότητας, όπου τα περιθώρια κερδοφορίας είναι υψηλότερα. Καθοριστικό ρόλο αναμένεται να διαδραματίσει και η συνεργασία με την iNova, η οποία ανοίγει δρόμους για διείσδυση σε νέες αγορές.

Στην εγχώρια αγορά, η στρατηγική περιλαμβάνει νέα λανσαρίσματα σε καρδιομεταβολικά και οστεοπόρωση, καθώς και ενίσχυση της παρουσίας του Betaoctine, του νέου αντισηπτικού που συμπληρώνει τη σειρά Betadine. Η φαρμακευτική κάνναβη, από την πλευρά της, αναμένεται να συνεχίσει την ανοδική της πορεία, με τις πωλήσεις να κινούνται σε επίπεδα σημαντικά υψηλότερα από το 2025.

Ενδιαφέρον είχε και η τοποθέτηση της διοίκησης ως προς ενδεχόμενα σενάρια εξαγοράς: «Δεν εξετάζουμε τέτοια πρόταση – έχουμε ακόμη πολλά να κάνουμε», ήταν το σαφές μήνυμα, με αναφορά και στο χαμηλό κόστος δανεισμού, το οποίο διαμορφώνεται στο 2%.

Παράλληλα, τονίστηκε ότι η ενίσχυση των εσόδων από τη φαρμακευτική κάνναβη, σε συνδυασμό με το χαμηλό κόστος παραγωγής πολλών σκευασμάτων, μειώνει την εξάρτηση από τους μηχανισμούς rebate και clawback.

Στο χαρτοφυλάκιο προϊόντων, το Betadine διατηρεί ηγετική θέση με μερίδιο άνω του 80% στην Ελλάδα, ενώ γεωγραφικά ο κύκλος εργασιών παραμένει προσανατολισμένος στην εγχώρια αγορά (82%), με την Ευρωπαϊκή Ένωση να συνεισφέρει 28% και τις υπόλοιπες αγορές το 10%.

Αξιοσημείωτη ήταν και η αυτοκριτική διάθεση της διοίκησης για παλαιότερες επενδυτικές επιλογές, όπως η απόπειρα διείσδυσης στις ΗΠΑ, με σαφή δέσμευση ότι ανάλογα λάθη δεν θα επαναληφθούν.

Σε επίπεδο αγοράς, η μετοχή καταγράφει εντυπωσιακή πορεία τα τελευταία χρόνια: Από τα 0,34 ευρώ της αύξησης κεφαλαίου πριν από περίπου 4,5 χρόνια, κινείται πλέον άνω των 1,44 ευρώ, με την κεφαλαιοποίηση να υπερβαίνει τα 240 εκατ. ευρώ. Την ίδια στιγμή, η διοίκηση δηλώνει έτοιμη να ανοίξει τον κύκλο ενημέρωσης και προς ξένους θεσμικούς επενδυτές, επιδιώκοντας τη διεύρυνση της επενδυτικής βάσης.