Ενεργοποιείται το μητρώο ιδιοκτησίας ακινήτων, τα προβλήματα με τις αγροτικές εκτάσεις

Από κατοικίες και οικόπεδα έως αγροτεμάχια, το ΜΙΔΑ επιχειρεί να ενώσει όλα τα δεδομένα για κάθε ακίνητο. Οι διασταυρώσεις που έρχονται

Μητρώο Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ΜΙΔΑ) © intime

Στην τελική ευθεία περνά η μεγαλύτερη ψηφιακή απογραφή της ακίνητης περιουσίας που έχει επιχειρηθεί μέχρι σήμερα στην Ελλάδα. Το νέο Μητρώο Ιδιοκτησίας και Διαχείρισης Ακινήτων (ΜΙΔΑ) αναμένεται να ενεργοποιηθεί τις επόμενες ημέρες, επιχειρώντας να ενώσει για πρώτη φορά σε έναν ενιαίο ψηφιακό φάκελο την εικόνα κάθε ακινήτου στη χώρα. Ωστόσο, πίσω από το μεγάλο εγχείρημα υπάρχει ένα σοβαρό «αγκάθι» και αφορά τα αγροτεμάχια, όπου οι δηλώσεις των αγροτών εξακολουθούν σε αρκετές περιπτώσεις να μην «κουμπώνουν» με τα δεδομένα του Κτηματολογίου.

Σύμφωνα με ανώτατο αξιωματούχο της φορολογικής διοίκησης, το ΜΙΔΑ βρίσκεται πλέον ένα βήμα πριν από την έναρξη λειτουργίας του. Στόχος είναι να δημιουργηθεί μια ενιαία και διαρκώς ενημερωμένη βάση δεδομένων, στην οποία θα συγκεντρώνονται στοιχεία για το σύνολο της ακίνητης περιουσίας, από κατοικίες, οικόπεδα και επαγγελματικούς χώρους έως αγροτεμάχια και καλλιεργούμενες εκτάσεις.

Στον ψηφιακό φάκελο κάθε ακινήτου θα καταγράφονται, μεταξύ άλλων, το ιδιοκτησιακό καθεστώς, η χρήση, η επιφάνεια και η θέση του ακινήτου, η ηλεκτροδότηση, η κατάσταση μίσθωσης, αλλά και οι μεταβολές που έχουν πραγματοποιηθεί στην πορεία του χρόνου.

Το μεγάλο πρόβλημα είναι τα αγροτεμάχια

Το βασικό ζήτημα που αναδείχθηκε ήδη από τις δοκιμές του συστήματος αφορά τις αγροτικές εκτάσεις. Σε σημαντικό αριθμό περιπτώσεων, τα στοιχεία που έχουν δηλωθεί από τους αγρότες δεν ταυτίζονται με τα στοιχεία που εμφανίζονται στο Κτηματολόγιο.

Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι οι αποκλίσεις αυτές δεν σημαίνει ότι οφείλονται σε λανθασμένες δηλώσεις των αγροτών. Το πρόβλημα εντοπίζεται κυρίως στην αποτύπωση των δεδομένων του Κτηματολογίου, ιδιαίτερα σε περιοχές όπου η κτηματογράφηση δεν έχει ολοκληρωθεί ή εξακολουθούν να υπάρχουν ανοιχτές ιδιοκτησιακές εκκρεμότητες.

Το ζήτημα αφορά τόσο ιδιόκτητα όσο και μισθωμένα αγροτεμάχια και, σύμφωνα με τα δεδομένα που έχουν προκύψει από τις δοκιμές, απαιτεί συνολική αντιμετώπιση σε επίπεδο Κτηματολογίου.

Ιδιαίτερα σύνθετη είναι η περίπτωση εκτάσεων που εμφανίζονται ως δημόσιες στο Κτηματολόγιο, εξαιτίας ζητημάτων που συνδέονται με τους δασικούς χάρτες, ελλιπείς τίτλους ή εκκρεμότητες στην κτηματογράφηση, ενώ στην πραγματικότητα καλλιεργούνται από ιδιώτες επί δεκαετίες.

Αυτές οι ασυμφωνίες δημιουργούν σοβαρά προβλήματα στις αυτοματοποιημένες ψηφιακές διασταυρώσεις, καθώς το σύστημα μπορεί να «βλέπει» διαφορετικά την ίδια έκταση ανάλογα με τη βάση δεδομένων στην οποία αναζητούνται τα στοιχεία.

Για να αντιμετωπιστούν οι μεγάλες αποκλίσεις που έχουν εντοπιστεί, η ΑΑΔΕ έχει θέσει ως ελάχιστο όριο γεωχωρικής επικάλυψης των ψηφιοποιούμενων αγροτεμαχίων σε σχέση με τους δηλωμένους ΚΑΕΚ το 55%. Με απλά λόγια, η γεωγραφική θέση του αγροτεμαχίου που δηλώνεται θα πρέπει να «κουμπώνει» τουλάχιστον κατά 55% με την έκταση που αντιστοιχεί στον συγκεκριμένο Κωδικό Αριθμό Εθνικού Κτηματολογίου. Όταν η επικάλυψη βρίσκεται κάτω από το συγκεκριμένο όριο, το ηλεκτρονικό σύστημα εντοπίζει απόκλιση και σηματοδοτεί την περίπτωση ως προβληματική.

Το συγκεκριμένο ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τους αγρότες, καθώς μια αναντιστοιχία ανάμεσα στα στοιχεία του Κτηματολογίου και στις πραγματικές ή δηλωμένες εκτάσεις μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα ακόμη και όταν ο φορολογούμενος έχει δηλώσει ορθά την περιουσιακή του κατάσταση.

Για τον λόγο αυτό, το πρόβλημα των αγροτεμαχίων δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποκλειστικά μέσω διορθώσεων από τους πολίτες. Απαιτείται, σύμφωνα με τα δεδομένα που έχουν προκύψει, παρέμβαση στο ίδιο το υπόβαθρο των κτηματολογικών δεδομένων και συνολική λύση από την κυβέρνηση.

Πέρα από την ειδική περίπτωση των αγροτεμαχίων, στις υπόλοιπες κατηγορίες ακινήτων δεν έχουν καταγραφεί, σύμφωνα με τις μέχρι τώρα δοκιμές, αντίστοιχης έκτασης προβλήματα. Οι αποκλίσεις που εντοπίζονται αφορούν κυρίως στοιχεία τα οποία θα πρέπει να διορθωθούν από τους ίδιους τους πολίτες. Το ΜΙΔΑ έρχεται να αντιμετωπίσει ένα χρόνιο πρόβλημα που δεν είναι άλλο από  την κατακερματισμένη εικόνα της ακίνητης περιουσίας στην Ελλάδα.

Μέχρι σήμερα, τα δεδομένα βρίσκονται διασκορπισμένα σε διαφορετικές βάσεις, μεταξύ άλλων στην ΑΑΔΕ, στο Κτηματολόγιο, στον ΔΕΔΔΗΕ, στους δήμους και σε άλλους φορείς. Ως αποτέλεσμα, δεν είναι σπάνιο να εμφανίζονται διαφορετικά στοιχεία για το ίδιο ακίνητο.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι περιπτώσεις στις οποίες διαφορετικός αριθμός παροχής ηλεκτρικού ρεύματος εμφανίζεται στον ΕΝΦΙΑ και διαφορετικός στη φορολογική δήλωση. Αντίστοιχες αποκλίσεις υπάρχουν και μεταξύ Κτηματολογίου και Ε9, με ακίνητα να εμφανίζονται στη μία βάση αλλά να απουσιάζουν από την άλλη. Το ΜΙΔΑ φιλοδοξεί να συγκεντρώσει όλα αυτά τα δεδομένα σε έναν ενιαίο ψηφιακό φάκελο για κάθε ακίνητο. Σε αυτόν θα αποτυπώνονται στοιχεία όπως:

  • το είδος και η χρήση του ακινήτου,
  • η επιφάνεια και η ακριβής θέση,
  • ο όροφος,
  • η κατάσταση ηλεκτροδότησης,
  • αν πρόκειται για ιδιοκατοίκηση, μίσθωση, κενό ακίνητο ή δωρεάν παραχώρηση,
  • ο Αριθμός Ταυτότητας Ακινήτου (ΑΤΑΚ),
  • ο Κωδικός Αριθμός Εθνικού Κτηματολογίου (ΚΑΕΚ),
  • στοιχεία ηλεκτροδότησης από τον ΔΕΔΔΗΕ,
  • ασφαλιστήρια συμβόλαια,
  • πολεοδομικές άδειες,
  • καθώς και στοιχεία για τυχόν εκκρεμείς δικαστικές υποθέσεις.

Η συγκέντρωση των δεδομένων δεν αποτελεί μόνο μια προσπάθεια καταγραφής της ακίνητης περιουσίας. Αποτελεί ταυτόχρονα ένα νέο εργαλείο για τη φορολογική διοίκηση. Μέσω συνεχών ηλεκτρονικών διασταυρώσεων, η ΑΑΔΕ θα μπορεί να συγκρίνει τα στοιχεία που τηρούνται στις διαφορετικές βάσεις και να εντοπίζει περιπτώσεις όπου υπάρχει απόκλιση. Ιδιαίτερο βάρος αναμένεται να δοθεί σε ακίνητα που εμφανίζονται στο Κτηματολόγιο αλλά δεν έχουν δηλωθεί στην Εφορία. Σε τέτοιες περιπτώσεις μπορεί να ανοίγει ο δρόμος για φορολογικό έλεγχο, καθώς η απουσία ενός ακινήτου από το Ε9 μπορεί να σημαίνει ότι δεν έχει υπολογιστεί ο αντίστοιχος φόρος ακίνητης περιουσίας. Με τον τρόπο αυτό, το ΜΙΔΑ αναμένεται να αποτελέσει ένα από τα βασικά εργαλεία της φορολογικής διοίκησης για τη δημιουργία μιας ενιαίας, αξιόπιστης και διαρκώς επικαιροποιημένης εικόνας της ακίνητης περιουσίας.