Ίσως ο πιο σημαντικός παράγοντας για τη δυναμική ανάπτυξη της ηλεκτροκίνησης στην Ελλάδα, πέραν του αρχικού κόστους αγοράς ενός ηλεκτρικού οχήματος (EV), είναι η ύπαρξη επαρκούς αριθμού σημείων φόρτισης για τον ανεφοδιασμό των οχημάτων, που θα δημιουργήσει ένα αίσθημα ασφάλειας στον Έλληνα οδηγό πως θα μπορεί να ταξιδέψει εντός της χώρας δίχως να ξεμείνει από ρεύμα. Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών, αυτή τη στιγμή υπάρχουν στην Ελλάδα περίπου 3.900 δημοσίως προσβάσιμοι σταθμοί φόρτισης ηλεκτρικών οχημάτων, και συνολικά πάνω από 9.100 σημεία φόρτισης. Στην Αττική, συγκεκριμένα, υπάρχουν πάνω από 1.000 δημοσίως προσβάσιμοι σταθμοί φόρτισης, περισσότεροι από 700 στη Βόρεια Ελλάδα, γύρω στους 300 στην Κρήτη, γύρω στους 400 στα νησιά του Αιγαίου, και περίπου 950 σε Δυτική Ελλάδα και Πελοπόννησο. Ένας σταθμός φόρτισης μπορεί να περιλαμβάνει ένα ή περισσότερα σημεία φόρτισης.
Ένα μέσο ηλεκτρικό αυτοκίνητο «καίει» περίπου 15-17 kWh ανά 100 χιλιόμετρα. Όπως φανερώνουν τα στοιχεία της ΡΑΑΕΥ, στην Ελλάδα οι τιμές φόρτισης κυμαίνονται από περίπου 25 έως 85 λεπτά ανά κιλοβατώρα, ανάλογα με την ισχύ της φόρτισης, ενώ μια μέση τιμή φόρτισης βρίσκεται γύρω στα 50 λεπτά ανά κιλοβατώρα. Συνεπώς, για να καλύψει κάποιος με το ηλεκτρικό του αυτοκίνητο στην Ελλάδα απόσταση 100 χιλιομέτρων, χρησιμοποιώντας κάποιον δημόσια προσβάσιμο σταθμό φόρτισης και όχι τον φορτιστή του σπιτιού του, χρειάζεται γύρω στα 8 ευρώ. Για σύγκριση, ένα μέσο βενζινοκίνητο αυτοκίνητο που καταναλώνει 6,5-7,5 λίτρα ανά 100 χιλιόμετρα, με μια υποθετική τιμή βενζίνης γύρω στα 1,80 ευρώ το λίτρο, χρειάζεται 11,5 με 13,5 ευρώ για να καλύψει την ίδια απόσταση. Αν η τιμή της βενζίνης βρίσκεται κοντά στα 2 ευρώ, τότε αυτό το ποσό μεγαλώνει.
Η φόρτιση ηλεκτρικών αυτοκινήτων αποτελεί μια αναδυόμενη αγορά στην Ελλάδα, όπου ήδη υπάρχουν κάποιοι μεγάλοι παίκτες. Οι εταιρείες με τους περισσότερους εγκατεστημένους σταθμούς φόρτισης είναι η ΔΕΗ blue, του ομίλου ΔΕΗ, και η incharge, του ομίλου Motor Oil. Αυτές οι δύο εταιρείες κατέχουν ένα μεγάλο ποσοστό των εγκατεστημένων δημοσίως προσβάσιμων σταθμών φόρτισης που υπάρχουν στη χώρα μας. Παράλληλα, δυναμικά έχει εισέλθει στην αγορά φόρτισης ηλεκτρικών οχημάτων και η Chargespot της Protergia, του ομίλου Metlen, ενώ ισχυρή παρουσία διαθέτει η Joltie, θυγατρική της Eunice, και η ΕΚΟ Charge & Go (πρώην ElpeFuture) του ομίλου Helleniq Energy. Αναδυόμενος παίκτης στην ελληνική αγορά φόρτισης είναι και η αμερικανική Blink Charging.
Η ανάπτυξη ενός πυκνού δικτύου σταθμών και σημείων φόρτισης εντός της ελληνικής επικράτειας, και ιδιαίτερα σε επαρχιακές περιοχές, θα παίξει κομβικό ρόλο στην περαιτέρω ανάπτυξη της ηλεκτροκίνησης στη χώρα μας, καθώς θα μειώσει την ανασφάλεια των οδηγών και θα τους κάνει να επιλέξουν πιο εύκολα να αγοράσουν ένα ηλεκτρικό αυτοκίνητο. Ταυτόχρονα, προγράμματα όπως το «Κινούμαι Ηλεκτρικά» μπορούν να ενισχύσουν οικονομικά τους υποψήφιους αγοραστές στο κόστος επένδυσης.
Ωστόσο, πέρα από την ποσοτική αύξηση των υποδομών, κρίσιμη είναι και η ποιοτική αναβάθμιση των υπηρεσιών φόρτισης. Η αξιοπιστία των σταθμών, η ταχύτητα φόρτισης, η διαθεσιμότητα σε πραγματικό χρόνο μέσω ψηφιακών εφαρμογών, αλλά και η διαφάνεια στις τιμολογήσεις αποτελούν παράγοντες που επηρεάζουν άμεσα την εμπειρία του χρήστη. Παράλληλα, η ανάπτυξη υπερταχυφορτιστών σε βασικούς οδικούς άξονες και αυτοκινητοδρόμους μπορεί να μειώσει σημαντικά τους χρόνους ταξιδιού, καθιστώντας τα ηλεκτρικά οχήματα πιο ανταγωνιστικά σε σχέση με τα συμβατικά, ιδιαίτερα για μεγάλες αποστάσεις.
Σε ευρύτερο επίπεδο, η ενίσχυση της ηλεκτροκίνησης συνδέεται άμεσα με τους στόχους της ενεργειακής μετάβασης και της μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Η Ελλάδα, ακολουθώντας τις ευρωπαϊκές κατευθύνσεις, καλείται να επιταχύνει τις επενδύσεις τόσο σε υποδομές φόρτισης όσο και σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, ώστε η ηλεκτροκίνηση να βασίζεται σε «καθαρή» ηλεκτρική ενέργεια. Εφόσον διατηρηθεί η σημερινή δυναμική και ενισχυθεί με στοχευμένες πολιτικές και ιδιωτικές επενδύσεις, η αγορά ηλεκτρικών οχημάτων στη χώρα έχει τη δυνατότητα να περάσει σε μια νέα φάση ωρίμανσης τα επόμενα χρόνια.
Τέλος, η περαιτέρω ανάπτυξη της αγοράς θα εξαρτηθεί και από τη σταθερότητα του ρυθμιστικού πλαισίου και τα κίνητρα που θα συνεχίσει να προσφέρει η πολιτεία. Η δημιουργία ενός σαφούς και φιλικού περιβάλλοντος για επενδύσεις, σε συνδυασμό με την ενίσχυση της εμπιστοσύνης των καταναλωτών, μπορεί να επιταχύνει τη μετάβαση προς μια πιο «ηλεκτρική» κινητικότητα. Σε κάθε περίπτωση, η επόμενη πενταετία αναμένεται καθοριστική για το αν η Ελλάδα θα καταφέρει να καλύψει το χαμένο έδαφος και να συγκλίνει με τις πιο ώριμες ευρωπαϊκές αγορές στον τομέα της ηλεκτροκίνησης.