Μπαταρίες: Ποιο προφίλ επενδυτών περνά το φίλτρο των τραπεζών

Όρος για χρηματοδότηση ή η εξασφάλιση με σταθερά έσοδα από μονάδες ΑΠΕ ή η υψηλή ίδια συμμετοχή, σύμφωνα με τραπεζικά στελέχη

Μπαταρίες αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας ©123rf

Το πρώτο μεγάλο crash test για τη χρηματοδότηση μονάδων αποθήκευσης θα λάβει σύντομα χώρα στα… γκισέ των τραπεζών, καθώς το επόμενο «κύμα» αυτόνομων μπαταριών που θα εγκατασταθεί στη χώρα θα προέλθει από την πρόσκληση του ΥΠΕΝ, μέσω της οποίας θα δρομολογηθούν έργα συνολικής ισχύος έως 4,7 GW.

Πρόκειται για μία εντελώς διαφορετική κατηγορία «πράσινων» επενδύσεων, από εκείνες που είχαν συνηθίσει έως τώρα να χρηματοδοτούν τα πιστωτικά ιδρύματα. Κι αυτό γιατί για πρώτη φορά καλούνται να δανειοδοτήσουν μαζικά μία νέα «πράσινη» τεχνολογία, για την οποία δεν υπάρχει καμία ουσιαστική ορατότητα στα μελλοντικά έσοδα.

Όπως σημειώνουν τραπεζικά στελέχη στο powergame, ο λόγος είναι πως οι μπαταρίες που θα υλοποιηθούν μέσω της πρόσκλησης δεν θα διαθέτουν κανενός είδους «κλειδωμένες» οικονομικές εισροές, δηλαδή πρόκειται για merchant έργα. Επομένως η βιωσιμότητά τους (και η αποπληρωμή των δανείων) θα εξαρτηθεί αποκλειστικά από τις συνθήκες που θα επικρατούν στις χονδρεμπορικές αγορές ηλεκτρικής ενέργειας τα επόμενα χρόνια.

Άλλο μοντέλο χρηματοδότησης για τις μπαταρίες

Αυτό σημαίνει πως οι δανειακές συμβάσεις δεν μπορούν να ακολουθήσουν το μοντέλο που ίσχυε στις ΑΠΕ με λειτουργική ενίσχυση, δηλαδή με εγγυημένο έσοδο. Μέχρι σήμερα, τα τραπεζικά ιδρύματα έχουν δανειοδοτήσει σχεδόν αποκλειστικά «πράσινα» έργα με εγγυημένο έσοδο, δηλαδή επενδύσεις στις οποίες μπορούσε να προβλεφθεί με αρκετά μεγάλη αξιοπιστία το cash flow που θα παράγεται για μία 20ετία.

Σε αυτά τα έργα, το δάνειο κάλυπτε συνήθως το 80% των κεφαλαιουχικών δαπανών και το υπόλοιπο 20% προερχόταν από ίδια κεφάλαια του επενδυτή. Ήταν ένα μοντέλο το οποίο λειτούργησε επί δεκαετίες και πάνω στο οποίο «χτίστηκε» η τραπεζική χρηματοδότηση των ΑΠΕ στην Ελλάδα.

Στην περίπτωση όμως των merchant μπαταριών της πρόσκλησης, οι τράπεζες καλούνται να αξιολογήσουν επενδύσεις χωρίς καμία διασφάλιση για το πώς θα εξελιχθούν τα έσοδά τους. Γι’ αυτό και στελέχη του τραπεζικού κλάδου σημειώνουν πως η παραδοσιακή αναλογία 80%-20% θα μπορούσε να διατηρηθεί μόνο υπό μία πολύ συγκεκριμένη προϋπόθεση.

Ο ρόλος των collateral

Η προϋπόθεση αυτή είναι ο επενδυτής να μπορεί να προσφέρει ως collateral σταθερά έσοδα από μονάδες ΑΠΕ με λειτουργική ενίσχυση, τις οποίες ήδη διαθέτει. Σε μία τέτοια περίπτωση, το ρίσκο του δανείου μειώνεται αισθητά, καθώς η τράπεζα αποκτά μεγαλύτερη επενδυτική ορατότητα.

Με αυτό τον τρόπο, ουσιαστικά οι ταμειακές ροές από φωτοβολταϊκά ή αιολικά πάρκα θα λειτουργούν σαν «γέφυρα ασφαλείας» για τη χρηματοδότηση μιας μπαταρίας. Επομένως, όσοι επενδυτές δραστηριοποιούνται ήδη στη χώρα μας, και έχουν εν λειτουργία χαρτοφυλάκιο ανανεώσιμων πηγών, μπορούν να αποκτήσουν σαφές πλεονέκτημα στη μάχη της δανειοδότησης.

Στον αντίποδα, για επενδυτές που δεν διαθέτουν αντίστοιχο χαρτοφυλάκιο έργων ή σταθερές εισροές, οι όροι χρηματοδότησης αναμένεται να είναι αισθητά πιο αυστηροί. Όπως επισημαίνουν τραπεζικές πηγές, σε αυτές τις περιπτώσεις οι τράπεζες θα πρέπει να επιμερίσουν το ρίσκο με τον παραγωγό.

Καλύτεροι όροι

Αυτό πρακτικά σημαίνει πως το δάνειο δεν θα μπορεί να ξεπερνά πιθανότατα το 50%-60% της συνολικής επένδυσης, με αποτέλεσμα η ίδια συμμετοχή να κινείται στο 40%-50%. Το ίδιο βέβαια θα ισχύει και στην περίπτωση που ο παραγωγός δεν θέλει να παράσχει εξασφαλίσεις μέσω των έργων που κατέχει.

Το ακριβές ποσοστό θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από το προφίλ του επενδυτή. Για παράδειγμα, εάν πρόκειται για έναν μεγάλο ενεργειακό Όμιλο, ο οποίος έχει ήδη ανοιχτές πιστωτικές γραμμές και μακροχρόνια συνεργασία με την τράπεζα, τότε η χρηματοδότηση μπορεί να είναι πιο «γενναιόδωρη».

Το γεγονός ότι μία τράπεζα έχει ήδη δανειοδοτήσει σειρά έργων ενός Ομίλου και γνωρίζει το ιστορικό του, δημιουργεί διαφορετικά δεδομένα αξιολόγησης. Αντίθετα, ένας μικρότερος «παίκτης», χωρίς ισχυρό ισολογισμό ή προηγούμενο track record, θα χρειαστεί να βάλει βαθύτερα το χέρι στην τσέπη.

Η αβεβαιότητα των εσόδων

Όσον αφορά την έλλειψη ορατότητας για τις οικονομικές εισροές, τα στελέχη των τραπεζών αναγνωρίζουν πως τουλάχιστον τα πρώτα χρόνια λειτουργίας των μπαταριών, οι οικονομικές επιδόσεις των μπαταριών αναμένεται να είναι ιδιαίτερα ισχυρές. Κι αυτό γιατί η μεγάλη διαφορά των χονδρεμπορικών τιμών ανάμεσα στις μεσημβρινές ώρες και τις βραδινές ώρες θα δημιουργεί σημαντικές ευκαιρίες arbitrage.

Οι μπαταρίες θα αποθηκεύουν φθηνή ηλεκτρική ενέργεια το μεσημέρι -όταν η παραγωγή των φωτοβολταϊκών «πλημμυρίζει» το σύστημα- και θα την πωλούν αργότερα, μετά τη δύση του ήλιου, όταν οι τιμές εκτοξεύονται.

Ωστόσο, κανείς δεν μπορεί να προβλέψει με ασφάλεια για πόσο χρονικό διάστημα αυτό το μοντέλο θα παραμένει τόσο αποδοτικό. Και εδώ ακριβώς εντοπίζεται ο βασικός προβληματισμός των τραπεζών.

Ο «κανιβαλισμός» και το φυσικό αέριο

Ο πρώτος λόγος είναι το φαινόμενο του «κανιβαλισμού». Όσο περισσότερες μπαταρίες εγκαθίστανται στο ηλεκτρικό σύστημα, τόσο περισσότερο περιορίζεται η διαφορά τιμών ανάμεσα στο μεσημέρι και το απόγευμα. Αυτό σημαίνει πως μειώνονται σταδιακά και τα περιθώρια κέρδους για κάθε νέα μονάδα αποθήκευσης.

Επομένως, οι ίδιες οι επενδύσεις ενδέχεται μεσοπρόθεσμα να συμπιέσουν τα έσοδα της αγοράς στην οποία βασίζουν τη βιωσιμότητά τους. Πρόκειται για μία εξίσωση που κανείς σήμερα δεν μπορεί να μοντελοποιήσει με ακρίβεια για ορίζοντα ακόμη και 10 ετών.

Ο δεύτερος παράγοντας αβεβαιότητας είναι ακόμη πιο δύσκολο να προβλεφθεί. Αφορά την πορεία των διεθνών τιμών φυσικού αερίου, οι οποίες εξαρτώνται άμεσα από γεωπολιτικές εξελίξεις. Η τιμή του φυσικού αερίου καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τις υψηλές χονδρεμπορικές τιμές που εμφανίζονται μετά τη δύση του ήλιου, όταν μηδενίζεται η παραγωγή των φωτοβολταϊκών.

Επομένως, εάν σε κάποια φάση οι διεθνείς αγορές κατακλυστούν από φθηνό αέριο και οι τιμές καταρρεύσουν, τότε οι απογευματινές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας θα κινηθούν χαμηλότερα. Σε ένα τέτοιο σενάριο, τα έσοδα των μπαταριών θα συρρικνωθούν αισθητά.

Ξεχωριστή αξιολόγηση

Οι τραπεζικές πηγές σημειώνουν πως κάθε έργο θα αποτελέσει ξεχωριστή περίπτωση αξιολόγησης, όταν ο επενδυτής προσέλθει για να «κλειδώσουν» οι όροι της σύμβασης χρηματοδότησης. Το ενδιαφέρον, πάντως, για την πρόσκληση του ΥΠΕΝ είναι τεράστιο. Αν και η πρόσκληση αφορά έργα έως 4,7 GW, το συνολικό χαρτοφυλάκιο αιτήσεων που διεκδικεί να υλοποιηθεί κινείται κοντά στα 11 GW.

Ωστόσο, το γεγονός ότι τα έργα αυτά εξασφάλισαν καταρχήν ένα «πράσινο φως» ως δυνητικά χρηματοδοτήσιμα, μέσω προεγκρίσεων δανείου, δεν σημαίνει πως θα λάβουν τελικά και χρηματοδότηση. Η πραγματική αξιολόγηση θα ξεκινήσει όταν οι επενδυτές εξασφαλίσουν ηλεκτρικό «χώρο» και προχωρήσουν στις οριστικές διαπραγματεύσεις με τις τράπεζες.

Όπως έχει γράψει το powergame, το ΥΠΕΝ επιχειρεί να επιταχύνει τη διαδικασία, ώστε να ξεκινήσουν όσο το δυνατόν γρηγορότερα οι πρώτες επενδύσεις αποθήκευσης. Σύμφωνα με τον σχεδιασμό, εξετάζεται να προηγηθεί η χορήγηση όρων σύνδεσης για τα έργα που προορίζονται για το δίκτυο διανομής, όπου προβλέπεται να εγκατασταθούν 900 MW, καθώς και για ένα μέρος των έργων στο σύστημα μεταφοράς, των οποίων τα κριτήρια αξιολόγησης είναι απολύτως ξεκάθαρα.

Με αυτό τον τρόπο, εκτιμάται ότι μπορούν να ξεκινήσουν άμεσα έργα συνολικής ισχύος περίπου 2 GW, με τις πρώτες λίστες κατάταξης να αναμένονται εντός Ιουνίου. Παράλληλα, για τις υπόλοιπες αιτήσεις στο σύστημα μεταφοράς -από τις οποίες θα προκριθούν έργα περίπου 2,7 GW- το ΥΠΕΝ θα προχωρήσει σε αποσαφήνιση του τρόπου εφαρμογής του κριτηρίου της απόστασης από υποσταθμούς και ΚΥΤ. Η διευκρίνιση αυτής της παραμέτρου θα ανοίξει τον δρόμο για την τελική κατάταξη και αυτών των έργων.