Πάσχα 2026: Σε τεντωμένο σχοινί οι ισορροπίες για την προμήθεια και τις τιμές στο αρνί

Τι θα γίνει με την αγορά του αρνιού ενόψει Πάσχα. Τι λέει ο γενικός διευθυντής της Ένωσης Σούπερ Μάρκετ Ελλάδας, Απόστολος Πεταλάς

Λεπτές οι ισορροπίες στο αρνί ενόψει Πάσχα ©pexels

Σε φάση αναμονής βρίσκεται η αγορά τροφίμων ενόψει Πάσχα, με τα σούπερ μάρκετ να εμφανίζονται καθησυχαστικά ως προς τις τιμές στα ράφια και την καταναλωτική συμπεριφορά, την ώρα που η αγορά του αρνιού συγκεντρώνει τις μεγαλύτερες ανησυχίες λόγω της ζωονόσου, των περιορισμών στις μετακινήσεις ζώων και των πιέσεων στην προσφορά.

Ο γενικός διευθυντής της Ένωσης Σούπερ Μάρκετ Ελλάδας, Απόστολος Πεταλάς, τονίζει ότι μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν φαινόμενα πανικού στα καταστήματα, ούτε εικόνα καταναλωτών που σπεύδουν να αποθηκεύσουν προϊόντα υπό το βάρος των διεθνών εξελίξεων μετά το ξέσπασμα του πολέμου στο Ιράν. Όπως σημειώνει, η ελληνική κοινωνία δεν έχει εκδηλώσει συμπεριφορά μαζικών αγορών και, τουλάχιστον έως τώρα, δεν έχουν καταγραφεί ενδείξεις που να παραπέμπουν σε αποθεματοποίηση ή σε αναστάτωση στην καθημερινή λειτουργία της αγοράς.

Στο μέτωπο των τιμών στα ράφια, όπως λέει ο ίδιος, η εικόνα παραμένει ελεγχόμενη, ιδιαίτερα στα τυποποιημένα προϊόντα. Σύμφωνα με τον κ. Πεταλά, ούτε οι βιομηχανίες ούτε οι εισαγωγικές επιχειρήσεις έχουν δώσει μέχρι στιγμής σήματα για σημαντικές ανατιμήσεις, γεγονός που επιτρέπει στην οργανωμένη λιανική να διατηρεί στάση συγκράτησης. Πιο ευμετάβλητη είναι η εικόνα στα νωπά προϊόντα και κυρίως στα οπωροκηπευτικά, όπου οι τιμές επηρεάζονται καθημερινά από το κόστος των καυσίμων, τις καιρικές συνθήκες, την προσφορά, τη ζήτηση και την εποχικότητα. Ακόμη και εκεί, πάντως, δεν έχουν εμφανιστεί έως τώρα έντονες ή ορατές ανατιμήσεις.

Η βασική προτεραιότητα του οργανωμένου λιανεμπορίου είναι αυτή την περίοδο η διασφάλιση της επάρκειας ενόψει της πασχαλινής ζήτησης, με τις προμήθειες να βρίσκονται σε πλήρη εξέλιξη. Ωστόσο, το πιο σύνθετο και αβέβαιο κομμάτι της αγοράς αφορά σαφώς το αρνί και το κατσίκι, καθώς εκεί οι παράγοντες πίεσης είναι περισσότεροι και αλληλοτροφοδοτούνται.

Ο κ. Πεταλάς αποσυνδέει τις ανησυχίες για το αρνί από το διεθνές περιβάλλον και τις συνδέει πρωτίστως με την επιδημία της ευλογιάς που έχει πλήξει την παραγωγή. Όπως εξηγεί, υπάρχει αβεβαιότητα ως προς τη διαμόρφωση των τιμών, καθώς παραγωγοί σε περιοχές που δεν επηρεάστηκαν ιδιαίτερα από τη ζωονόσο, όπως η Κρήτη και η Νάξος, δεν δεσμεύονται ακόμη σε τιμές, θεωρώντας ότι η συγκυρία τους δίνει περιθώριο να διεκδικήσουν καλύτερες απολαβές. Από την άλλη πλευρά, στις περιοχές που έχουν πληγεί εντονότερα, οι περιορισμοί που τίθενται από τις κτηνιατρικές υπηρεσίες και από την ίδια την αγορά περιπλέκουν ακόμη περισσότερο την εικόνα.

Φλωρίδης: Έλλειψη στο αρνί και ανοδικές πιέσεις στις τιμές ενόψει Πάσχα

Πιο απαισιόδοξη εμφανίζεται η εκτίμηση του προέδρου του ομίλου Vesta Foods – της μεγαλύτερης επιχείρησης κρέατος στην Ελλάδα – Χαράλαμπου Φλωρίδη, ο οποίος προβλέπει σημαντικές ελλείψεις στην αγορά του αρνιού ενόψει Πάσχα. Όπως αναφέρει, η μειωμένη διαθεσιμότητα συνδυάζεται με σοβαρά προβλήματα στη μεταφορά και μετακίνηση των ζώων από νομό σε νομό, δημιουργώντας ασφυξία στην αλυσίδα εφοδιασμού. Κατά τον ίδιο, το ζήτημα δεν περιορίζεται μόνο στον αριθμό των διαθέσιμων ζώων, αλλά επεκτείνεται και στη λειτουργική αδυναμία της αγοράς να εξυπηρετηθεί ομαλά, δεδομένου ότι σε αρκετές περιοχές υπάρχουν μόνο παλαιά δημοτικά σφαγεία, τα οποία δεν επαρκούν ούτε για τις ανάγκες των τοπικών αγορών ούτε για εξαγωγική δραστηριότητα.

Ο πρόεδρος της Vesta Foods θεωρεί ότι οι συνθήκες αυτές οδηγούν σχεδόν αναπόφευκτα σε ανοδικές πιέσεις στις τιμές. Στις δυσκολίες της εγχώριας παραγωγής προστίθεται, όπως σημειώνει, και το αυξημένο ενεργειακό κόστος, αλλά και η στάση γειτονικών χωρών, όπως η Ρουμανία και η Βόρεια Μακεδονία, που δυσχεραίνουν την προμήθεια προϊόντος, αξιοποιώντας τη συγκυρία προς όφελός τους. Παρά ταύτα, εκτιμά ότι τα νησιά, που έχουν επηρεαστεί λιγότερο από τη ζωονόσο, θα κινηθούν εμπορικά καλύτερα την πασχαλινή περίοδο.

Γίτσας: Δεν θα λείψει αρνί και κατσίκι το Πάσχα, αλλά απαιτούνται κανόνες και άμεσες λύσεις για την αγορά

Από διαφορετική οπτική προσεγγίζει το ζήτημα ο πρόεδρος της Ελληνικής Διεπαγγελματικής Οργάνωσης Κρέατος, Λευτέρης Γίτσας, ο οποίος θεωρεί ότι δεν θα υπάρξει ουσιαστική έλλειψη αρνιού και κατσικιού στην αγορά. Όπως επισημαίνει, οι απώλειες από την ευλογιά προσεγγίζουν τα 500.000 ζώα, όμως αυτή η απώλεια δεν αφορά αποκλειστικά την πασχαλινή αγορά, καθώς μεγάλο μέρος των ζώων αυτών προοριζόταν είτε για άλλες περιόδους κατανάλωσης, είτε για εξαγωγές. Κατά την εκτίμησή του, η πραγματική επίπτωση για το Πάσχα περιορίζεται περίπου στα μισά, δηλαδή σε περίπου 250.000 ζώα.

Ο ίδιος υποστηρίζει ότι το πρόβλημα δεν είναι τόσο η φυσική έλλειψη, όσο η στρέβλωση στην αγορά και το κλίμα υπερβολικής ανησυχίας που δημιουργείται. Σύμφωνα με τον κ. Γίτσα, οι τιμές παραγωγού δεν έχουν ξεφύγει, αλλά έχουν επιστρέψει σε πιο δίκαια επίπεδα σε σχέση με το παρελθόν, όταν ο κτηνοτρόφος πουλούσε κάτω από το κόστος. Εκτιμά ότι η τιμή παραγωγού για το αρνί και το κατσίκι θα κινηθεί περίπου στα 9 ευρώ το κιλό, κάτι που μεταφράζεται, υπό ομαλές συνθήκες, σε τελική τιμή για τον καταναλωτή της τάξης των 12 έως 13 ευρώ το κιλό.

Προειδοποιεί, ωστόσο, ότι η τελική τιμή μπορεί να εκτροχιαστεί σε σημεία της αγοράς όπου μεσολαβούν πολλά στάδια διακίνησης. Σε αυτές τις περιπτώσεις, κυρίως σε συνοικιακά ή περιφερειακά σημεία πώλησης, η τιμή μπορεί να ανέβει στα 15, 16 ή και 17 ευρώ το κιλό. Αντίθετα, αλυσίδες ή καταστήματα που προμηθεύονται από πρώτο ή δεύτερο χέρι μπορούν να συγκρατήσουν τις τιμές χαμηλότερα. Για τον λόγο αυτό, απευθύνει σύσταση στους καταναλωτές να κάνουν έρευνα αγοράς πριν από τις αγορές τους.

Πέρα από τις διαφορετικές εκτιμήσεις για την επάρκεια και την τελική τιμή, κοινός παρονομαστής στις τοποθετήσεις των εκπροσώπων της αγοράς είναι ότι το ζήτημα του αρνιού φέτος δεν αφορά μόνο τη ζήτηση του Πάσχα, αλλά και βαθύτερες δυσλειτουργίες στην παραγωγή, στη διακίνηση και στη διαχείριση των ζωονόσων. Ο Λευτέρης Γίτσας ζητεί από το κράτος να ξεκαθαρίσει άμεσα τους κανόνες για τις σφαγές και τη διάθεση του κρέατος στις πληγείσες περιοχές, κάνοντας λόγο για καθυστερήσεις στις αποζημιώσεις και για υπέρμετρη επιβάρυνση των παραγωγών. Παράλληλα, ασκεί συνολικότερη κριτική για την έλλειψη στρατηγικής στην ελληνική κτηνοτροφία, υποστηρίζοντας ότι η χώρα έχει αφήσει αναξιοποίητες σημαντικές δυνατότητες στην κρεοπαραγωγό προβατοτροφία.

Καϊμακάμης: Μία νέα και ιδιαίτερα κρίσιμη πραγματικότητα στην αγορά του αρνίσιου και πρόβειου κρέατος

Στην ίδια κατεύθυνση, ο δρ. γεωπονίας Ιωάννης Καϊμακάμης περιγράφει μέσω ανάρτησής του στο Linkedin, μια νέα και κρίσιμη πραγματικότητα στην αγορά του αρνίσιου και πρόβειου κρέατος, επισημαίνοντας ότι οι φετινές συνθήκες δεν διαμορφώνονται μόνο από τα εγχώρια προβλήματα, αλλά και από τις διεθνείς ανακατατάξεις στο εμπόριο. Όπως αναφέρει, το 2025 οι εισαγωγές ζώντων αρνιών από τη Ρουμανία προς την Ελλάδα κατέρρευσαν λόγω των ζωονόσων, την ίδια στιγμή όμως οι εισαγωγές ρουμανικού πρόβειου κρέατος, νωπού και κατεψυγμένου, εκτοξεύθηκαν κατά 238% σε σχέση με το 2024, φτάνοντας τους 6.573 τόνους και τα 52,7 εκατ. ευρώ.

Κατά τον ίδιο, αυτή η εξέλιξη εξηγείται από τη μετατόπιση των ρουμανικών εξαγωγών, καθώς η Ρουμανία έχασε σημαντικές αγορές στη Μέση Ανατολή, μεταξύ άλλων στη Σαουδική Αραβία και το Ιράν. Ως αποτέλεσμα, οι ροές αυτές κατευθύνθηκαν προς την Ευρώπη και ειδικότερα προς την Ελλάδα. Στο ήδη σύνθετο σκηνικό προστίθενται, σύμφωνα με τον κ. Καϊμακάμη, η κρίση στο Στενό του Ορμούζ, οι αναταράξεις στην Ερυθρά Θάλασσα, οι συνέπειες του πολέμου στην περιοχή, η επιδημία της πανώλης (PPR) που αναδιαμόρφωσε τις εξαγωγικές ροές της Ρουμανίας, αλλά και η ευλογιά που πιέζει την ελληνική κτηνοτροφία. Όλοι αυτοί οι παράγοντες, σε συνδυασμό με την αυξημένη εποχική ζήτηση, συγκλίνουν στη διαμόρφωση των φετινών τιμών.

Το τελικό συμπέρασμα που προκύπτει από τις τοποθετήσεις της αγοράς είναι ότι στα ράφια των σούπερ μάρκετ δεν διαφαίνεται, τουλάχιστον προς το παρόν, ένα γενικευμένο νέο κύμα ανατιμήσεων, ούτε παρατηρούνται φαινόμενα πανικού από τους καταναλωτές. Αντίθετα, η μεγαλύτερη αβεβαιότητα συγκεντρώνεται στο παραδοσιακό πασχαλινό τραπέζι και ειδικά στο αρνί, όπου η επάρκεια, η προέλευση και η τελική τιμή θα εξαρτηθούν από το πώς θα κινηθούν τις επόμενες εβδομάδες η παραγωγή, οι εισαγωγές, οι περιορισμοί διακίνησης και οι εμπορικές πρακτικές της αγοράς.