Οι επενδύσεις στην Ελλάδα βελτιώθηκαν την τελευταία εξαετία, αλλά υστερούν κατά 430 μονάδες βάσης από τον μέσο όρο της ΕΕ. Το επενδυτικό κενό ύψους 88,7 δισ. ευρώ, ωστόσο, που δημιουργήθηκε στα δύσκολα χρόνια της οικονομικής κρίσης, όπως αναφέρει η Eurobank στην εβδομαδιαία ανάλυσή της, δεν έχει καλυφθεί και για να συμβεί αυτό θα πρέπει οι επενδύσεις στη χώρα μας, όχι να φτάσουν τον μέσο όρο της ΕΕ, αλλά να τον ξεπεράσουν για αρκετά χρόνια.
Ειδικότερα, όπως αναφέρεται στην εβδομαδιαία ανάλυση της τράπεζας, «για να καλυφθεί η απώλεια του κεφαλαιουχικού εξοπλισμού της προηγούμενης δεκαετίας (–€88,7 δισ. σε τρέχουσες τιμές τη δωδεκαετία 2010-2021), το μερίδιο των επενδύσεων παγίων στο ΑΕΠ της ελληνικής οικονομίας θα πρέπει να ενισχυθεί περαιτέρω, ξεπερνώντας για κάποια χρόνια το αντίστοιχο της Ευρωζώνης».
Το 2025 οι επενδύσεις στη χώρα μας διαμορφώθηκαν στο 16,9%, όταν ο μέσος όρος της ΕΕ ήταν 21,2%. Οι επενδύσεις αυξήθηκαν σημαντικά στη χώρα μετά το 2019, όταν είχαν ανέλθει στο 11% του ΑΕΠ. Ωστόσο, η μεγαλύτερη συμβολή ήρθε από τις κατοικίες και τις κατασκευές σε ποσοστό 53%.
Συγκεκριμένα, την εξαετία 2020-2025, οι κατοικίες είχαν την υψηλότερη συνεισφορά με επενδύσεις ύψους 6,1 δισ. ευρώ (ποσοστό συμβολής 28,3%) σε σύνολο στην αύξηση των επενδύσεων παγίων κατά 21,6 δισ. ευρώ.
Ακολούθησαν:
- οι άλλες κατασκευές συνολικές επενδύσεις 5,3 με δισ. ευρώ (συμβολή 24,7%),
- ο μηχανολογικός εξοπλισμός και οπλικά συστήματα με 4,4 δισ. ευρώ (20,4%),
- τα άλλα προϊόντα (προϊόντα διανοητικής ιδιοκτησίας, όπως έρευνα και ανάπτυξη, λογισμικό και βάσεις δεδομένων, πνευματικά έργα, δικαιώματα εκμετάλλευσης κ.ά.) με 2,9 δισ. ευρώ (13,5%),
- ο μεταφορικός εξοπλισμός με 1,6 δισ. ευρώ (7,5%),
- ο εξοπλισμός τεχνολογίας πληροφορικής και επικοινωνίας με 1,3 δισ. ευρώ (5,9%) και τα αγροτικά προϊόντα με -0,2% (0,0 δισ. ευρώ).
Έτσι, σε σύνολο 21,6 δισ. ευρώ αύξησης των επενδύσεων από το 2019 και μετά, τα 11,4 δισ. ευρώ αποδίδονται στις κατασκευές και τις κατοικίες. Όλα τα μεγέθη αναφέρονται σε τρέχουσες τιμές.
Από την άλλη πλευρά, σύμφωνα με τους αναλυτές της Eurobank, ως ποσοστό του ονομαστικού ΑΕΠ, η αύξηση των επενδύσεων κατά 5,9 ποσοστιαίες μονάδες (π.μ.) την εξαετία 2020-2025 προήλθε κατά 38,1% (δηλαδή 2,3 π.μ.) από τις κατοικίες, κατά 24,4% (1,4 π.μ.) από τις άλλες κατασκευές και το υπόλοιπο 37,5% (2,2 π.μ.) απ’ όλους τους άλλους τους κλάδους επενδύσεων.
Για το 2025 το μείγμα των επενδύσεων είναι λίγο διαφορετικό από εκείνο της 6ετίας 2020-2025. Το 43% των επενδύσεων αφορούσαν κατοικίες και άλλες κατασκευές και το υπόλοιπο 57% των επενδύσεων σε πάγια όλες τις λοιπές κατηγορίες επενδύσεων. Συγκεκριμένα, οι κατασκευές απορρόφησαν 10,5 δισ. ευρώ ή το 24,9% σε σύνολο επενδύσεων 41,9 δισ. ευρώ. Οι κατοικίες απορρόφησαν 7,6 δισ. ευρώ ή το 18,2%.
Από την άλλη πλευρά, ο μηχανολογικός εξοπλισμός απορρόφησε το 23,8% (10,0 δισ. ευρώ), ο εξοπλισμός πληροφορικής & τηλεπικοινωνιών το 8,9% (3,7 δισ. ευρώ), ο μεταφορικός εξοπλισμός το 7,7% (3,2 δισ. ευρώ), τα λοιπά προϊόντα 16,5% (6,9 δισ. ευρώ).
Σύμφωνα με τους αναλυτές της Eurobank, η πρώτη φάση της ανάκαμψης των επενδύσεων παγίων της ελληνικής οικονομίας μετά την οικονομική κρίση του 2020 διακρίνεται από τη σημαντική συνεισφορά των κατοικιών, των άλλων κατασκευών (π.χ. έργα υποδομής) και του μηχανολογικού εξοπλισμού. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στη μελέτη, «εν μέρει αυτό ήταν αναμενόμενο, καθ’ ότι ο κλάδος των κατασκευών εν συνόλω υπέστη πολύ μεγάλες απώλειες κατά τη διάρκεια της κρίσης χρέους».

Παράλληλα, οι αναλυτές της Eurobank δικαιολογούν την ανάκαμψη των επενδύσεων σε μηχανολογικό εξοπλισμό με το «πάγωμα» των επενδύσεων στους νευραλγικούς τομείς των υποδομών και της εθνικής άμυνας την περασμένη δεκαετία. Το «πάγωμα» αυτό δημιούργησε ισχυρές ανάγκες για νέες επενδύσεις στην κατηγορία του μηχανολογικού εξοπλισμού και των οπλικών συστημάτων.
Στην έκθεση επίσης αναφέρεται ότι για πρώτη φορά μετά το 2009, κατά την τριετία 2022-2024, οι καθαρές επενδύσεις παγίων (επενδύσεις παγίων μείον τις αποσβέσεις) πέρασαν εκ νέου σε θετικό έδαφος, εξέλιξη που αντιστοιχεί σε σωρευτική διεύρυνση του κεφαλαιουχικού εξοπλισμού κατά 16,7 δισ. σε τρέχουσες τιμές. Τα μεγέθη αυτά, ωστόσο, απέχουν πολύ από το επενδυτικό κενό που έχει δημιουργηθεί όλα τα προηγούμενα έτη, μέχρι και το 2021, όταν οι αποσβέσεις μείωναν την αξία του πάγιου εξοπλισμού της χώρας.
Επίσης οι αναλυτές της Eurobank σημειώνουν ότι η ελληνική οικονομία δεν θα πρέπει να επιστρέψει σε ένα υπόδειγμα επενδύσεων παρόμοιο με αυτό που ακολουθούσε στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 2000. Τότε η κατηγορία των κατοικιών αποτελούσε το 43,7% του συνόλου των επενδύσεων παγίων (ή το 11,0% του ΑΕΠ, στοιχεία 2007).
Όπως αναφέρεται στην έκθεση, «η δημιουργία κεφαλαιουχικού εξοπλισμού -υλικού και άυλου- που θα στηρίζει την εξωστρέφεια, την ενσωμάτωση νέων τεχνολογιών και την καινοτομία δύναται να βελτιώσει τις μεσομακροπρόθεσμες προοπτικές της οικονομίας. Η πρόκληση πλέον», συνεχίζει, «δεν είναι μόνο η αύξηση του όγκου των επενδύσεων, αλλά και η βελτίωση της ποιότητας και του πολλαπλασιαστικού αποτυπώματός τους στην οικονομία, ώστε να στηρίξουν σε διατηρήσιμη βάση την παραγωγικότητα και τη μακροχρόνια ανάπτυξη».

Την τριετία 2022-2024 οι καθαρές επενδύσεις παγίων (επενδύσεις παγίων μείον τις αποσβέσεις) πέρασαν εκ νέου σε θετικό έδαφος για πρώτη φορά μετά το 2009, εξέλιξη που αντιστοιχεί σε σωρευτική διεύρυνση του κεφαλαιουχικού εξοπλισμού κατά 16,7 δισ. ευρώ σε τρέχουσες τιμές. Τα στοιχεία για το 2025 είναι προγραμματισμένο να δημοσιευτούν από την Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ) στις 24/4/2026 (τριμηνιαίοι χρηματοοικονομικοί λογαριασμοί θεσμικών τομέων για το δ’ τρίμηνο του 2025).