Φρενάρει ο τζίρος των επιχειρήσεων στην κορύφωση του Ταμείου Ανάκαμψης

Οι πωλήσεις των επιχειρήσεων επιβραδύνθηκαν το 2025, αφού το 2024 είχε σημειωθεί αύξηση 5,4% σε ονομαστικές τιμές ή 4,2% σε πραγματικές τιμές

Επιχειρηματικότητα © Freepik

Στα 386 δισ. ευρώ εκτίμησε η Εθνική Τράπεζα (ΕΤΕ) τις πωλήσεις του επιχειρηματικού τομέα στη χώρα μας το 2025. Σημείωσαν έτσι αύξηση κατά 3,7% σε ονομαστική βάση ή 2,6% σε πραγματική βάση σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά.

Παρά όμως την ανοδική πορεία, όπως παραδέχεται η ΕΤΕ στη σχετική της μελέτη, η σταδιακή βελτίωση της σχετικής θέσης του ελληνικού επιχειρείν στην Ευρώπη ανακόπηκε. Και αυτό συνέβη παρά το γεγονός ότι φέτος διανύουμε το τελευταίο έτος υλοποίησης του Ταμείου Ανάκαμψης. Ο ρυθμός αύξησης των πωλήσεων υποχώρησε μέσα στο 2025, αφού το 2024 είχε σημειωθεί αύξηση πωλήσεων κατά 5,4% σε ονομαστικές τιμές ή κατά 4,2% σε πραγματικές τιμές.

Το 2026, όπως αναφέρεται στην έκθεση, αναμένεται να είναι έτος περαιτέρω επιβράδυνσης των ρυθμών ανάπτυξης των πωλήσεων, με κεντρική εκτίμηση της τάξης του 1,0% σε αποπληθωρισμένους όρους. Ωστόσο όπως επισημαίνεται στην έκθεση της ΕΤΕ, η εκτίμηση αυτή ενέχει σημαντικό κίνδυνο αρνητικής αναθεώρησης καθώς παρατείνεται η κρίση στη Μέση Ανατολή. «Ενδεικτικά προς την κατεύθυνση αυτή είναι τα πρώτα στοιχεία του διμήνου του 2026 με σημάδια στασιμότητας πωλήσεων (σε αποπληθωρισμένους όρους), βάσει πορείας μεγάλων επιχειρήσεων», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Η μείωση του ρυθμού ανάπτυξης των ελληνικών επιχειρήσεων συνοδεύεται και από άλλη μια αρνητική παράμετρο. Το μερίδιο του ελληνικού επιχειρηματικού τομέα στην ευρωπαϊκή προστιθέμενη αξία έμεινε σταθερό στο επίπεδο του 2024 (1,06%), το οποίο παραμένει σταθερό και μέσα στο 2025. Όπως επισημαίνουν οι αναλυτές της έκθεσης, η δυναμική αυτή της τελευταίας 4ετίας οδήγησε στο ν’ ανακτηθεί μόλις το 10% των απωλειών, έναντι του προ κρίσης επιπέδου όπου η συμβολή των ελληνικών επιχειρήσεων στην ευρωπαϊκή ΑΠΑ ήταν 1,66% (μ.ο. για την περίοδο 2001-2009).

Οι κερδισμένοι και χαμένοι κλάδοι

Πάντως πέρυσι, όλοι ανεξαιρέτως οι σημαντικοί επιχειρηματικοί κλάδοι της χώρας σημείωσαν θετικό πρόσημο στις πωλήσεις τους. Εξαίρεση αποτέλεσε μόνον ο κλάδος της εστίασης που υποχώρησε πέρυσι τόσο σε ονομαστικές, όσο και σε πραγματικές τιμές. Ακόμη και ο κλάδος του λιανικού εμπορίου, που το 2024 είχε σημειώσει υποχώρηση, πέρυσι εμφάνισε θετικό πρόσημο.

Αναφορικά με την εστίαση, σύμφωνα με την ΕΤΕ, οι πωλήσεις σε αποπληθωρισμένους όρους πέρυσι σημείωσαν κάμψη 3%, έναντι αύξησης 4% που σημείωσε το 2024. Αντίθετα ο κλάδος με τη μεγαλύτερη αύξηση, παρά τη μείωση του ρυθμού πωλήσεων σε σχέση με το 2024, ήταν εκείνος των Τεχνολογιών Πληροφορικής & Επικοινωνιών (ΤΠΕ). Πέρυσι σημείωσε αύξηση 6% έναντι 8% που ήταν το 2024.

Ακολούθησε σε ρυθμό ανάπτυξης ο κατασκευαστικός τομέας, ο οποίος πέρυσι ανήλθε κατά 5% σημειώνοντας όμως θεαματική κάμψη του ρυθμού ανάπτυξης σε σχέση με το 2024, όπου ο ρυθμός είχε ανέλθει σε +14%. Τρίτος κατά σειρά κλάδος με βάση τον ρυθμό ανάπτυξης ήταν οι μεταφορές, ο οποίος το 2025 σημείωσε αύξηση κατά 4% (+6% το 2024) και ακολούθησε το λιανικό εμπόριο που σημείωσε τη θετική ανατροπή από -2% το 2024 σε +2% το 2025.

Αντίστοιχη πορεία είχαν και οι τομείς των ξενοδοχείων, της βιομηχανίας και των λοιπών υπηρεσιών. Συνέχισαν την ανάπτυξή τους μέσα στο 2025, αλλά με σημαντικά χαμηλότερους ρυθμούς σε σχέση με τα προηγούμενα έτη. Πάντως το ενθαρρυντικό είναι ότι στο β’ εξάμηνο του περασμένου έτους η ταχύτητα αύξησης των πωλήσεων ενισχύθηκε σε σχέση με το α’ εξάμηνο.

Ο ρόλος του κλάδου των ΤΠΕ

Η ΕΤΕ εστιάζει στην πορεία του κλάδου των ΤΠΕ καθώς τον θεωρεί ως έναν από τους βασικούς μοχλούς που μπορεί να επηρεάσει την ανάπτυξη και την παραγωγικότητα των επιχειρήσεων της χώρας. Οι αναλυτές της τράπεζας εκτιμούν ότι ο τομέας των επικοινωνιών είναι σχετικά επαρκώς ανεπτυγμένος, καθώς για το 2025 αντιστοιχεί στο 3,6% της Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας (ΑΠΑ) της χώρας, όταν στην ΕΕ είναι στο 4,3%.

Αντίθετα δεν είναι επαρκώς ανεπτυγμένος ο κλάδος της πληροφορικής, που πέρυσι συνέβαλε στο 2,8% της ΑΠΑ στη χώρα, ενώ στην ΕΕ είναι στο 6,2%. Προς την κατεύθυνση αυτή οι αναλυτές της ΕΤΕ θεωρούν ότι η υστέρηση αυτή αποδίδεται κυρίως στη χαμηλή ένταση επενδύσεων των επιχειρήσεων σε λογισμικό.

Η υστέρηση του ICT τομέα έναντι της Ευρώπης σε όρους προστιθέμενης αξίας αποτυπώνεται σε αντίστοιχη υστέρηση της τάξης του 30% στο απόθεμα παγίων ICT της ελληνικής οικονομίας (1,6% του συνόλου παγίων το 2025, έναντι 2,3% στην Ευρώπη). Ειδικότερα, η σύνθεση του αποθέματος ICT παγίων αποκαλύπτει ότι η άνω υστέρηση αφορά πάγια λογισμικού, αντανακλώντας τη χαμηλή συνεισφορά των ΙΤ υπηρεσιών σε όρους προστιθέμενης αξίας.

Ειδικότερα, η συνεισφορά του λογισμικού είναι σχεδόν στο 50% του ευρωπαϊκού μέσου όρου ή στο 0,7% του συνόλου παγίων, έναντι 1,5% αντίστοιχα στην ΕΕ. Στα λοιπά ICT πάγια υποδομών, όπως ο εξοπλισμός τηλεπικοινωνιών και πληροφορικής, είναι αντίστοιχα της Ευρώπης, περίπου στο 0,8% του συνόλου παγίων.

«Οι ψηφιακές επιδόσεις της χώρας επιβεβαιώνουν την εικόνα, με τη χρήση παραδοσιακών ψηφιακών εργαλείων (π.χ. CRM, BI) να υστερεί 30% έναντι της ΕΕ, φθάνοντας άνω του 50% σε σύγχρονα εργαλεία (π.χ. AI). Αντίθετα σε επίπεδο υποδομών η χώρα βρίσκεται κοντά στην ΕΕ (δίκτυο 5G) ή κλείνει γρήγορα το κενό (οπτικές ίνες)», αναφέρει χαρακτηριστικά η έκθεση της ΕΤΕ. Συστήνει δε να συνεχίσουν ή να ενταθούν οι επενδύσεις στο λογισμικό, με στόχο τη μείωση του κενού στην παραγωγικότητα της χώρας μας σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη.

Συγκεκριμένα οι αναλυτές της ΕΤΕ εκτιμούν ότι αν η χώρα τριπλασιάσει τις επενδύσεις στο λογισμικό μπορεί να κλείσει το 25% του κενού παραγωγικότητας της χώρας μας με την Ευρώπη. Όπως αναφέρουν, αν το μερίδιο του λογισμικού στο μείγμα του αποθέματος ΤΠΕ παγίων συγκλίνει το 2035 στον ευρωπαϊκό μέσο όρο και ανέλθει στο 65%, τότε:

i. Στο συντηρητικό σενάριο, η παραγωγικότητα εργασίας θα μπορούσε να αυξηθεί κατά περίπου 30%, μειώνοντας το κενό με την Ευρώπη από 55% σε 47% το 2035 και προσθέτοντας 12 δισ. ευρώ στην ελληνική οικονομία το 2035 (έναντι της τρέχουσας τάσης ψηφιοποίησης).

ii. Στο φιλόδοξο σενάριο, η παραγωγικότητα εργασίας μπορεί να αυξηθεί κατά περίπου 50%, μειώνοντας περαιτέρω το κενό με την Ευρώπη στο 41% το 2035 και προσθέτοντας 23 δισ. ευρώ στην ελληνική οικονομία το 2035. Κάτι τέτοιο απαιτεί επιτάχυνση επενδύσεων ICT κατά 40% έναντι της τρέχουσας τάσης, από €8 σε €11 δισ. ετησίως.

«Σε αυτό το πλαίσιο», καταλήγουν οι αναλυτές της τράπεζας, «καθώς η Ευρώπη υπολείπεται τεχνολογικά σε παγκόσμιο επίπεδο, για την Ελλάδα το φιλόδοξο σενάριο σύγκλισης με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο θα πρέπει να είναι ελάχιστος αναγκαίος στόχος ευρύτερης παραγωγικής σύγκλισης για την οικονομία».