ΙΟΒΕ: Οι δείκτες δείχνουν μείωση των ανισοτήτων αλλά 7 στους 10 δεν μπορούν να τα “βγάλουν πέρα”

Οι δείκτες «ανεβαίνουν» αλλά τα νοικοκυριά αντιμετωπίζουν ανασφάλεια, μειωμένες ευκαιρίες και δυσκολία πρόσβασης σε αγαθά και υπηρεσίες

Στιγμιότυπο από το κέντρο της Αθήνας © EUROKINISSI

Αν και οι βασικοί μακροοικονομικοί δείκτες έχουν βελτιωθεί και ο δείκτης εισοδηματικής ανισότητας Gini υποχώρησε από το 0,316 το 2015 στο 0,292 το 2025, η αίσθηση ότι οι κοινωνικές ανισότητες παραμένουν απροσπέλαστες εξακολουθεί να είναι έντονη στην Ελλάδα.

Ο λόγος είναι ότι η εικόνα της ανισότητας στην Ελλάδα είναι πιο σύνθετη από όσο δείχνουν οι κλασικοί δείκτες εισοδήματος. Η μελέτη του ΙΟΒΕ, με τίτλο «Οι πολλαπλές πτυχές της ανισότητας στην Ελλάδα», ξεκινά από ένα φαινομενικό παράδοξο: μετά την κρίση χρέους και την επιστροφή της οικονομίας σε τροχιά ανάπτυξης, ο συντελεστής Gini υποχώρησε οριακά, στο 0,316 για την Ελλάδα έναντι 0,292 στην Ε.Ε. Ωστόσο, η κοινωνική αίσθηση είναι πολύ βαρύτερη καθώς σχεδόν 7 στα 10 νοικοκυριά δηλώνουν ότι δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα.

Η μελέτη επισημαίνει ότι οι αντιλήψεις των πολιτών αποκαλύπτουν πίεση που δεν αποτυπώνεται πλήρως στους μέσους όρους. Μόλις 14% των Ελλήνων θεωρεί ότι στη χώρα υπάρχουν ίσες ευκαιρίες για πρόοδο, έναντι 47% στην Ε.Ε. Ακόμη χαμηλότερα, στο 12%, βρίσκεται το ποσοστό όσων πιστεύουν ότι οι άνθρωποι παίρνουν αυτό που τους αξίζει, έναντι 35% στην Ευρώπη. Την ίδια ώρα, 82% στην Ελλάδα θεωρεί ότι οι εισοδηματικές διαφορές είναι πολύ μεγάλες, ενώ 90% ζητεί κυβερνητικά μέτρα για τη μείωσή τους.

Η εισοδηματική ανισότητα παραμένει ισχυρή

Πίσω από τον μέσο όρο, οι άκρες της κατανομής δείχνουν πιο ανησυχητική εικόνα. Το ποσοστό σχετικής φτώχειας φθάνει το 20%, ενώ το μερίδιο εισοδήματος του πλουσιότερου 1% των νοικοκυριών ανέρχεται σε 9,8%. Ο δείκτης S80/S20, δηλαδή η αναλογία εισοδήματος του πλουσιότερου 20% προς το φτωχότερο 20%, διαμορφώνεται στο 5,17. Η ανισότητα είναι ιδιαίτερα έντονη στα εισοδήματα από αυτοαπασχόληση, όπου ο Gini φθάνει το 0,478, έναντι 0,349 για τη μισθωτή εργασία, 0,380 για τις συντάξεις και 0,405 για τις παροχές.

Περιορισμένη η αναδιανεμητική δύναμη των κοινωνικών παροχών

Η κοινωνική προστασία κατευθύνεται περισσότερο προς τα χαμηλά εισοδήματα, αλλά η αναδιανεμητική της δύναμη παραμένει αδύναμη. Στο κατώτερο τεταρτημόριο, οι παροχές αντιστοιχούν στο 76% του ακαθάριστου εισοδήματος, έναντι 41% στο δεύτερο, 32% στο τρίτο και 25% στο ανώτερο τεταρτημόριο. Παρ’ όλα αυτά, η επίδραση των κοινωνικών παροχών στον Gini είναι μόλις 2-3 μονάδες, από τις χαμηλότερες στην Ε.Ε., ενώ η αντίστοιχη επίδραση των συντάξεων έχει υποχωρήσει από περίπου 24 μονάδες το 2014 σε 16,8 το 2025.

Η αγορά εργασίας εξακολουθεί να παράγει ανισότητες

Στην αγορά εργασίας, η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει το υψηλότερο ποσοστό αυτοαπασχόλησης στην Ε.Ε.: 24,3% του εργατικού δυναμικού, έναντι 12,9% στην Ευρώπη. Η παραοικονομία έχει μειωθεί, με το χάσμα ΦΠΑ να υποχωρεί από 24% το 2019 σε 11% το 2023, αλλά παραμένει υψηλή. Η ανεργία έχει πέσει από το 25% το 2015 στο 9% το 2025, όμως η μακροχρόνια ανεργία εξακολουθεί να υπερβαίνει το 50% των ανέργων. Παράλληλα, η κάλυψη συλλογικών διαπραγματεύσεων βρίσκεται κάτω από 30%, πολύ μακριά από τον ευρωπαϊκό στόχο του 80%.

Η εκπαίδευση δεν αρκεί για κοινωνική κινητικότητα

Η διεύρυνση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και η αυξημένη συμμετοχή των γυναικών έχουν μειώσει κάποιες ανισότητες, όχι όμως τη διαγενεακή απόσταση. Σύμφωνα με τη μελέτη, η πιθανότητα ένα παιδί από το κατώτερο 50% να περάσει στο ανώτερο 25% της κατανομής το 2023 είναι μόλις 11,97% στην Ελλάδα. Παράλληλα, η εξάρτηση από ιδιωτικά μαθήματα για τις εθνικές εξετάσεις και το γεγονός ότι πάνω από τους μισούς φοιτητές υπερβαίνουν την επίσημη διάρκεια σπουδών αναπαράγουν νέες ανισότητες.

Το εισόδημα καθορίζει την πρόσβαση στην υγεία

Η Ελλάδα εμφανίζει χαμηλή δημόσια και υψηλή ιδιωτική δαπάνη υγείας. Το 2023, η δημόσια δαπάνη υγείας αντιστοιχεί σε 5,1% του ΑΕΠ, έναντι 8% στην Ε.Ε., ενώ η ιδιωτική δαπάνη φθάνει το 3,3%, έναντι 1,9% στην Ευρώπη. Στο κατώτερο εισοδηματικό τεταρτημόριο, 32% δηλώνει ανεκπλήρωτες ανάγκες υγειονομικής περίθαλψης, έναντι 10% στο ανώτερο. Στη μακροχρόνια φροντίδα, η δημόσια δαπάνη είναι μόλις 0,2% του ΑΕΠ, ενώ οι σοβαρές δυσκολίες προσωπικής φροντίδας φθάνουν το 38% στα δύο χαμηλότερα πεμπτημόρια.

Μείζον πρόβλημα η στέγαση

Η στέγαση αναδεικνύεται σε κρίσιμο πεδίο κοινωνικής πίεσης. Το 83% των νοικοκυριών κάτω από τη γραμμή σχετικής φτώχειας στην Ελλάδα αντιμετωπίζει υπέρμετρο κόστος στέγασης, έναντι 29% στην Ε.Ε. Ακόμη και πάνω από τη γραμμή φτώχειας, το ποσοστό είναι 13% στην Ελλάδα, έναντι 4% στην Ευρώπη. Παράλληλα, 36% των φτωχότερων νοικοκυριών δηλώνει ότι δεν μπορεί να θερμάνει επαρκώς το σπίτι του, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τα νοικοκυριά πάνω από τη γραμμή φτώχειας είναι 14%.

Η ανάπτυξη δεν μειώνει αυτόματα τις ανισότητες

Συμπερασματικά, το βασικό μήνυμα από τη μελέτη του ΙΟΒΕ είναι ότι η μείωση του Gini δείχνει πραγματική, αλλά άνιση πρόοδο. Η αύξηση της απασχόλησης και των μισθών ωφέλησε κυρίως τα εργαζόμενα νοικοκυριά, ενώ όσοι εξαρτώνται από κοινωνικές μεταβιβάσεις έμειναν πίσω. Οι ανισότητες στην Ελλάδα δεν είναι μόνο εισοδηματικές· περνούν μέσα από την εργασία, την εκπαίδευση, την υγεία, τη φροντίδα και κυρίως τη στέγη.