Την δυσάρεστη διαπίστωση ότι η παραγωγικότητα στην Ελλάδα έμεινε στα επίπεδα που ήταν το 2000, ανέδειξε η χθεσινή παρουσίαση του ΣΕΒ και του ΙΟΒΕ.
Μάλιστα όπως ανέφερε ο πρόεδρος του Συνδέσμου Επιχειρήσεων & Βιομηχανιών Σπύρος Θεοδωρόπουλος, η παραγωγικότητα του μέσου Έλληνα εργαζόμενου το 2024 ήταν σε πραγματικές τιμές 3% χαμηλότερη από την παραγωγικότητα του μέσου Έλληνα εργαζόμενου του 2000.
Βεβαίως η παραγωγικότητα στη χώρα μας δεν έμεινε στάσιμη. Σε απόλυτες τιμές, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο επικεφαλής του ΙΟΒΕ, Νίκος Βέττας, η παραγωγικότητα που συνίσταται στην ετήσια Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία (ΑΠΑ) ανά εργαζόμενο μεταβλήθηκε από τις 35.000 ευρώ το 2000, στις 42.000 ευρώ το 2008 για να φτάσει ξανά στις 34.000 ευρώ το 2024. Τα ποσά είναι εκφρασμένα σε σταθερές τιμές του 2020.
Συγκριτικά με την Ενωμένη Ευρώπη, η παραγωγικότητα κινήθηκε από το 67% του μέσου όρου της Ε.Ε. που ήταν το 2000, στο 73% οκτώ χρόνια αργότερα, για να μειωθεί στη συνέχεια (2016) και να φτάσει στο 58%. Σήμερα (2024) είναι ακόμη χαμηλότερη και στο 54%.
Με άλλα λόγια τη οκταετία 2000-2008 συγκλίναμε με την Ευρώπη και στη συνέχεια συνεχώς αποκλίνουμε.
Η απόκλιση αυτή συμβαίνει τόσο επειδή μειώνεται η παραγωγικότητά μας, αλλά κι επειδή οι άλλοι αυξάνουν σταθερά την παραγωγικότητά τους (αν και με μικρότερους ρυθμούς απ’ ότι στο παρελθόν). Ο μέσος όρος της παραγωγικότητας στην Ε.Ε. των 27 κινήθηκε από 52.000 ευρώ που ήταν ετησίως ανά εργαζόμενο το 2000, στις 57.000 ευρώ το 2008, έφτασε στις 60.000 ευρώ το 2016 και στις 62.000 ευρώ το 2024.

Και όπως παρατήρησε ο πρόεδρος το ΣΕΒ Σπύρος Θεοδωρόπουλος, η Ελλάδα χάνει σε παραγωγικότητα σε σχέση με την Ευρώπη, η οποία επίσης υποχωρεί σε παραγωγικότητα σε σχέση με τις ΗΠΑ και την Κίνα. Πρόσθεσε ακόμη ότι αμφισβητεί το κατά πόσο θα μπορέσει η Ευρώπη να διατηρήσει το σημερινό επίπεδο ζωής με την πορεία που έχει λάβει η παραγωγικότητα της.
Χαμηλή παραγωγικότητα = χαμηλοί μισθοί
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε το ΙΟΒΕ η χαμηλή παραγωγικότητα είναι εκείνη που καθοδηγεί τους μισθούς. Μάλιστα η πορεία του μέσου μισθού στη χώρα μας είναι ταυτόσημη με την πορεία της παραγωγικότητας.
Κατά την πρώτη 8ετία της περιόδου 2000-2024, η παραγωγικότητα ανά απασχολούμενο αυξανόταν κατά μέσο όρο 5,4% και αντίστοιχα αυξάνονταν ο μέσος μισθός κατά 5,7%. Στην δεύτερη 8ετία της περιόδου (2008-2016) η παραγωγικότητα υποχωρούσε κατά μέσο όρο ετησίως κατά 3,4% και ο μέσος μισθός υποχωρούσε κατά 3,9% κάθε χρονιά. Τέλος την τρίτη 8ετία της περιόδου η παραγωγικότητα αυξάνονταν ετησίως κατά 1,9% και οι μισθοί κατά 1,5%.

Πάντως ο πρόεδρος του ΣΕΒ διαχώρισε ποιοτικά τις τρεις περιόδους μεταξύ τους. Όπως είπε οι περίοδοι δεν είναι συγκρίσιμες μεταξύ τους γιατί, όπως εξήγησε, την περίοδο του 2000-2008 η ελληνική οικονομία δανειζότανε, ενώ σήμερα αποπληρώνει δάνεια. «Η αύξηση του δανεισμού με εκείνους τους τρελούς ρυθμούς, ανέβαζε το ΑΕΠ, την παραγωγικότητα, τους μισθούς και όλα», είπε χαρακτηριστικά. «Πάρτε το παράδειγμα από ένα νοικοκυριό», πρόσθσε. «Αλλοιώς καταναλώνει όταν λαμβάνει ένα δάνειο, κι αλλοιώς όταν αποπληρώνει ένα δάνειο».
Ωστόσο επέμενε ότι οι μισθοί είναι άμεσα συνδεδεμένοι με την παραγωγικότητα και ότι αν θέλουμε ν’ αυξήσουμε τους μισθούς πρέπει ν’ αυξηθεί η παραγωγικότητα. Πρόσθεσε ακόμη ότι σήμερα υπάρχουν κλάδοι που προσφέρουν μέσους μισθούς 4.000 ευρώ (μικτά) ετησίως και 3.200 ευρώ, όταν ο μέσος μισθός είναι στα 1.500 ευρώ. Δεν κατονόμασε τους κλάδους αλλά είπε ότι είναι οι κλάδοι με τη μεγαλύτερη παραγωγικότητα.
Οι παραγωγικοί και αντιπαραγωγικοί κλάδοι
Σύμφωνα με τη μελέτη, ο κλάδος με την χαμηλότερη παραγωγικότητα είναι ο «Αγροτικός». Η ετήσια ακαθάριστη προστιθέμενη αξία ανά απασχολούμενο ανέρχεται σε 17,5 χιλ. ευρώ ετησίως ή στο 44% του μέσου όρου της εγχώριας παραγωγικότητας. Ακολουθεί ο κλάδος της «Εστίασης & Φιλοξενίας» όπου η ΑΠΑ ανά απασχολούμενο φτάνει τις 20,4 χιλ. ευρώ ή στο 51% της παραγωγικότητας της χώρας.
Σημειώνεται ότι η εγχώρια παραγωγικότητα ανέρχεται σε 39,6 χιλ. ευρώ ανά εργαζόμενο (=100) και κάτω από το όριο αυτό βρίσκονται 9 κλάδοι της ταξινόμησης κατά NACE επιχειρήσεων, ενώ οι υπόλοιποι πέντε βρίσκονται πάνω από τον μέσο όρο. Συγκεκριμένα κάτω από το μέσο όρο της χώρας, εκτός από τους προαναφερόμενους δύο κλάδους, είναι οι κλάδοι:
• των «Κατασκευών», με 22.900 ευρώ ΑΠΑ/απασχολούμενο που αντιστοιχεί στο 58% της παραγωγικότητας της χώρας
• του «Χονδρικού & Λιανικού Εμπορίου», 25.200 ευρώ – 64%
• της «Εκπαίδευσης», 25.200 ευρώ – 64%
• των «Επαγγελματικών Δραστηριοτήτων», 26.800 ευρώ – 68%
• των «Λοιπών Υπηρεσιών», 28.000 ευρώ – 71%
• της «Υγείας & Κοινωνικής Εργασίας», 28.700 ευρώ – 72%
• των «Διοικητικών & Υποστηρικτών Δραστηριοτήτων», 29.100 ευρώ -74%.
Στον αντίποδα, οι πιο παραγωγικοί κλάδοι είναι:
• της «Δημόσιας Διοίκησης & Άμυνας», με ΑΠΑ/απασχολούμενο 44.600 ευρώ που αντιστοιχεί στο 112% της μέσης εγχώριας παραγωγικότητας
• των «Μεταφορών & Αποθήκευσης», 48.000 ευρώ – 121%
• της «Πληροφορικής & Τηλεπικοινωνιών», 59.700 ευρώ – 151%
• της Βιομηχανίας, 62.900 ευρώ – 159%
• και τέλος ο πιο παραγωγικός κλάδος της χώρας μας είναι ο «Χρηματοοικονομικός» με ΑΠΑ ανά απασχολούμενο 157.300 ευρώ που είναι τετραπλάσια της εγχώριας παραγωγικότητας (397%).

Ο χρηματοοικονομικός κλάδος, είναι ο μόνος κλάδος της ελληνικής οικονομίας που εμφανίζει επιδόσεις παραγωγικότητας αντίστοιχες με εκείνες που καταγράφονται από τις χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις της Ενωμένης Ευρώπης. Οι λοιποί 13 κλάδοι της ελληνικής οικονομίας υστερούν σε παραγωγικότητα συγκρινόμενοι με τους αντίστοιχους κλάδους της Ε.Ε. Μάλιστα σε τέσσερις από αυτούς η παραγωγικότητα αποκλίνει τόσο που κατατάσσει τη χώρα στην 26η και 27η θέση της Ε.Ε.
Οι κλάδοι με την χαμηλότερη παραγωγικότητα, συγκρινόμενοι με την μέση παραγωγικότητα του αντίστοιχου κλάδου σε ενωσιακό επίπεδο είναι των ελεύθερων επαγγελματιών («Επαγγελματικές Δραστηριότητες») και του «Χονδρικού & Λιανικού Εμπορίου». Η παραγωγικότητα τους φτάνει στο 34% και 42% αντίστοιχα στην παραγωγικότητα των δύο ίδιων κλάδων σε ενωσιακό επίπεδο.
Οι επιδόσεις αυτές κατατάσσουν και τους δύο κλάδους στην 27η θέση της Ε.Ε. Επίσης, πολύ χαμηλή παραγωγικότητα παρουσιάζουν και οι κλάδοι των «Κατασκευών» και της «Εστίασης & Καταλυμάτων», η παραγωγικότητα των οποίων φέρνει τη χώρα στην 26η θέση.
Οι καλύτερες επιδόσεις παραγωγικότητας συγκριτικά με την Ε.Ε. των 27, φέρουν οι εγχώριοι κλάδοι των «Χρηματοπιστωτικών» και της «Βιομηχανίας». Η παραγωγικότητα που σημειώνεται εκεί, μας κατατάσσει στην 14η θέση, ενώ όλοι οι άλλοι κλάδοι βρίσκονται μεταξύ 14ης και 27ης θέσης. Μάλιστα το ΙΟΒΕ και το ΣΕΒ, σηκώνουν «κόκκινα» σημαιάκια στους τέσσερις κλάδους που η παραγωγικότητα μας φέρνει στην 26η και 27η θέση της Ε.Ε.

