Η οικονομική πίεση που αντιμετωπίζουν εκατοντάδες ιδιωτικά σχολεία και κολέγια στις Ηνωμένες Πολιτείες δημιουργεί ένα νέο πεδίο ευκαιριών για επενδυτές και πανεπιστήμια με ισχυρή οικονομική βάση. Η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ εξετάζει την επιτάχυνση των διαδικασιών συγχωνεύσεων, σε μια περίοδο όπου ο εκπαιδευτικός κλάδος βρίσκεται αντιμέτωπος με πρωτοφανείς προκλήσεις.
Τα ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια (private equity funds) φαίνεται να αποκτούν μια νέα ευκαιρία εισόδου στον χώρο της αμερικανικής εκπαίδευσης, καθώς η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ προωθεί αλλαγές που θα μπορούσαν να καταστήσουν ευκολότερες και ταχύτερες τις συγχωνεύσεις και εξαγορές κολεγίων και πανεπιστημίων, αναφέρουν ειδικοί του χώρου της εκπαίδευσης στο Bloomberg.
Σύμφωνα με τον Νίκολας Κεντ, τον ανώτατο ομοσπονδιακό αξιωματούχο που είναι αρμόδιος για την εποπτεία της ανώτατης εκπαίδευσης στις Ηνωμένες Πολιτείες, το αμερικανικό υπουργείο Παιδείας σχεδιάζει μέσα στον επόμενο χρόνο να απλοποιήσει και να επιταχύνει τη διαδικασία αξιολόγησης των συμφωνιών συγχωνεύσεων και εξαγορών.
Ο ίδιος εκτιμά ότι οι αλλαγές αυτές θα μπορούσαν να ανοίξουν τον δρόμο σε διαχειριστές εναλλακτικών επενδυτικών κεφαλαίων, οι οποίοι μέχρι σήμερα θεωρούσαν σχεδόν αδύνατη την απόκτηση εκπαιδευτικών ιδρυμάτων εξαιτίας των αυστηρών κανονιστικών περιορισμών.
Όπως σημειώνει, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση δεν σκοπεύει να δώσει προνομιακή μεταχείριση στα ιδιωτικά κεφάλαια, ωστόσο δεν επιθυμεί πλέον να λειτουργεί αποτρεπτικά απέναντι στις επενδύσεις που θα μπορούσαν να συμβάλουν στη διάσωση προβληματικών ιδρυμάτων.
Η μεταβολή αυτή αναμένεται να ωφελήσει εκατοντάδες κολέγια που βρίσκονται σε δύσκολη οικονομική θέση και αναζητούν εναλλακτικές λύσεις προκειμένου να εξασφαλίσουν τη βιωσιμότητά τους.
Σχολεία και κολέγια: Η οικονομική κρίση στην εκπαίδευση βαθαίνει
Τα στοιχεία της συμβουλευτικής εταιρείας Huron σκιαγραφούν μια ιδιαίτερα ανησυχητική εικόνα για τον αμερικανικό εκπαιδευτικό τομέα. Σύμφωνα με σχετική έκθεση, 442 ιδιωτικά κολέγια βρίσκονται αντιμέτωπα είτε με τον κίνδυνο παύσης λειτουργίας είτε με σοβαρή οικονομική επιδείνωση.
Ο αριθμός αυτός αντιστοιχεί σε περισσότερο από το ένα τέταρτο των ιδιωτικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων της χώρας, γεγονός που αποκαλύπτει το μέγεθος της κρίσης.
Τα κολέγια καλούνται να διαχειριστούν ταυτόχρονα πολλαπλές πιέσεις. Η μείωση των εγγραφών νέων φοιτητών, οι περικοπές στην ομοσπονδιακή χρηματοδότηση και η αύξηση του λειτουργικού κόστους έχουν επιβαρύνει σημαντικά τους προϋπολογισμούς τους.
Σε πολλές περιπτώσεις, η οικονομική κατάσταση έχει φτάσει σε οριακό σημείο, με αποτέλεσμα οι συγχωνεύσεις και οι εξαγορές να αποτελούν πλέον μια συνηθισμένη στρατηγική εξόδου από την κρίση.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Huron, περισσότερες από 50 συμφωνίες συγχώνευσης ή εξαγοράς έχουν ανακοινωθεί από το 2020 μέχρι σήμερα, αριθμός που αναμένεται να αυξηθεί τα επόμενα χρόνια.
Ο δικηγόρος Τζόναθαν Χέλγουινκ, ο οποίος είχε υπηρετήσει στην πρώτη κυβέρνηση Τραμπ και εξειδικεύεται σε θέματα ανώτατης εκπαίδευσης, υποστηρίζει ότι το ενδιαφέρον των private equity funds για τον κλάδο υπήρχε ανέκαθεν. Ωστόσο, οι κανόνες που είχαν θεσπιστεί από το υπουργείο Παιδείας καθιστούσαν ουσιαστικά αδύνατη την κατοχή ενός κολεγίου από επενδυτικά κεφάλαια.
Τα μεγάλα πανεπιστήμια εκμεταλλεύονται τις ευκαιρίες
Δεν είναι όμως μόνο τα ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια που επιδιώκουν να αποκτήσουν παρουσία στον χώρο της εκπαίδευσης.
Μεγάλα και οικονομικά ισχυρά πανεπιστήμια αξιοποιούν την κατάσταση για να επεκτείνουν το αποτύπωμά τους και να αποκτήσουν πολύτιμα περιουσιακά στοιχεία.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το Northeastern University της Βοστώνης, το οποίο τα τελευταία χρόνια έχει υιοθετήσει μια ιδιαίτερα επιθετική στρατηγική εξαγορών.
Η εξαγορά του Mills College στο Όκλαντ της Καλιφόρνιας προσέθεσε περίπου 700 εκατομμύρια δολάρια σε περιουσιακά στοιχεία, ενώ η επικείμενη ολοκλήρωση της συμφωνίας για την απόκτηση του Marymount Manhattan College στη Νέα Υόρκη αναμένεται να ενισχύσει περαιτέρω τη θέση του.
Παράγοντες της αγοράς εκτιμούν ότι τα ισχυρά πανεπιστήμια βλέπουν στην παρούσα συγκυρία μια σπάνια ευκαιρία να αποκτήσουν όχι μόνο φοιτητές και ακαδημαϊκά προγράμματα, αλλά και ακίνητα υψηλής αξίας σε στρατηγικές τοποθεσίες.
Ο ιδρυτής της Higher Ed Consolidation Solutions, Μπράιαν Γουάινμπλατ, περιγράφει την κατάσταση λέγοντας ότι τα οικονομικά υγιή ιδρύματα λειτουργούν σαν «καρχαρίες που μυρίζονται αίμα στο νερό», καθώς εντοπίζουν συνεχώς νέες ευκαιρίες εξαγοράς.
Παράλληλα, ωστόσο, εκφράζονται ανησυχίες ότι ορισμένοι επενδυτές ενδέχεται να επιχειρήσουν να εκμεταλλευτούν μια περίοδο κρίσης για να αποκομίσουν υπερβολικά κέρδη εις βάρος της ακαδημαϊκής κοινότητας.

Μαθητής ©pixabay
Σχολεία, συγχωνεύσεις και η ανάγκη επιτάχυνσης των διαδικασιών
Ένα από τα βασικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα ιδρύματα είναι η μεγάλη διάρκεια των εγκριτικών διαδικασιών.
Η περίπτωση του Marymount Manhattan College θεωρείται χαρακτηριστική. Παρότι η εξαγορά του από το Northeastern University ανακοινώθηκε πριν από περισσότερα από δύο χρόνια, η τελική έγκριση αναμένεται μόλις τώρα.
Σύμφωνα με τον Νίκολας Κεντ, η υφιστάμενη διαδικασία έχει καταστεί υπερβολικά περίπλοκη και χρονοβόρα, γεγονός που δυσκολεύει σημαντικά τη σύναψη στρατηγικών συνεργασιών.
Ο πρόεδρος του Northeastern University, Τζόζεφ Αούν, υποστηρίζει στο Bloomberg ότι οι μεγάλες καθυστερήσεις προκαλούν ανασφάλεια σε φοιτητές, οικογένειες, καθηγητές και διοικητικό προσωπικό. Όπως επισημαίνει, η περίοδος μετάβασης αποτελεί πάντοτε μια περίοδο αβεβαιότητας και γι’ αυτό οι διαδικασίες πρέπει να ολοκληρώνονται όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Για αρκετά κολέγια, η πολυετής αναμονή μπορεί να αποδειχθεί καταστροφική.
Το Notre Dame College στο Οχάιο, το οποίο δεν σχετίζεται με το ομώνυμο και διάσημο πανεπιστήμιο της Ιντιάνα, βρισκόταν επί χρόνια σε κατάσταση οικονομικής αιμορραγίας. Αν και είχε ξεκινήσει συνομιλίες συγχώνευσης με το Cleveland State University, αναγκάστηκε τελικά να ανακοινώσει το κλείσιμό του πριν προλάβει να ολοκληρωθεί η διαδικασία.
Ανάλογη ήταν και η περίπτωση του Bluffton University, το οποίο είχε καταλήξει σε συμφωνία με το University of Findlay. Παρά τις αρχικές προσδοκίες, η συγχώνευση εγκαταλείφθηκε περίπου έναν χρόνο αργότερα.
Η πρώην πρόεδρος του Bluffton, Τζέιν Γουντ, εκτιμά ότι υπήρχαν πολλοί λόγοι που οδήγησαν στην αποτυχία της συμφωνίας, ωστόσο αναγνωρίζει ότι οι ομοσπονδιακές διαδικασίες έγκρισης αποτέλεσαν σημαντικό παράγοντα.
Η Νέα Αγγλία στο επίκεντρο των λουκέτων σε σχολεία
Η κρίση αποτυπώνεται με ιδιαίτερη ένταση στην περιοχή της Νέας Αγγλίας, όπου έχουν καταγραφεί αρκετά λουκέτα τα τελευταία χρόνια.
Μόνο μέσα στο τρέχον έτος, το Anna Maria College στη Μασαχουσέτη και το Sterling College στο Βερμόντ διέκοψαν τη λειτουργία τους. Παράλληλα, το Hampshire College ανακοίνωσε ότι θα κλείσει μετά το τέλος του ακαδημαϊκού έτους 2026.
Ο πρόεδρος της Επιτροπής Ανώτατης Εκπαίδευσης της Νέας Αγγλίας, Λάρι Σαλ, επισημαίνει ότι σχεδόν κάθε ίδρυμα που καταλήγει στο κλείσιμο είχε προηγουμένως εξετάσει το ενδεχόμενο εξεύρεσης στρατηγικού εταίρου.
Ωστόσο, όταν ένα κολέγιο διαθέτει περιορισμένα ταμειακά διαθέσιμα και μπορεί να καλύψει τις λειτουργικές του ανάγκες μόνο για λίγες εβδομάδες, είναι πρακτικά αδύνατο να περιμένει χρόνια μέχρι να ολοκληρωθούν οι απαιτούμενες εγκρίσεις.
Ο ίδιος τονίζει ότι τα περισσότερα διοικητικά συμβούλια αντιλαμβάνονται τις συγχωνεύσεις ως πιθανή λύση διάσωσης, όμως η ταχύτητα με την οποία εξελίσσεται η οικονομική κρίση συχνά υπερβαίνει τον ρυθμό των θεσμικών διαδικασιών.
Το μέλλον της ανώτατης εκπαίδευσης στις ΗΠΑ
Παρά τη βούληση της κυβέρνησης να επιταχύνει τις διαδικασίες, οι αρμόδιοι αξιωματούχοι ξεκαθαρίζουν ότι η ομοσπονδιακή διοίκηση δεν σκοπεύει να λειτουργήσει ως μηχανισμός διάσωσης για κάθε προβληματικό ίδρυμα.
Ο Νίκολας Κεντ υποστηρίζει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν περίπου 6.000 ιδρύματα ανώτατης εκπαίδευσης και ότι δεν είναι ρεαλιστικό να θεωρείται δεδομένο πως όλα θα επιβιώσουν μέχρι το τέλος της δεκαετίας.
Παράλληλα, η πρώην σύμβουλος του υπουργείου Παιδείας επί κυβέρνησης Τζο Μπάιντεν, Κλερ ΜακΚαν, επισημαίνει ότι οι αυστηρότεροι κανόνες είχαν σχεδιαστεί με στόχο την προστασία φοιτητών, εργαζομένων και τοπικών κοινωνιών από πιθανές αρνητικές συνέπειες αλλαγών στην ιδιοκτησία εκπαιδευτικών ιδρυμάτων.
Η ίδια θεωρεί ότι οι μεγάλες καθυστερήσεις δεν οφείλονται αποκλειστικά στη γραφειοκρατία, αλλά και στην έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού που θα μπορούσε να εξετάζει ταχύτερα τις σχετικές αιτήσεις.
Σε κάθε περίπτωση, η αμερικανική ανώτατη εκπαίδευση εισέρχεται σε μια περίοδο βαθιών ανακατατάξεων. Η πίεση στα οικονομικά των ιδρυμάτων, η συρρίκνωση των εγγραφών και η αυξανόμενη παρουσία επενδυτικών κεφαλαίων δημιουργούν ένα νέο τοπίο, στο οποίο οι συγχωνεύσεις και οι εξαγορές αναμένεται να διαδραματίσουν ολοένα σημαντικότερο ρόλο. Το ερώτημα που παραμένει ανοιχτό είναι κατά πόσο οι αλλαγές αυτές θα συμβάλουν στη διάσωση των σχολείων και των κολεγίων ή αν θα επιταχύνουν μια διαδικασία συγκέντρωσης που θα αλλάξει ριζικά τον χάρτη της αμερικανικής εκπαίδευσης.
Στην Ελλάδα συνεχίζεται ο χορός εξαγορών στον χώρο των ιδιωτικών σχολείων
Στην Ελλάδα, πάντως, συνεχίζεται ο χορός των συνεργασιών και εξαγορών στον χώρο της ιδιωτικής εκπαίδευσης που σημειώθηκε το προηγούμενο χρονικό διάστημα με την είσοδο μεγάλων διεθνών funds σε γνωστά σχολεία της Αττικής, και το οποίο αλλάζει τον χάρτη της ιδιωτικής Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης.
«Μετράμε αντίστροφα», όπως έλεγε χαρακτηριστικά στο powergame.gr στέλεχος της ιδιωτικής εκπαίδευσης, καθώς άμεσα αναμένεται η ανακοίνωση της εξαγοράς ιδιωτικού σχολείου της Αττικής από ξένο Ομιλο που πρόσφατα προχώρησε στην εξαγορά δύο μεγάλων ιδιωτικών σχολείων της Αθήνας.
Είναι εξάλλου ενδεικτικό της τάσης που επικρατεί στον χώρο της ιδιωτικής παιδείας το γεγονός ότι εκπαιδευτικοί Ομιλοι που ήδη έχουν πάρει «στα χέρια τους» ιδιωτικά σχολεία, βρίσκονται κοντά σε συμφωνίες για την εξαγορά και άλλων. Οι συμφωνίες αυτές «κλείνουν» η μία μετά την άλλη, αποτυπώνοντας το ισχυρό επενδυτικό ενδιαφέρον για τον χώρο της ιδιωτικής Πρωτοβάθμιας και ∆ευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης.
