Πώς οι φετινοί καύσωνες “έκαψαν” την οικονομία της Ευρώπης

Η κλιματική αλλαγή επιφέρει ήδη βαρύ πλήγμα εκατοντάδων δισεκατομμυρίων ευρώ στην ευρωπαϊκή οικονομία, και απειλεί καίριους οικονομικούς πυλώνες

Καύσωνας στη Μ. Βρετανία © EPA/NEIL HALL

Οι σαρωτικοί καύσωνες του φετινού καλοκαιριού διέλυσαν την ψευδαίσθηση ότι η κλιματική αλλαγή αφορά το μακρινό μέλλον, αποδεικνύοντας έμπρακτα πως οι καταστροφικές και πολυδάπανες οικονομικές συνέπειες πλήττουν ήδη δραστικά το ευρωπαϊκό επιχειρηματικό και παραγωγικό οικοσύστημα.

Σύμφωνα με δημοσίευμα του Reuters, oι θερμοκρασίες ρεκόρ και οι παρατεταμένες ξηρασίες, επιδεινούμενες από την υπερθέρμανση του πλανήτη, διαταράσσουν συστημικά την παραγωγή ενέργειας, την εφοδιαστική αλυσίδα και τα συστήματα δημόσιας υγείας. Παράλληλα, η φετινή περίοδος δασικών πυρκαγιών οδεύει προς το να καταγραφεί ως η μεγαλύτερη στην ευρωπαϊκή ιστορία. Οικονομολόγοι και ακαδημαϊκοί εκτιμούν ότι το συνολικό πλήγμα στην οικονομία της περιοχής ανέρχεται ήδη σε εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ, προειδοποιώντας ωστόσο ότι το κόστος αναμένεται να αυξηθεί ταχύτερα από την άνοδο της θερμοκρασίας.

Η Ευρώπη υφίσταται τις ταχύτερες κλιματικές μεταβολές παγκοσμίως. Οι ζημιές επιβαρύνουν τα δημόσια οικονομικά, προκαλούν έντονες πληθωριστικές πιέσεις, αναδιαρθρώνουν τον τουριστικό χάρτη και επιβάλλουν στο μπλοκ την αναθεώρηση του ενεργειακού σχεδιασμού.

«Αυτό που κάνει το 2026 ιδιαίτερα ανησυχητικό από οικονομική άποψη είναι ότι υπάρχουν πολλαπλά επεισόδια ακραίων φαινομένων», υπογράμμισε η οικονομολόγος του Πανεπιστημίου του Mannheim, Sehrish Usman στο Reuters. «Πάρτε για παράδειγμα τους καύσωνες, τις ξηρασίες, τις πυρκαγιές… αυτά τα γεγονότα λαμβάνουν χώρα ταυτόχρονα και κυρίως στις ίδιες περιοχές, πολλαπλασιάζοντας τον αντίκτυπό τους», προσέθεσε, αναφερόμενη στην ακραία ζέστη του Ιουλίου.

Οικονομικές zημιές ρεκόρ σε κρίσιμους κλάδους

Οι οικονομολόγοι τονίζουν ότι οι συνέπειες από τις θερμοκρασίες ρεκόρ του Ιουνίου και του Ιουλίου θα καταρρίψουν κάθε προηγούμενο αρνητικό όριο, πλήττοντας στρατηγικούς τομείς

Αρχικά η ναυσιπλοΐα στους ποταμούς Ρήνο και Δούναβη –κρίσιμες αρτηρίες εμπορευματικών μεταφορών– έχει περιοριστεί αυστηρά εξαιτίας της χαμηλής στάθμης των υδάτων. Ταυτόχρονα, περισσότερες από μισή ντουζίνα πυρηνικές γεννήτριες διέκοψαν ή μείωσαν την παραγωγή τους λόγω προβλημάτων στα συστήματα ψύξης. Αντίστοιχα, οι εκτιμήσεις για τις γεωργικές αποδόσεις κατακρημνίζονται. Καλλιέργειες που συγκομίζονται αργά, όπως ο αραβόσιτος και ο ηλίανθος, καταγράφουν ήδη απώλεια 6-7% από τον Ιούλιο. Παράλληλα στο τομέα της Δημόσια Υγεία & Παραγωγικότητας η ζέστη συμπιέζει την εργασιακή παραγωγικότητα και αυξάνει τη θνησιμότητα, με τη Γερμανία μόνο να καταγράφει πάνω από 10.000 θανάτους σχετιζόμενους με τον καύσωνα.

Παράλληλα, το αυξανόμενο κόστος για την ad hoc αντιμετώπιση κρίσεων (πυρόσβεση, ενεργειακοί περιορισμοί) στραγγαλίζει τους κρατικούς προϋπολογισμούς. Η ING υπολογίζει ότι τα προβλήματα κυκλοφορίας αποκλειστικά στον Ρήνο θα κοστίσουν στη Γερμανία 0,3 ποσοστιαίες μονάδες από το φετινό ΑΕΠ της. Αντίστοιχα, η ουγγρική MBH Bank εκτιμά πλήγμα 0,1 ποσοστιαίων μονάδων στο ΑΕΠ για κάθε εβδομάδα αδράνειας της μεγαλύτερης πυρηνικής γεννήτριας της χώρας.

Η Allianz προβλέπει ότι ο καύσωνας δύο εβδομάδων του Ιουνίου θα συρρικνώσει αυτόνομα το ευρωπαϊκό ΑΕΠ κατά 0,3 ποσοστιαίες μονάδες. Έως το 2030, η κλιματική αλλαγή αναμένεται να αφαιρέσει 5-7% από την ανάπτυξη των πλέον εκτεθειμένων οικονομιών, όπως η Ισπανία, η Γαλλία και η Ιταλία.

«Ο συνολικός λογαριασμός για φέτος θα είναι πολύ μεγαλύτερος», ξεκαθάρισε ο Hazem Krichene, οικονομολόγος στην Allianz. «Αυτό το νούμερο δεν συνυπολογίζει τις πυρκαγιές, τις ξηρασίες, τα διάφορα πλημμυρικά φαινόμενα ή το αναμενόμενο Ελ Νίνιο».

Με την ανάπτυξη της ευρωζώνης να τοποθετείται μόλις στο 1% φέτος, οι επιπτώσεις θεωρούνται δομικές. Η S. Usman προειδοποιεί ότι η πλήρης έκταση της οικονομικής ζημιάς θα φανεί μεσοπρόθεσμα: «Θα περίμενε κανείς η ζημιά να είναι μεγαλύτερη τη χρονιά που συμβαίνει ένα ακραίο γεγονός και στη συνέχεια να ξεθωριάζει, αλλά εμείς διαπιστώνουμε το αντίθετο. Ο οικονομικός αντίκτυπος αυξάνεται τα επόμενα χρόνια, επειδή τα ακραία καιρικά φαινόμενα πυροδοτούν μια αλυσίδα αργών οικονομικών συνεπειών».

Χάρτης που απεικονίζει τις περιοχές με μέγιστη θερμοκρασία άνω των 35 βαθών για την περίοδο 1 Ιουνίου - 18 Ιουλίου © Ευρωπαϊκή Επιτροπή

Χάρτης που απεικονίζει τις περιοχές με μέγιστη θερμοκρασία άνω των 35 βαθών για την περίοδο 1 Ιουνίου – 18 Ιουλίου © Ευρωπαϊκή Επιτροπή

Τουρισμός, πληθωρισμός και πιέσεις στην ΕΚΤ

Οι χώρες της Νότιας Ευρώπης δέχονται τις ισχυρότερες πιέσεις, απειλούμενες με μείωση τουριστικών εσόδων και εξωτερική μετανάστευση. «Μπορείτε να φανταστείτε τουρίστες να κάνουν πορεία στη νότια Ιταλία ή την Ισπανία στους 45 βαθμούς; Εγώ όχι. Οπότε, νομίζω ότι η φύση του τουρισμού θα αλλάξει», σημείωσε ο οικονομολόγος της ING, Carsten Brzeski, προβλέποντας μετατόπιση των καλοκαιρινών παραθεριστών προς τον βορρά.

Ο Νότος υφίσταται εντονότερα τις ανατιμήσεις στα τρόφιμα, δυσχεραίνοντας το έργο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. «Βλέπετε μεγαλύτερες επιδράσεις των ακραίων θερμοκρασιών στις τιμές των τροφίμων σε μέρη που είναι ήδη πιο ζεστά», δήλωσε ο Maximilian Kotz, ερευνητής στο Υπερυπολογιστικό Κέντρο της Βαρκελώνης. Μόνο το 2022, η ακραία ζέστη αύξησε τον πληθωρισμό στην ευρωζώνη κατά 0,34 ποσοστιαίες μονάδες λόγω της ανόδου των τιμών στα τρόφιμα. Επιπροσθέτως, η διαταραχή των ποτάμιων μεταφορών προκαλεί ελλείψεις καυσίμων, διευρύνοντας τις περιφερειακές τιμολογιακές ανισότητες.

«Οι δημοσιονομικές συνέπειες πέφτουν πιο βαριά στις οικονομίες που είναι λιγότερο ικανές να τις απορροφήσουν», αναφέρει έκθεση της Allianz. Λόγω των προοδευτικών φορολογικών συστημάτων, οι ετήσιες απώλειες κρατικών εσόδων εξαιτίας της μειωμένης παραγωγής εκτιμώνται στο 1,8% για τη Γαλλία και στο 1,3% για την Ιταλία και την Ισπανία.

Παράλληλα, τα εταιρικά περιθώρια κέρδους συμπιέζονται, μειώνοντας τις επενδύσεις, ενώ τα κρατικά έξοδα εκτοξεύονται λόγω άμεσων παρεμβάσεων και αναγκαίων έργων θωράκισης. «Μια βασική ανησυχία είναι ότι οι χώρες εξακολουθούν να βασίζονται πάρα πολύ στην ad hoc αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών, η οποία είναι τόσο δαπανηρή όσο και συχνά αρκετά αναποτελεσματική», ανέφερε η Heather Grabbe, ανώτερη ερευνήτρια του Bruegel.

Ο C. Brzeski (ING) υπογραμμίζει τον συστημικό κίνδυνο για τα ήδη υψηλά επίπεδα χρέους (κυρίως σε Γαλλία και Ιταλία) ενόψει των αναγκαίων επενδύσεων σε άμυνα και πράσινη μετάβαση: «Με έναν τόσο μακρύ κατάλογο αναγκών για δαπάνες, η τάση θα είναι προς υψηλότερο δημόσιο χρέος. Αυτό θα σημαίνει στη συνέχεια πίεση στην ΕΚΤ να παρέμβει και να κάνει περισσότερη ποσοτική χαλάρωση, εάν υπάρξει ένα ξαφνικό ξεπούλημα στις αγορές ομολόγων».