ΟΠΕΚΕΠΕ: Εισαγγελική πρόταση ενοχής για Μελά και Ρέππα και αναβάθμιση κατηγορίας

Ο εισαγγελέας προτείνει την ενοχή των Δημήτρη Μελά και Αθανασίας Ρέππα για την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ και ζητά αναβάθμιση της κατηγορίας για κακούργημα

Δικαστική αίθουσα ©Eurokinissi

Ο εισαγγελέας της έδρας του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κ. Αναστάσιος Παναγάκος, εισηγήθηκε την ενοχή του πρώην προέδρου του Οργανισμού και υποψήφιου ευρωβουλευτή της ΝΔ, Δημήτρη Μελά, καθώς και της πρώην διευθύντριας Άμεσων Ενισχύσεων, Αγοράς και Τεχνικών Έργων, Αθανασίας Ρέππα, για την υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ. Και οι δύο αντιμετωπίζουν πλημμεληματικές διώξεις για συναυτουργία σε κατά συρροήν υπόθαλψη εγκληματία, καθώς και για κατ’ εξακολούθηση παράβαση καθήκοντος.

Αναφορικά με το αδίκημα της από κοινού υπεξαγωγής εγγράφων, ο εισαγγελικός λειτουργός πρότεινε να παραπεμφθεί η δικογραφία στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών. Όπως υποστήριξε, οι κατηγορούμενοι κράτησαν την έκθεση της Τυχεροπούλου κρυφή από τη Δικαιοσύνη, με αποκλειστικό σκοπό να συγκαλύψουν την απόπειρα ορισμένων παραγωγών να εξαπατήσουν τον ΟΠΕΚΕΠΕ για να αποσπάσουν επιδοτήσεις που ξεπερνούσαν το ποσό των 120.000 ευρώ.

Κατά τη διάρκεια της αγόρευσής του, ο εισαγγελέας εξέτασε σε βάθος τόσο τις νομικές διαστάσεις όσο και τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης. Συγκεκριμένα, παρουσίασε με κάθε λεπτομέρεια την πορεία των ελεγκτικών διαδικασιών που άρχισαν να διενεργούνται το 2020 στον Οργανισμό, με επίκεντρο τις ενισχύσεις που προέρχονταν από το εθνικό απόθεμα.

Σύμφωνα με τον εισαγγελέα, από την αποδεικτική διαδικασία προέκυψε ότι ο τότε πρόεδρος του ΟΠΕΚΕΠΕ, Γρηγόρης Βάρρας, ο οποίος είχε τοποθετηθεί στη θέση του τον Νοέμβριο του 2019, διαπιστώνοντας ενδείξεις εκτεταμένων παρατυπιών στις δηλώσεις βοσκοτόπων και ζωικού κεφαλαίου, συγκρότησε αρχικά επιτροπή ελέγχου για 99 παραγωγούς και στη συνέχεια έδωσε εντολή για περαιτέρω ελέγχους σε επιπλέον ομάδες παραγωγών.

Όπως ανέφερε ο εισαγγελέας, στόχος του κ. Βάρρα ήταν να αποτραπεί η καταβολή ενισχύσεων σε περιπτώσεις όπου υπήρχαν ενδείξεις απάτης πριν από τις πληρωμές του εθνικού αποθέματος του 2020. Στο πλαίσιο αυτό, ανέθεσε στην υπάλληλο Παρασκευή Τυχεροπούλου τη διενέργεια συμπληρωματικών ελέγχων, δίνοντάς της τη δυνατότητα να καταχωρίσει τα σχετικά έγγραφα στο πληροφοριακό σύστημα του Οργανισμού.

Οι αιχμές κατά της Ρέππα

Ιδιαίτερα επικριτικός εμφανίστηκε ο εισαγγελέας απέναντι στην Αθανασία Ρέππα, σημειώνοντας ότι, ενώ γνώριζε ήδη από το 2019 την υπέρμετρη αύξηση των δηλωθέντων αιγοπροβάτων και είχε εισηγηθεί δειγματοληπτικούς ελέγχους, δεν ενημέρωσε εγκαίρως τη διοίκηση για το εύρος του προβλήματος.

«Δεν απαντά στο κρίσιμο ερώτημα αν είχε διαπιστώσει ότι κατά τα έτη 2017-2019 παραγωγοί δήλωναν ως ιδιωτικά βοσκοτόπια εκτάσεις που στο παρελθόν εμφανίζονταν ως δημόσιες», ανέφερε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι η σιωπή της είτε αποδεικνύει πως δεν είχε αντιληφθεί το φαινόμενο είτε ότι, κατά παράβαση των καθηκόντων της, δεν ενημέρωσε ποτέ τη διοίκηση ούτε εισηγήθηκε σχετικούς ελέγχους.

Ο εισαγγελέας αναφέρθηκε επίσης στο έγγραφο με το οποίο η κ. Ρέππα ζήτησε διευκρινίσεις από τον τότε πρόεδρο για το εύρος των ελέγχων, εκτιμώντας ότι η ενέργεια αυτή ήταν προσχηματική.

«Τεχνηέντως και εμμέσως αρνήθηκε να εκτελέσει την εντολή Βάρρα ζητώντας διευκρινίσεις. Ο χρόνος της απάντησής της συμπίπτει με την ημέρα που ζητήθηκε η παραίτηση του κ. Βάρρα. Γνωρίζοντας ότι επρόκειτο να αποχωρήσει, ευελπιστούσε ότι δεν θα προλάβαινε να της επαναλάβει την εντολή για εξονυχιστικούς ελέγχους», ανέφερε χαρακτηριστικά ο εισαγγελικός λειτουργός.

Οι αναφορές στον Δημήτρη Μελά

Κατά τον εισαγγελέα, ο Δημήτρης Μελάς είχε ενημερωθεί για την εξέλιξη των τεχνικών ελέγχων και επικοινωνούσε επανειλημμένα με στελέχη του Οργανισμού ζητώντας να πληροφορηθεί τα αποτελέσματά τους.

Παράλληλα, μετά την αποχώρηση του κ. Βάρρα, απέστειλε έγγραφα ζητώντας διευκρινίσεις για τα κριτήρια επιλογής των παραγωγών προς έλεγχο, ενώ ο πρώην πρόεδρος του απάντησε ότι όλα τα σχετικά στοιχεία είχαν ήδη τεθεί υπόψη του και τον ενημέρωσε ότι ολοκληρώνονταν επιπλέον έλεγχοι σε ακόμη 26 και 27 παραγωγούς.

“Η έκθεση έπρεπε να σταλεί στον εισαγγελέα”

Κεντρικό σημείο της εισαγγελικής πρότασης αποτέλεσε η διαχείριση της έκθεσης της Παρασκευής Τυχεροπούλου, η οποία παραδόθηκε τον Νοέμβριο του 2020.

Σύμφωνα με τον εισαγγελέα, για 26 παραγωγούς διαπιστώνονταν σοβαρές ενδείξεις απόπειρας εξαπάτησης του ΟΠΕΚΕΠΕ και προτεινόταν ο αποκλεισμός τους από τις πληρωμές του εθνικού αποθέματος, ενώ για ακόμη 15 παραγωγούς το προσχέδιο ελέγχου κατέληγε ότι δεν κατείχαν πραγματικά τα δηλωθέντα βοσκοτόπια.

Όπως υποστήριξε, αντί οι αρμόδιες υπηρεσίες να διαβιβάσουν άμεσα την υπόθεση στη Νομική Υπηρεσία και στις εισαγγελικές αρχές, η κυρία Ρέππα απέστειλε έγγραφο προς τη νέα διοίκηση, χαρακτηρίζοντας την έκθεση της κ. Τυχεροπούλου ελλιπή και αντίθετη στο θεσμικό πλαίσιο του Οργανισμού.

Ο εισαγγελέας διερωτήθηκε γιατί οι δύο κατηγορούμενοι δεν ζήτησαν από την ελέγκτρια να συμπληρώσει την έκθεσή της ή να πραγματοποιηθούν άμεσα νέοι έλεγχοι με την τυπική διαδικασία, εφόσον θεωρούσαν ότι υπήρχαν διαδικαστικές ελλείψεις.

«Αυτό θα ήταν η αναμενόμενη υπηρεσιακή συμπεριφορά», ανέφερε, επισημαίνοντας ότι ούτε ο Δημήτρης Μελάς ζήτησε συμπληρωματικές πληροφορίες ούτε η Αθανασία Ρέππα εισηγήθηκε την άμεση επανάληψη των ελέγχων.

“Οι έλεγχοι της Τυχεροπούλου ήταν καθ’ όλα νόμιμοι”

Απαντώντας στους ισχυρισμούς περί παρανομίας των ελέγχων, ο εισαγγελέας ήταν κατηγορηματικός.

«Οι έλεγχοι της κυρίας Τυχεροπούλου ήταν καθ’ όλα νόμιμοι», τόνισε, επισημαίνοντας ότι η ελέγκτρια ενεργούσε κατόπιν ειδικής εντολής του τότε προέδρου του ΟΠΕΚΕΠΕ.

«Θα ψέξουμε μία υπάλληλο που έφερε στην επιφάνεια προβλήματα απάτης, ακόμη και αν εργαζόταν απογεύματα από το σπίτι της; Εγώ δεν το καταλαβαίνω αυτό», ανέφερε χαρακτηριστικά.

“Όφειλαν να ενημερώσουν άμεσα τη Νομική Υπηρεσία”

Ο εισαγγελέας υπογράμμισε ότι οι εσωτερικές οδηγίες του ΟΠΕΚΕΠΕ προέβλεπαν ρητά πως όταν προκύπτουν ενδείξεις απάτης, οι αρμόδιες διευθύνσεις οφείλουν να ενημερώνουν άμεσα τη Νομική Υπηρεσία, προκειμένου να κριθεί η διαβίβαση της υπόθεσης στις εισαγγελικές αρχές.

Κατά την εκτίμησή του, οι δύο κατηγορούμενοι παρέλειψαν να ακολουθήσουν την προβλεπόμενη διαδικασία, παρά το γεγονός ότι ήδη πριν από την έκθεση της κυρίας Τυχεροπούλου υπήρχαν υπηρεσιακά έγγραφα και καταγγελίες που ανέφεραν εκτεταμένες απόπειρες εξαπάτησης του Οργανισμού.

«Από όλα τα στοιχεία προκύπτει ότι γνώριζαν πως υπήρχε μεγάλη έκταση απάτης στο εθνικό απόθεμα του 2020. Επέδειξαν συμπεριφορά που δεν ταιριάζει στο επαγγελματικό τους προφίλ και η εξήγηση της αμέλειας δεν μπορεί να γίνει δεκτή», κατέληξε ο εισαγγελέας, προτείνοντας την ενοχή και των δύο κατηγορουμένων για τις δύο πλημμεληματικές κατηγορίες και την αναβάθμιση της κατηγορίας της υπεξαγωγής σε κακούργημα.

Αύριο θα συνεχιστεί η δίκη και δεν αποκλείεται να εκδοθεί και η απόφαση του δικαστηρίου.