Λίγες ημέρες απομένουν για την υπογραφή της σύμβασης μεταξύ του υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών και της κοινοπραξίας ΜΕΤΚΑ – Δομική Κρήτης, η οποία αναλαμβάνει την κατασκευή των τριών νέων ανισόπεδων κόμβων στην περιοχή του Σκαραμαγκά και την ολοκλήρωση της Δυτικής Περιφερειακής Λεωφόρου Αιγάλεω. Το έργο, προϋπολογισμού 40,8 εκατ. ευρώ με ΦΠΑ, αποτελεί μία από τις σημαντικότερες οδικές παρεμβάσεις που προωθούνται στη Δυτική Αττική, καθώς φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει ένα από τα μεγαλύτερα σημεία κυκλοφοριακής συμφόρησης του λεκανοπεδίου, από το οποίο διέρχονται καθημερινά περίπου 100.000 οχήματα, εκ των οποίων σχεδόν 20.000 είναι βαρέα φορτηγά.
Η σύμβαση βρέθηκε στο επίκεντρο της συνεδρίασης της Επιτροπής Παραγωγής και Εμπορίου της Βουλής, όπου, πέρα από τα σημαντικά κυκλοφοριακά και οικονομικά οφέλη που αναμένεται να προκύψουν από την υλοποίησή της, δεν έλειψε και η πολιτική αντιπαράθεση γύρω από τους λόγους που οδήγησαν στην προώθηση του έργου.
Τα οφέλη για το κυκλοφοριακό
Παρουσιάζοντας τη σύμβαση, ο υπουργός Υποδομών και Μεταφορών, Χρίστος Δήμας, χαρακτήρισε το έργο στρατηγικής σημασίας τόσο για τη Δυτική Αττική όσο και για το σύνολο του λεκανοπεδίου, επισημαίνοντας ότι έρχεται να αντιμετωπίσει μια εκκρεμότητα που παρέμενε άλυτη για περισσότερα από είκοσι χρόνια.
Όπως ανέφερε, από την περιοχή του Σκαραμαγκά διέρχονται καθημερινά περίπου 100.000 οχήματα, εκ των οποίων σχεδόν 20.000 είναι βαρέα φορτηγά, γεγονός που προκαλεί σοβαρές καθυστερήσεις, αυξάνει το κόστος μεταφορών και επιβαρύνει τη λειτουργία της εφοδιαστικής αλυσίδας και της οικονομικής δραστηριότητας.
Με βάση τις κυκλοφοριακές μελέτες, μετά την ολοκλήρωση του έργου η μέση ταχύτητα των οχημάτων αναμένεται να αυξηθεί από περίπου 28 χλμ./ώρα στα 47 χλμ./ώρα, ενώ οι καθυστερήσεις θα μειωθούν σημαντικά.
Ειδικότερα, υπολογίζεται ότι καθημερινά θα εξοικονομούνται περίπου 1.600 ώρες μετακίνησης για τα επιβατικά οχήματα και ακόμη 490 ώρες για τα βαρέα φορτηγά. Παράλληλα, το ετήσιο οικονομικό όφελος εκτιμάται ότι θα αγγίζει τα 10 εκατ. ευρώ, κυρίως λόγω της εξοικονόμησης χρόνου και της μείωσης του λειτουργικού κόστους των οχημάτων.
Ο υπουργός υπογράμμισε ακόμη ότι στο συγκεκριμένο έργο δεν προβλέπεται επιβολή διοδίων, σημειώνοντας πως τα σημαντικότερα οφέλη θα είναι η αποσυμφόρηση της περιοχής, η ταχύτερη μετακίνηση των οδηγών και η σημαντική βελτίωση της οδικής ασφάλειας.
Οι παρεμβάσεις που προβλέπονται
Το έργο περιλαμβάνει την ολοκλήρωση του τελευταίου τμήματος της Δυτικής Περιφερειακής Λεωφόρου Αιγάλεω, μήκους περίπου 1,5 χιλιομέτρου, όπου μέχρι σήμερα είχαν εκτελεστεί μόνο χωματουργικές εργασίες. Παράλληλα, προβλέπεται η κατασκευή του ανισόπεδου ημικόμβου Σκαραμαγκά, μέσω του οποίου η Δυτική Περιφερειακή Λεωφόρος Αιγάλεω θα συνδεθεί με την Εθνική Οδό Αθηνών – Κορίνθου.
Το έργο περιλαμβάνει επίσης την αναβάθμιση του υφιστάμενου ανισόπεδου κόμβου Σχιστού. Η υφιστάμενη δίιχνη γέφυρα θα εξυπηρετεί την κυκλοφορία από το Σχιστό προς την Κόρινθο, ενώ θα κατασκευαστεί νέα άνω διάβαση για την κίνηση από την Αθήνα προς το Σχιστό. Παράλληλα θα αναδιαμορφωθεί το αντίστοιχο τμήμα της Εθνικής Οδού με νέες λωρίδες κυκλοφορίας.
Στο αντικείμενο της σύμβασης εντάσσεται ακόμη η κατασκευή του νέου ανισόπεδου κόμβου Ναυπηγείων στη Λεωφόρο Σχιστού, ο οποίος θα αντικαταστήσει τον σημερινό σηματοδοτούμενο ισόπεδο κόμβο στη συμβολή της λεωφόρου με την οδό Παλάσκα. Προβλέπονται επίσης κυκλοφοριακές παρεμβάσεις στην ευρύτερη περιοχή, η αναδιαμόρφωση της Λεωφόρου Σχιστού μεταξύ των κόμβων Σχιστού και Ναυπηγείων, καθώς και η κατασκευή νέου δικτύου απορροής ομβρίων.
Η σύμβαση περιλαμβάνει ακόμη τρία προαιρετικά έργα, τα οποία μπορούν να υλοποιηθούν σε δεύτερη φάση. Πρόκειται για την κατασκευή πρόσθετων κλάδων στους κόμβους Σχιστού και Ναυπηγείων, την καθαίρεση και ανακατασκευή της υφιστάμενης γέφυρας στον κόμβο Σχιστού, καθώς και τη δημιουργία του ανισόπεδου ημικόμβου Ασπροπύργου, που θα συνδέσει τη Δυτική Περιφερειακή Λεωφόρο Αιγάλεω με την Εθνική Οδό Αθηνών – Κορίνθου. Η διάρκεια κατασκευής του έργου έχει οριστεί σε 36 μήνες από την υπογραφή της σύμβασης.
Σταϊκούρας: Έργο με συνέχεια και μετρήσιμα οφέλη
Από την πλευρά του, ο πρώην υπουργός Υποδομών και Μεταφορών, Χρήστος Σταϊκούρας, χαρακτήρισε το έργο χαρακτηριστικό παράδειγμα συνέχειας στον σχεδιασμό και την υλοποίηση μεγάλων δημόσιων υποδομών.
Όπως ανέφερε, το έργο χαρακτηρίστηκε εθνικής σημασίας το 2021, στη συνέχεια εντάχθηκε στον αναπτυξιακό σχεδιασμό του υπουργείου, εξασφάλισε χρηματοδότηση ύψους 70 εκατ. ευρώ, ακολούθησαν η δημοπράτηση, η κατακύρωση του διαγωνισμού και ο προσυμβατικός έλεγχος από το Ελεγκτικό Συνέδριο, ώστε πλέον να βρίσκεται ένα βήμα πριν από την υπογραφή της σύμβασης.
Ο κ. Σταϊκούρας επισήμανε ότι τα οφέλη του έργου είναι απολύτως μετρήσιμα, καθώς θα περιορίσει τις καθυστερήσεις, θα βελτιώσει σημαντικά την οδική ασφάλεια και θα ενισχύσει την πρόσβαση στις βιομηχανικές, εμπορικές και διαμετακομιστικές υποδομές του Θριασίου.
Κλείνοντας, τόνισε ότι οι μεγάλες δημόσιες υποδομές απαιτούν μακροχρόνιο σχεδιασμό, τεχνική ωρίμανση, εξασφάλιση χρηματοδότησης και συνέχεια στη δημόσια διοίκηση, υπογραμμίζοντας ότι πλέον το ζητούμενο είναι η έγκαιρη ολοκλήρωση ενός έργου που αναμένεται να αλλάξει ουσιαστικά τον κυκλοφοριακό χάρτη της Δυτικής Αττικής.
Αιχμές από την αντιπολίτευση
Έντονες επιφυλάξεις για τον σχεδιασμό, το κόστος και τη σκοπιμότητα του έργου διατύπωσε συνολικά η αντιπολίτευση κατά τη συζήτηση της σύμβασης στη Βουλή. Οι παρεμβάσεις επικεντρώθηκαν τόσο σε τεχνικά και οικονομικά ζητήματα όσο και στις προτεραιότητες της κυβέρνησης, ενώ διατυπώθηκαν και πολιτικές αιχμές σχετικά με τους λόγους για τους οποίους το συγκεκριμένο έργο προωθήθηκε τώρα, έπειτα από δεκαετίες καθυστερήσεων.
Η αντιπολίτευση εξέφρασε ανησυχία για τη μεγάλη έκπτωση που δόθηκε στον διαγωνισμό, εκτιμώντας ότι υπάρχει ο κίνδυνος ο ανάδοχος να διεκδικήσει στην πορεία πρόσθετο προϋπολογισμό, επικαλούμενος απρόβλεπτες συνθήκες, αδυναμίες στις μελέτες ή αποζημιώσεις λόγω επιτάχυνσης των εργασιών.
Η αντιπολίτευση υποστήριξε ακόμη ότι ο προϋπολογισμός των 60,5 εκατ. ευρώ είναι ιδιαίτερα υψηλός για έργο μήκους περίπου 7,4 χιλιομέτρων και ζήτησε να εξηγηθεί γιατί το συγκεκριμένο έργο προτεραιοποιήθηκε έναντι άλλων σημαντικών οδικών παρεμβάσεων.
Παράλληλα, τέθηκαν ερωτήματα σχετικά με την εξασφάλιση της χρηματοδότησης, ζητώντας να διευκρινιστεί τι προβλέπεται σε περίπτωση που το έργο δεν ενταχθεί στο νέο ΕΣΠΑ, καθώς και ποια διαδικασία θα ακολουθηθεί για την ενεργοποίηση των τριών προαιρετικών έργων της σύμβασης. Βουλευτές της αντιπολίτευσης εξέφρασαν επίσης αμφιβολίες για το κατά πόσο όλα τα έργα προαίρεσης είναι πράγματι αναγκαία. Στο ίδιο πλαίσιο, ζητήθηκαν διαβεβαιώσεις ότι δεν υπάρχουν εκκρεμότητες με απαλλοτριώσεις ή άλλες διαδικασίες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε νέες καθυστερήσεις, ενώ τέθηκαν ερωτήματα και για το γιατί το έργο δημοπρατήθηκε με το σύστημα «μελέτη – κατασκευή», παρά το γεγονός ότι, σύμφωνα με προηγούμενες απαντήσεις του υπουργείου, υπήρχε ήδη ώριμη μελέτη.
Η αντιπολίτευση συνέδεσε ακόμη την επίσπευση του έργου με τις πρόσφατες εξελίξεις γύρω από την αναβάθμιση των εγκαταστάσεων της ONEX στα Ναυπηγεία Ελευσίνας και τις σχετικές κυβερνητικές εξαγγελίες για την ανάπτυξη της περιοχής. Όπως υποστηρίχθηκε, η προώθηση του έργου αμέσως μετά τις συμφωνίες που είχαν ανακοινωθεί για την επένδυση δημιούργησε ερωτήματα ως προς τα πραγματικά κίνητρα της κυβέρνησης. Σύμφωνα με τις τοποθετήσεις τους, η περιοχή αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη σημασία ως ενεργειακός, εμπορικός και διαμετακομιστικός κόμβος, γεγονός που, κατά την άποψή της, εξηγεί την ταχύτητα με την οποία προχώρησε η συγκεκριμένη σύμβαση.
Παρότι αναγνωρίστηκε ότι το έργο αναμένεται να βελτιώσει την κυκλοφορία και να μειώσει σημαντικά τους χρόνους μετακίνησης στην περιοχή, εκφράστηκε η θέση ότι η επίσπευσή του υπαγορεύεται κυρίως από ευρύτερους στρατηγικούς και αναπτυξιακούς σχεδιασμούς και όχι αποκλειστικά από τις καθημερινές ανάγκες των πολιτών.
Τέλος, κάλεσαν το υπουργείο να διασφαλίσει ότι κατά την κατασκευή του έργου θα τηρηθούν αυστηρά οι κανόνες υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων, ενώ ζήτησε να παρουσιαστεί ολοκληρωμένο σχέδιο διαχείρισης της κυκλοφορίας, ώστε οι εργασίες, που προβλέπεται να διαρκέσουν 36 μήνες, να μην προκαλέσουν σοβαρή επιβάρυνση στις μετακινήσεις, όπως συνέβη με το Flyover.
