Τη δημιουργία μιας Ευρωπαϊκής Ένωσης Ραδιοφάσματος, η οποία θα μπορούσε να εξασφαλίσει νέους πόρους για τον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να επιταχύνει τις επενδύσεις στις ψηφιακές υποδομές, προτείνει ο Κυριάκος Πιερρακάκης με άρθρο του στους «Financial Times».
Ο υπουργός Οικονομικών και πρόεδρος του Eurogroup επισημαίνει ότι η Ευρώπη καλείται να χρηματοδοτήσει ολοένα μεγαλύτερες ανάγκες στην άμυνα, στην τεχνητή νοημοσύνη και στην πράσινη μετάβαση, χωρίς όμως να διαθέτει αντίστοιχα αυξημένους πόρους. Όπως υποστηρίζει, η συζήτηση για τον επόμενο ευρωπαϊκό προϋπολογισμό δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στην ανακατανομή των υφιστάμενων κονδυλίων μεταξύ ανταγωνιστικών προτεραιοτήτων.
Κατά τον ίδιο, η ΕΕ πρέπει να αναζητήσει στρατηγικά περιουσιακά στοιχεία των οποίων η αξία μπορεί να ενισχυθεί μέσα από βαθύτερη ευρωπαϊκή ενοποίηση. Ένα από αυτά είναι το ραδιοφάσμα, το οποίο αποτελεί βασική υποδομή για την τεχνητή νοημοσύνη, τα συνδεδεμένα εργοστάσια, το cloud computing, τις αμυντικές επικοινωνίες και τις ψηφιακές δημόσιες υπηρεσίες.
Το κόστος του κατακερματισμού
Παρά την ύπαρξη ενιαίας αγοράς για τα αγαθά, τις υπηρεσίες, τα κεφάλαια και την εργασία, η διαχείριση του ραδιοφάσματος παραμένει κατακερματισμένη σε 27 διαφορετικά εθνικά καθεστώτα αδειοδότησης. Αυτό σημαίνει ότι οι τηλεπικοινωνιακοί πάροχοι καλούνται να προγραμματίσουν τις επενδύσεις τους με διαφορετικά χρονοδιαγράμματα δημοπρασιών, όρους αδειών, διαδικασίες ανανέωσης και ρυθμιστικές απαιτήσεις σε κάθε κράτος-μέλος.
Σύμφωνα με τον Κυριάκο Πιερρακάκη, η σημερινή δομή αυξάνει την κανονιστική αβεβαιότητα και το κόστος χρηματοδότησης, δυσκολεύει τον μακροπρόθεσμο επενδυτικό σχεδιασμό και επιβραδύνει την ανάπτυξη νέων δικτύων.
Την ίδια στιγμή, η Ευρώπη ζητά από τους τηλεπικοινωνιακούς ομίλους της να ανταγωνιστούν διεθνώς, ενώ εξακολουθεί να οργανώνει έναν κρίσιμο τομέα της ψηφιακής οικονομίας σε εθνικό επίπεδο.
Η ευκαιρία της μετάβασης στο 6G
Η σταδιακή μετάβαση από τα δίκτυα 5G στο 6G δημιουργεί, σύμφωνα με την πρόταση, μια ευκαιρία για τον επανασχεδιασμό του σημερινού μοντέλου.
Τα επόμενα χρόνια αναμένεται να ξεκινήσει η ανανέωση βασικών αδειών φάσματος που χρησιμοποιούνται για το 5G, ενώ παραμένει ανοικτή η κατανομή της ανώτερης ζώνης των 6 GHz, από τα 6.425 έως τα 7.125 MHz.
Αντί για 27 ανεξάρτητες διαδικασίες, ο Κυριάκος Πιερρακάκης προτείνει ένα ενιαίο ευρωπαϊκό πλαίσιο, με συντονισμένα χρονοδιαγράμματα, εναρμονισμένους όρους αδειοδότησης και κοινά τεχνικά πρότυπα και κανόνες ασφαλείας.
Το ραδιοφάσμα θα εξακολουθούσε να ανήκει στα κράτη-μέλη, ενώ οι υφιστάμενες άδειες θα παρέμεναν σε ισχύ έως τη λήξη τους. Η κοινή ευρωπαϊκή διαχείριση θα αφορούσε τις μελλοντικές ανανεώσεις και την κατανομή στρατηγικών ζωνών συχνοτήτων.
Πιερρακάκης: Τα επενδυτικά και δημοσιονομικά οφέλη από μια τέτοια μεταρρύθμιση
Μια τέτοια μεταρρύθμιση, όπως υποστηρίζει, θα μπορούσε να προσφέρει μεγαλύτερη προβλεψιμότητα στις επιχειρήσεις, χαμηλότερο κόστος κεφαλαίου και ταχύτερη ανάπτυξη των δικτύων 6G.
Παράλληλα, θα ενίσχυε τη δημιουργία μιας πραγματικά ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς τηλεπικοινωνιών, δίνοντας στους παρόχους τη δυνατότητα να σχεδιάζουν επενδύσεις σε μεγαλύτερη κλίμακα και να ανταγωνιστούν αποτελεσματικότερα τους διεθνείς ομίλους.
Η κοινή πολιτική για το ραδιοφάσμα δεν αποτελεί μόνο ρυθμιστική μεταρρύθμιση, αλλά και εργαλείο βιομηχανικής πολιτικής, καθώς συνδέεται άμεσα με την ανάπτυξη των τηλεπικοινωνιών, των ψηφιακών υπηρεσιών και της ευρωπαϊκής τεχνολογικής βάσης.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η δυνατότητα δημιουργίας νέων δημόσιων εσόδων. Σήμερα, τα χρήματα από τις δημοπρασίες και τις άδειες ραδιοφάσματος κατευθύνονται σχεδόν αποκλειστικά στους εθνικούς προϋπολογισμούς.
Στο μοντέλο που προτείνει ο Κυριάκος Πιερρακάκης, έως και το 75% των μελλοντικών εσόδων θα μπορούσε να αποτελέσει νέο ίδιο πόρο του προϋπολογισμού της ΕΕ. Το υπόλοιπο 25% θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την κεφαλαιακή ενίσχυση ειδικής χρηματοδοτικής διευκόλυνσης της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων για έργα συνδεσιμότητας και τεχνολογίας.
Με αυτόν τον τρόπο, ένας ήδη διαθέσιμος ευρωπαϊκός πόρος θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει νέες υποδομές, να στηρίξει την τεχνολογική ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης και να περιορίσει την πίεση στον κοινό προϋπολογισμό.
