Την επέκταση της φοροαπαλλαγής του 50% για όλο το εισόδημα όσων Ελλήνων επιστημόνων επαναπατρίζονται εξετάζουν στελέχη του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, σύμφωνα με έγκυρες πληροφορίες.
Και αυτό προκειμένου να προσελκυσθούν περισσότεροι Έλληνες του εξωτερικού στην Ελλάδα και έτσι να καλυφθούν τα μεγάλα κενά, ιδίως σε εξειδικευμένες θέσεις της εγχώριας αγοράς εργασίας, αλλά και να αυξηθεί το εργατικό δυναμικό (και όχι μόνο η απασχόληση).
Υπενθυμίζεται πως έχει ήδη θεσπιστεί έκπτωση 50% στον φόρο εισοδήματος όσων Ελλήνων επιστημόνων είναι για επτά συνεχόμενα έτη στην Ελλάδα, αφού προηγούμενα έχουν εργαστεί τουλάχιστον πέντε έτη στο εξωτερικό.
Ωστόσο, η έκπτωση αυτή ισχύει μόνο για το εισόδημα το οποίο αποκτούν στην Ελλάδα και όχι για το εισόδημα που αποκτούν παράλληλα στο εξωτερικό.
Έτσι, αν για παράδειγμα, ένας επιστήμονας εργάζεται 4 μήνες ετησίως στη Γερμανία και 8 μήνες στην Ελλάδα, φορολογείται (στην Ελλάδα, αφού αυτήν έχει δηλώσει ως φορολογική κατοικία) για το 4μηνο της Γερμανίας χωρίς έκπτωση, ενώ για το 8μηνο της εργασίας στην Ελλάδα φορολογείται με έκπτωση 50% για επτά έτη.
Οι ίδιες πηγές του powergame.gr αναφέρουν πως η αυτή η άνιση φορολογική αντιμετώπιση των εισοδημάτων που παράγονται εντός και εκτός Ελλάδας αποτελεί αντικίνητρο για σημαντική μερίδα των Ελλήνων του εξωτερικού και έρχεται να προστεθεί στο γεγονός ότι οι αμοιβές είναι υψηλότερες στο εξωτερικό.
Αυτό σημαίνει πως υπάρχει μία σημαντική μερίδα των Ελλήνων του εξωτερικού επιθυμούν να επιστρέψουν για εργασία στην Ελλάδα, πλην όμως αντιμετωπίζουν δύο κυρίως αντικίνητρα.
Το πρώτο αντικίνητρο είναι οι σχετικά χαμηλότεροι μισθοί στην Ελλάδα, σε σχέση π.χ. με τη Σουηδία (όπου εργάζονται πολλοί Έλληνες γιατροί). Για να αναπληρώσουν την απώλεια του εισοδήματος τους, οι ενδιαφερόμενοι εξετάζουν το ενδεχόμενο να συνεχίσουν να εργάζονται στην αλλοδαπή για μερικούς μήνες ετησίως, ενώ τους υπολοίπους να εργάζονται στην Ελλάδα.
Ωστόσο, δηλώνοντας ως φορολογική κατοικία τους την Ελλάδα, θα έχουν έκπτωση στους φορολογικούς συντελεστές του εισοδήματος τους ύψους 50%, πλην όμως αυτή αφορά αποκλειστικά και μόνο τις αμοιβές που «παράγονται» στην Ελλάδα. Οι αμοιβές τους οι οποίες «παράγονται» στην αλλοδαπή θα φορολογούνται κανονικά με βάση την φορολογική κλίμακα. Έτσι, μαζί με το «πέναλτι» των χαμηλότερων αποδοχών, όποιος Έλληνας επιστήμονας αποφασίσει να επιστρέψει στην Ελλάδα θα υποστεί και το «πέναλτι» της υψηλότερης φορολογίας.
Αν, όμως, η αποφυγή, μερική ή ολική, του «πέναλτι» των χαμηλότερων αποδοχών, είναι ζήτημα εν πολλοίς ατομικής διαπραγμάτευσης μεταξύ του ενδιαφερόμενου επιστήμονα και της ελληνικής επιχείρησης, το φορολογικό «πέναλτι» είναι αποκλειστικά ζήτημα του ελληνικού κράτους.
Οι ίδιες πηγές αναφέρουν πως το όφελος για το κράτος και την οικονομία ευρύτερα θα είναι σίγουρα μεγαλύτερο από την όποια απώλεια φορολογικών εσόδων σε ενδεχόμενη επέκτασης της φοροέκπτωσης 50% και στο εισόδημα από την αλλοδαπή.
Και αυτό γιατί ένα τέτοιο μέτρο θα μπορούσε να αυξήσει τις ροές επιστροφής Ελλήνων επιστημόνων στην Ελλάδα. Έτσι, καθώς θα αυξανόταν το πλήθος των φορολογούμενων, θα αυξάνονταν και τα έσοδα από την φορολόγησή τους, ενώ ακόμα μεγαλύτερη θα ήταν η προστιθέμενη αξία την οποία θα συνεισέφεραν στην ελληνική οικονομία.
H επιστροφή ακόμα περισσότερων Ελλήνων από το εξωτερικό αποτελεί μείζονα στόχο της κυβέρνησης, όπως αποδεικνύουν και οι συνεχείς εκδηλώσεις του Rebrain Greece, τις οποίες διοργανώνει εδώ και αρκετά χρόνια το υπουργείο Εργασίας. Στόχος είναι να καλυφθούν οι ελλείψεις σε εξειδικευμένο προσωπικό, αλλά και να αντιμετωπιστούν οι επιπτώσεις της δημογραφικής γήρανσης.
Ζητούμενη η «διεθνής κινητικότητα»
Εξάλλου, τον περασμένο Ιούνιο η αντιπροεδρία της κυβέρνησης, μαζί με τον ΟΟΣΑ και το Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης και Ηλεκτρονικού Περιεχομένου, συνεργάστηκαν προκειμένου να παρουσιαστεί η μελέτη του ΟΟΣΑ με θέμα την «ελληνική διασπορά».
Σύμφωνα με τη μελέτη, 60.000 Έλληνες ερευνητές και ακαδημαϊκοί διαμένουν στο εξωτερικό και αποτελούν έναν δυνητικά αξιοποιήσιμο ανθρώπινο πόρο, είτε μέσω επαναπατρισμού είτε μέσω δικτύωσης (brain circulation).
Όπως επισημαίνεται από τον ΟΟΣΑ, η σύνδεση με τη διασπορά δεν αφορά μόνο την επιστροφή, αλλά και τη μεταφορά γνώσης, εμπειρίας και συνεργασιών προς όφελος της χώρας.
Η βασική πρόκληση δεν είναι μόνο πλέον απλώς η αναστροφή του brain drain, όπως αναφέρει η ίδια μελέτη, αλλά η μετάβαση σε ένα ολοκληρωμένο μοντέλο διαχείρισης της διεθνούς κινητικότητας των Ελλήνων.
Με τον όρο «διεθνής κινητικότητα» εννοείται η κατάσταση εκείνη που ένας Έλληνας δεν πηγαίνει άπαξ στο εξωτερικό ή έρχεται από το εξωτερικό, αλλά βρίσκεται σε μια διαρκή διαδικασία μετακίνησης από και προς τη χώρα του.
Τι αναφέρει η μελέτη του ΟΟΣΑ
Σύμφωνα με την έκθεση του ΟΟΣΑ για την ελληνική διασπορά, «τις τελευταίες δεκαετίες, η Ελλάδα γνώρισε σημαντικές εκροές υψηλού μορφωτικού επιπέδου εργαζομένων, δημιουργώντας μια μεγάλη και ποικιλόμορφη δεξαμενή Ελλήνων μεταναστών υψηλής ειδίκευσης στο εξωτερικό. Αυτό αντιπροσωπεύει μια σημαντική απώλεια ταλέντων για την εγχώρια αγορά εργασίας και μια σημαντική ευκαιρία εάν οι συνδέσεις αυτές μπορούν να ενισχυθούν».
Παρακάτω τονίζεται πως «είναι ενθαρρυντικό ότι τα τελευταία χρόνια έχει καταγραφεί αύξηση της μετανάστευσης με επιστροφή, ιδιαίτερα μεταξύ των νεότερων και μορφωμένων Ελλήνων. Αυτή η τάση έχει ξεδιπλωθεί όχι μόνο παράλληλα με τη βελτίωση των οικονομικών συνθηκών, αλλά και στο πλαίσιο στοχευμένων πολιτικών προσπαθειών για την προσέλκυση της Ελλάδας σε μετανάστες και μέλη της διασποράς».
«Αυτές οι εξελίξεις», σημειώνεται, «έχουν σημαντικές δυνατότητες για δεξιότητες την ανάπτυξη και την καινοτομία στην Ελλάδα, αλλά και τονίζουν την ανάγκη για καλά δομημένες πολιτικές, που να υποστηρίζουν βιώσιμη επανένταξη».
«Πολλοί Έλληνες ερευνητές εκφράζουν ενδιαφέρον να επιστρέψουν ή να επανασυσχετιστούν με την Ελλάδα, είτε προσωρινά είτε μέσω μιας “κυκλικής κινητικότητας”», αναφέρει ο ΟΟΣΑ.
