Πόσο συμφέρει να δουλεύεις: Η παγίδα φόρων και επιδομάτων στην Ελλάδα και την Ευρώπη

Γιατί η φορολογία δεν είναι ο μόνος παράγοντας που καθορίζει πόσα χρήματα μένουν στην τσέπη του εργαζομένου.

Εργαζόμενοι σε επιχειρήσεις © freepik.com

Η επιστροφή στην εργασία μετά από μία περίοδο ανεργίας ή μια αύξηση μισθού δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ο εργαζόμενος θα δει ανάλογη διαφορά στην τσέπη του. Οι φόροι, οι ασφαλιστικές εισφορές και τα επιδόματα που ενδέχεται να χάσει περιορίζουν το πραγματικό οικονομικό όφελος. Στην Ελλάδα, η επιβάρυνση για κάποιον που περνά από την ανεργία στην εργασία είναι χαμηλότερη από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Διαφορετική είναι, ωστόσο, η εικόνα όταν εξετάζεται η αύξηση των αποδοχών ενός χαμηλόμισθου.

Τα στοιχεία της Eurostat για το 2025 αποτυπώνουν αυτή τη διαφορά μέσα από δύο δείκτες. Την «παγίδα ανεργίας» και την «παγίδα χαμηλών μισθών». Οι μετρήσεις εξετάζουν πόσο από το πρόσθετο εισόδημα απορροφάται από τη φορολογία και τις εισφορές ή χάνεται εξαιτίας της μείωσης κοινωνικών παροχών.

Χαμηλότερη από την Ε.Ε. η επιβάρυνση κατά την επιστροφή στην εργασία

Στην Ελλάδα η «παγίδα ανεργίας» διαμορφώθηκε στο 59,4% το 2025, έναντι 74,2% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο δείκτης μετρά το ποσοστό του πρόσθετου εισοδήματος που χάνεται όταν ένας άνεργος βρίσκει δουλειά, λόγω της αυξημένης φορολογίας, των ασφαλιστικών εισφορών και της απώλειας επιδομάτων.

Η σύγκριση βασίζεται σε ένα συγκεκριμένο παράδειγμα. Εναν άγαμο εργαζόμενο χωρίς παιδιά, ο οποίος αναλαμβάνει εργασία με αποδοχές ίσες με το 67% του μέσου μισθού της χώρας του.

Με βάση αυτή τη μέτρηση, σχεδόν έξι στα δέκα ευρώ από την πρόσθετη ακαθάριστη αμοιβή στην Ελλάδα δεν καταλήγουν σε αντίστοιχη αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος. Το ποσοστό είναι αισθητά χαμηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, όπου χάνεται σχεδόν το 75% του πρόσθετου εισοδήματος.

Μικρότερη επιβάρυνση μεταξύ των κρατών-μελών κατέγραψε η Ιρλανδία, με 53,8%, ενώ ακολούθησαν η Κροατία, με 58,1%, και η Ελλάδα, με 59,4%.

Η διαφορά, πάντως, δεν σημαίνει ότι οι Έλληνες εργαζόμενοι αμείβονται καλύτερα ή ότι η επιστροφή στην εργασία εξασφαλίζει υψηλότερο βιοτικό επίπεδο. Ο δείκτης αποτυπώνει την επίδραση φόρων, εισφορών και επιδομάτων σε ένα συγκεκριμένο εισοδηματικό σενάριο, όχι το συνολικό ύψος των μισθών ή την αγοραστική δύναμη των εργαζομένων.

Τι επιβαρύνει το κόστος εργασίας

Μια άλλη εικόνα προκύπτει από τον δείκτη φορολογικής επιβάρυνσης του κόστους εργασίας. Το 2025 έφτασε το 36,4% στην Ελλάδα, έναντι 39,5% στην Ε.Ε.

Στην περίπτωση αυτή, η Eurostat εξετάζει έναν άγαμο εργαζόμενο χωρίς παιδιά, με αποδοχές ίσες με τα δύο τρίτα του μέσου μισθού. Στον υπολογισμό περιλαμβάνονται ο φόρος εισοδήματος και οι ασφαλιστικές εισφορές τόσο του εργαζομένου όσο και του εργοδότη, σε σχέση με το συνολικό κόστος απασχόλησης.

Αυτό σημαίνει ότι το 36,4% δεν είναι το ποσοστό που παρακρατείται από τον μισθό του εργαζομένου. Ο δείκτης περιλαμβάνει και τις εργοδοτικές εισφορές, οι οποίες επιβαρύνουν την επιχείρηση πέρα από τις μεικτές αποδοχές που καταβάλλει.

Η διάκριση έχει πρακτική σημασία: άλλο το καθαρό ποσό που λαμβάνει ο εργαζόμενος και άλλο το συνολικό κόστος που επωμίζεται ο εργοδότης για την απασχόλησή του. Η φορολογία και οι εισφορές επηρεάζουν και τις δύο πλευρές, αλλά με διαφορετικό τρόπο.

Οι αυξήσεις μισθών δεν περνούν ολόκληρες στο διαθέσιμο εισόδημα

Το ζήτημα δεν σταματά στην είσοδο στην αγορά εργασίας. Αντίστοιχη επιβάρυνση μπορεί να αντιμετωπίσει και ένας εργαζόμενος που βλέπει τον μισθό του να αυξάνεται. Για να μετρήσει αυτή την επίδραση, η Eurostat χρησιμοποιεί τον δείκτη της «παγίδας χαμηλών μισθών». Εξετάζει την περίπτωση εργαζομένου του οποίου οι αποδοχές αυξάνονται από το 33% στο 67% του μέσου μισθού και υπολογίζει πόσο από το πρόσθετο εισόδημα χάνεται εξαιτίας υψηλότερων φόρων και εισφορών ή της μείωσης επιδομάτων.

Το 2025, ο δείκτης διαμορφώθηκε στο 55,3% στην Ε.Ε. και στο 58,1% στην Ευρωζώνη. Οι υψηλότερες τιμές καταγράφηκαν στην Ιταλία, με 97,1%, στη Γερμανία, με 73%, και στην Αυστρία, με 69,9%. Στον αντίποδα, η Κύπρος κατέγραψε 11,4%, η Βουλγαρία 22,4%, η Ισπανία 24,7% και η Εσθονία 28,5%.

Οι αποκλίσεις δείχνουν ότι η αύξηση των μεικτών αποδοχών δεν έχει την ίδια επίδραση στο διαθέσιμο εισόδημα σε όλες τις χώρες. Καθοριστικό ρόλο παίζουν οι φορολογικοί κανόνες, οι ασφαλιστικές εισφορές και ο τρόπος με τον οποίο συνδέονται οι κοινωνικές παροχές με το εισόδημα.