ΕΚΤ: “Σφίγγει” η τραπεζική χρηματοδότηση για τις επιχειρήσεις στην Ευρωζώνη

Αυξήσεις στα επιτόκια δανεισμού διαπιστώνει το 46% των επιχειρήσεων σε καθαρή βάση, σύμφωνα με έρευνα της ΕΚΤ. Περιορίζεται η διαθεσιμότητα τραπεζικών δανείων

Η επικεφαλής της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ © EPA/RONALD WITTEK

Περαιτέρω επιδείνωση των συνθηκών τραπεζικού δανεισμού αντιμετώπισαν οι επιχειρήσεις της Ευρωζώνης κατά το τρίτο τρίμηνο του 2026, καθώς αυξήθηκαν τα επιτόκια και το κόστος χρηματοδότησης, ενώ περιορίστηκε η διαθεσιμότητα τραπεζικών δανείων, σύμφωνα με τη νέα έρευνα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) για την πρόσβαση των επιχειρήσεων στη χρηματοδότηση (SAFE).

Τα ευρήματα της έρευνας καταδεικνύουν ότι οι επιχειρήσεις εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν αυστηρότερους όρους δανεισμού, με τις μεγάλες επιχειρήσεις να αναφέρουν συχνότερα αυξήσεις στα επιτόκια σε σύγκριση με τις μικρομεσαίες.

Ειδικότερα, το 46% των επιχειρήσεων σε καθαρή βάση ανέφερε αύξηση των επιτοκίων στα τραπεζικά δάνεια κατά το τρίτο τρίμηνο του 2026, έναντι 42% το προηγούμενο τρίμηνο.

Η επιδείνωση ήταν εντονότερη στις μεγάλες επιχειρήσεις, όπου το αντίστοιχο ποσοστό αυξήθηκε στο 55%, από 41% το δεύτερο τρίμηνο. Αντίθετα, στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις περιορίστηκε στο 38%, από 43%, παραμένοντας ωστόσο σε υψηλά επίπεδα.

Παράλληλα, το 27% των επιχειρήσεων σε καθαρή βάση ανέφερε αύξηση των πρόσθετων δαπανών χρηματοδότησης, όπως οι τραπεζικές χρεώσεις, τα τέλη και οι προμήθειες, έναντι 31% στην προηγούμενη έρευνα.

Αυστηρότερες έγιναν και οι απαιτήσεις για την παροχή εξασφαλίσεων, καθώς το σχετικό καθαρό ποσοστό αυξήθηκε στο 14%, από 10% το προηγούμενο τρίμηνο.

Περιορίζεται η πρόσβαση σε τραπεζικά δάνεια

Ιδιαίτερη σημασία έχει η διαπίστωση της ΕΚΤ ότι η διαθεσιμότητα τραπεζικών δανείων μειώθηκε περισσότερο από τις χρηματοδοτικές ανάγκες των επιχειρήσεων, γεγονός που επιβεβαιώνει τη συνεχιζόμενη πίεση στις συνθήκες χρηματοδότησης.

Συγκεκριμένα, το καθαρό ποσοστό των επιχειρήσεων που ανέφεραν μείωση της διαθεσιμότητας τραπεζικών δανείων διαμορφώθηκε στο 5%, έναντι 1% το δεύτερο τρίμηνο.

Η επιδείνωση καταγράφηκε τόσο στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, όπου ο σχετικός δείκτης διαμορφώθηκε στο -5%, από -4%, όσο και στις μεγάλες επιχειρήσεις, όπου υποχώρησε στο -6%, από +4%.

Την ίδια στιγμή, οι συνολικές ανάγκες των επιχειρήσεων για τραπεζικό δανεισμό μειώθηκαν ελαφρώς, με τον σχετικό δείκτη να διαμορφώνεται στο -2%, έναντι +2% το προηγούμενο τρίμηνο.

Ωστόσο, οι τάσεις διαφοροποιήθηκαν ανάλογα με το μέγεθος της επιχείρησης. Οι μικρομεσαίες ανέφεραν ότι οι χρηματοδοτικές τους ανάγκες παρέμειναν ουσιαστικά αμετάβλητες, ενώ οι μεγάλες επιχειρήσεις κατέγραψαν αισθητή μείωση της ζήτησης δανείων.

Ως αποτέλεσμα, ο δείκτης χρηματοδοτικού κενού, ο οποίος αποτυπώνει τη διαφορά μεταξύ των αναγκών και της διαθεσιμότητας τραπεζικών δανείων, παρέμεινε σε θετικό έδαφος, στο 2%, έναντι 3% το προηγούμενο τρίμηνο.

Οι προοπτικές για τους επόμενους μήνες παραμένουν επιβαρυμένες, καθώς περισσότερες επιχειρήσεις αναμένουν περαιτέρω περιορισμό της διαθεσιμότητας εξωτερικής χρηματοδότησης κατά το επόμενο τρίμηνο.

Η οικονομική αβεβαιότητα βασικό εμπόδιο στη χρηματοδότηση

Σύμφωνα με την ΕΚΤ, οι γενικότερες προοπτικές της οικονομίας εξακολουθούν να αποτελούν τον σημαντικότερο παράγοντα που περιορίζει την πρόσβαση των επιχειρήσεων σε εξωτερική χρηματοδότηση.

Το 31% των επιχειρήσεων σε καθαρή βάση εκτίμησε ότι οι μακροοικονομικές συνθήκες επηρεάζουν αρνητικά τη διαθεσιμότητα χρηματοδότησης, έναντι 29% στην προηγούμενη έρευνα.

Μάλιστα, οι μεγάλες επιχειρήσεις εμφανίζονται πλέον περισσότερο απαισιόδοξες από τις μικρομεσαίες, με τα αντίστοιχα ποσοστά να διαμορφώνονται σε 35% και 29%.

Παράλληλα, το 9% των επιχειρήσεων ανέφερε ότι οι προοπτικές των δικών τους πωλήσεων και κερδών επηρεάζουν αρνητικά την πρόσβασή τους σε χρηματοδότηση, έναντι 10% στην προηγούμενη μέτρηση.

Αντίθετα, η κεφαλαιακή τους θέση και η πιστοληπτική τους ικανότητα εξακολουθούν να λειτουργούν υποστηρικτικά ως προς τη δυνατότητα άντλησης κεφαλαίων.

Τι δείχνει η έρευνα για τις προσδοκίες των επιχειρήσεων σχετικά με τον πληθωρισμό

Η έρευνα καταγράφει επίσης αύξηση των προσδοκιών για τις τιμές πώλησης και τον πληθωρισμό στο σύνολο του δείγματος, ωστόσο η ΕΚΤ επισημαίνει ότι τα συγκεκριμένα ευρήματα πρέπει να ερμηνεύονται με προσοχή.

Ο λόγος είναι ότι στην τελευταία έρευνα σημειώθηκε σημαντική αλλαγή στη σύνθεση του δείγματος, καθώς η πλειονότητα των συμμετεχουσών επιχειρήσεων απάντησε για πρώτη φορά.

Εξετάζοντας μόνο τις επιχειρήσεις που συμμετείχαν τόσο στην τρέχουσα όσο και στην προηγούμενη έρευνα, η αύξηση των προσδοκιών για τις τιμές πώλησης ήταν περιορισμένη.

Αντίστοιχα, οι διάμεσες προσδοκίες για τον πληθωρισμό παρέμειναν σε γενικές γραμμές αμετάβλητες μεταξύ των επιχειρήσεων που συμμετείχαν και στις δύο έρευνες, σε αντίθεση με τη σημαντική αύξηση που καταγράφηκε στο συνολικό δείγμα.

Η αξιολόγηση των κινδύνων για την πορεία του πληθωρισμού σε ορίζοντα πενταετίας παρέμεινε επίσης ουσιαστικά αμετάβλητη.

Η 40ή έρευνα SAFE της ΕΚΤ πραγματοποιήθηκε από τις 26 Αυγούστου έως τις 2 Οκτωβρίου 2026, με τη συμμετοχή 12.822 επιχειρήσεων από την Ευρωζώνη. Από αυτές, οι 11.917, ποσοστό 93%, απασχολούσαν λιγότερους από 250 εργαζομένους.

Περίπου οι μισές επιχειρήσεις κλήθηκαν να αξιολογήσουν τις μεταβολές κατά την περίοδο Ιουλίου-Σεπτεμβρίου 2026, ενώ οι υπόλοιπες απάντησαν για τις εξελίξεις στο διάστημα Απριλίου-Σεπτεμβρίου.

googlenews
Ακολουθήστε το Powergame.gr στο Google News για άμεση και έγκυρη οικονομική ενημέρωση!