ΕΚΤ: Μοντέλο AI “βλέπει” πληθωρισμό στο 1,7% το 2027 – Η πρόβλεψη για τα επιτόκια

Ενδείξεις ταχύτερης αποκλιμάκωσης των τιμών στην Ευρωζώνη, παρά τις ανησυχίες για την ενέργεια, βλέπει ανάλυση του Bloomberg

Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, επιτόκια © EPA/RONALD WITTEK

Σημαντικά χαμηλότερα από τον στόχο του 2% της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) ενδέχεται να διαμορφωθεί ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη έως τα τέλη του 2027, σύμφωνα με νέα ανάλυση του Bloomberg Economics, η οποία αξιοποιεί την τεχνητή νοημοσύνη για να αποκωδικοποιήσει τις δημόσιες δηλώσεις των Ευρωπαίων κεντρικών τραπεζιτών.

Παρά τις ανησυχίες για τις επιπτώσεις του πολέμου στο Ιράν και τη διατήρηση των ενεργειακών πιέσεων, τα ευρήματα υποδηλώνουν ότι οι αξιωματούχοι της ΕΚΤ ενδέχεται να αναμένουν ταχύτερη αποκλιμάκωση των τιμών από εκείνη που αποτυπώνεται στις επίσημες προβλέψεις της τράπεζας.

Ο οικονομολόγος Αντρέι Σόκολ του Bloomberg Economics ανέπτυξε ένα μοντέλο τεχνητής νοημοσύνης, το οποίο ανέλυσε τίτλους ειδήσεων που προέκυψαν από ομιλίες και συνεντεύξεις στελεχών της ΕΚΤ. Στη συνέχεια, συνδύασε τα αποτελέσματα με ένα μη γραμμικό εργαλείο οικονομικών προβλέψεων, προκειμένου να εντοπίσει τις τάσεις που διαμορφώνονται στις εκτιμήσεις των υπευθύνων χάραξης νομισματικής πολιτικής.

Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι ο πληθωρισμός θα μπορούσε να υποχωρήσει αισθητά κάτω από το 2% μέσα στο επόμενο έτος, καθώς οι επιπτώσεις της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή ενδέχεται να αποδειχθούν προσωρινές.

Πληθωρισμός κοντά στο 4% το 2026, αλλά στο 1,7% το 2027

Η ανάλυση δείχνει ότι οι δηλώσεις των αξιωματούχων εξακολουθούν να παραπέμπουν σε πληθωρισμό κοντά στο 4% κατά το τέταρτο τρίμηνο του 2026, αντανακλώντας τις αυξημένες πιέσεις που προκαλεί στην ευρωπαϊκή οικονομία η ενεργειακή κρίση.

Ωστόσο, για το 2027 οι ενδείξεις είναι σημαντικά διαφορετικές. Το μοντέλο εκτιμά ότι ο πληθωρισμός θα μπορούσε να περιοριστεί στο 2,4% έως τα μέσα του έτους και στη συνέχεια να επιβραδυνθεί περαιτέρω, φτάνοντας στο 1,7% προς το τέλος του.

Η εκτίμηση αυτή ευθυγραμμίζεται με τις προβλέψεις του Bloomberg Economics, που αναμένει υποχώρηση του πληθωρισμού κάτω από το 2% κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2027.

Πρόκειται για διαφορετική εικόνα από το επίσημο βασικό σενάριο της ΕΚΤ, το οποίο προβλέπει μέσο πληθωρισμό 3% για το 2026 και 2,5% για το 2027.

Η απόκλιση είναι αξιοσημείωτη, καθώς υποδηλώνει ότι οι κεντρικοί τραπεζίτες ενδέχεται, μέσα από τις δημόσιες τοποθετήσεις τους, να εκπέμπουν πιο αισιόδοξα μηνύματα για τη μελλοντική πορεία των τιμών από εκείνα που αποτυπώνονται στις επίσημες οικονομικές προβολές.

Ανοιχτό το ενδεχόμενο αύξησης επιτοκίων τον Δεκέμβριο

Παρά τα ευρήματα του μοντέλου τεχνητής νοημοσύνης, η επίσημη στάση της ΕΚΤ παραμένει επιφυλακτική. Στη συνεδρίαση της προηγούμενης εβδομάδας, οι υπεύθυνοι χάραξης νομισματικής πολιτικής αποφάσισαν να διατηρήσουν αμετάβλητα τα επιτόκια, εκτιμώντας παράλληλα ότι οι κίνδυνοι για τις προοπτικές του πληθωρισμού εξακολουθούν να είναι κυρίως ανοδικοί.

Σύμφωνα με το Bloomberg, οι αξιωματούχοι είναι προετοιμασμένοι να προχωρήσουν σε τρίτη αύξηση επιτοκίων μέσα στον Δεκέμβριο, εφόσον οι εξελίξεις στις τιμές καταστήσουν αναγκαία μια νέα παρέμβαση.

Η βασική πηγή αβεβαιότητας παραμένει ο πόλεμος στο Ιράν, ο οποίος έχει επηρεάσει τις διεθνείς αγορές ενέργειας, αυξάνοντας το κόστος για επιχειρήσεις και νοικοκυριά.

Ωστόσο, η ανάλυση του Bloomberg Economics υποδεικνύει ότι οι επιπτώσεις αυτές ενδέχεται να εξασθενήσουν ταχύτερα, περιορίζοντας σταδιακά τις πληθωριστικές πιέσεις στην Ευρωζώνη.

Όπως επισημαίνει ο Σόκολ, μέσα στον μεγάλο όγκο ανακοινώσεων και δημόσιων παρεμβάσεων της ΕΚΤ υπάρχουν σημαντικά μηνύματα σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο οι κεντρικοί τραπεζίτες αξιολογούν τους κινδύνους για τον πληθωρισμό. Το μοντέλο τεχνητής νοημοσύνης επιχειρεί να αναδείξει αυτές τις πληροφορίες, οι οποίες συχνά περνούν απαρατήρητες.

Η νέα ανάλυση προσθέτει έτσι μια διαφορετική διάσταση στη συζήτηση για τη μελλοντική πορεία της νομισματικής πολιτικής. Εάν επιβεβαιωθεί η ταχύτερη αποκλιμάκωση του πληθωρισμού, τα περιθώρια για διατήρηση υψηλών επιτοκίων θα μπορούσαν να περιοριστούν, αν και οι τελικές αποφάσεις της ΕΚΤ θα εξακολουθήσουν να εξαρτώνται από τα πραγματικά οικονομικά δεδομένα.