Αντιμέτωπη με ένα ολοένα πιο σύνθετο οικονομικό περιβάλλον βρίσκεται η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), καθώς η κρίση στην αγορά γαλλικών ομολόγων και η νέα εκτίναξη των τιμών της ενέργειας περιπλέκουν τις αποφάσεις της για τα επιτόκια. Παρά την έντονη άνοδο του πληθωρισμού, η κεντρική τράπεζα αναμένεται να διατηρήσει σήμερα, Πέμπτη 29 Οκτωβρίου, αμετάβλητο το επιτόκιο καταθέσεων στο 2,5%, επιλέγοντας να αξιολογήσει τις επιπτώσεις της αναταραχής στις χρηματοπιστωτικές αγορές και στην οικονομία της Ευρωζώνης.
Σύμφωνα με έρευνα του Bloomberg, σχεδόν όλοι οι οικονομολόγοι προβλέπουν ότι η ΕΚΤ θα αποφύγει νέα αύξηση επιτοκίων στη σημερινή συνεδρίαση, με την πλειονότητα να αναμένει μία τρίτη και τελευταία αύξηση τον Δεκέμβριο. Τότε, οι νέες οικονομικές προβλέψεις θα δώσουν σαφέστερη εικόνα για την πορεία των τιμών καταναλωτή έως το 2028.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η Κριστίν Λαγκάρντ, η οποία καλείται να εξηγήσει πώς σκοπεύει η ΕΚΤ να αντιμετωπίσει ταυτόχρονα τον επίμονο πληθωρισμό, την επιβράδυνση της ανάπτυξης και τις εντεινόμενες πιέσεις στα κρατικά ομόλογα. Παράλληλα, η πρόεδρος της κεντρικής τράπεζας βρίσκεται αντιμέτωπη με ερωτήματα για το δικό της μέλλον, καθώς πληθαίνουν οι πληροφορίες περί πρόωρης αποχώρησής της.
Το δίλημμα της ΕΚΤ: Πληθωρισμός ή ανάπτυξη
Η ενεργειακή κρίση που πυροδότησε ο πόλεμος στο Ιράν έχει ανατρέψει τις ισορροπίες στην Ευρωζώνη. Οι ανατιμήσεις στο πετρέλαιο και το φυσικό αέριο έχουν ωθήσει τον πληθωρισμό κοντά στο 4%, σχεδόν στο διπλάσιο του στόχου του 2% που έχει θέσει η ΕΚΤ.
Ωστόσο, το γεγονός ότι οι πληθωριστικές πιέσεις παραμένουν σε μεγάλο βαθμό συγκεντρωμένες στην ενέργεια προσφέρει στους υπευθύνους χάραξης πολιτικής περιθώριο να αποφύγουν μια βιαστική αύξηση των επιτοκίων.
Η οικονομία της Ευρωζώνης έχει επιδείξει ανθεκτικότητα, ωστόσο αρχίζει να χάνει δυναμική. Παράλληλα, η σημαντική άνοδος των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων αυξάνει ήδη το κόστος δανεισμού για επιχειρήσεις και νοικοκυριά, περιορίζοντας την οικονομική δραστηριότητα.
Όπως επισημαίνουν οι οικονομολόγοι του Bloomberg Economics, Ντέιβιντ Πάουελ και Σιμόνα Ντέλε Κιάιε, η ΕΚΤ είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα κάνει μια παύση τον Οκτώβριο, καθώς η αύξηση του κόστους χρηματοδότησης έχει ήδη οδηγήσει σε αυστηρότερες χρηματοπιστωτικές συνθήκες. Μια νέα αύξηση επιτοκίων θα μπορούσε να επιδεινώσει περαιτέρω την αναταραχή στις αγορές ομολόγων.
Η επιλογή της αναμονής μέχρι τον Δεκέμβριο θα διατηρούσε τον τριμηνιαίο ρυθμό αυξήσεων των επιτοκίων, χωρίς να δημιουργείται η εντύπωση ότι η ΕΚΤ αντιδρά σπασμωδικά στις εξελίξεις.
Η Λαγκάρντ και άλλα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου έχουν υποστηρίξει ότι η σταδιακή προσαρμογή της νομισματικής πολιτικής αποτελεί την ενδεδειγμένη προσέγγιση. Ωστόσο, η αβεβαιότητα παραμένει εξαιρετικά υψηλή, καθώς οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή μπορούν να ανατρέψουν τις προβλέψεις για τον πληθωρισμό.
Από την πλευρά του, ο Πιερ Βουνς, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ, αναγνώρισε ότι οι αγορές προεξοφλούν περαιτέρω αυξήσεις επιτοκίων, χαρακτηρίζοντας το συγκεκριμένο σενάριο εύλογο, αλλά υπογραμμίζοντας ότι η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται σε ένα ιδιαίτερα αβέβαιο περιβάλλον.
Η γαλλική κρίση και ο φόβος μετάδοσης στην Ευρωζώνη
Η μεγαλύτερη ανησυχία για τη Φρανκφούρτη προέρχεται πλέον από τη Γαλλία, όπου ο συνδυασμός υψηλού δημοσιονομικού ελλείμματος, πολιτικού κατακερματισμού και κοινωνικών αναταραχών έχει προκαλέσει έντονες πιέσεις στην αγορά κρατικών ομολόγων.
Η διαφορά απόδοσης μεταξύ των γαλλικών και των γερμανικών δεκαετών ομολόγων, το γνωστό spread, εκτινάχθηκε πρόσφατα σε υψηλό 15ετίας, αποτυπώνοντας την αυξανόμενη δυσπιστία των επενδυτών απέναντι στη δημοσιονομική κατάσταση της δεύτερης μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρωζώνης.
Η αναταραχή ξυπνά μνήμες από την ευρωπαϊκή κρίση χρέους της προηγούμενης δεκαετίας, ενισχύοντας τους φόβους ότι οι πιέσεις θα μπορούσαν να επεκταθούν και σε άλλες χώρες, όπως η Ιταλία.
Η κατάσταση δημιουργεί ένα ιδιαίτερα δύσκολο δίλημμα για την ΕΚΤ. Από τη μία πλευρά, πρέπει να περιορίσει τον πληθωρισμό. Από την άλλη, ενδεχόμενη περαιτέρω αύξηση των επιτοκίων θα μπορούσε να επιβαρύνει το κόστος δανεισμού των κυβερνήσεων και να εντείνει την αστάθεια στις αγορές.
Στο επίκεντρο των συζητήσεων βρίσκεται το Εργαλείο Προστασίας της Μετάδοσης (Transmission Protection Instrument – TPI), που θεσπίστηκε το 2022 και επιτρέπει στην ΕΚΤ να πραγματοποιεί, υπό προϋποθέσεις και χωρίς προκαθορισμένο ποσοτικό όριο, αγορές κρατικών ομολόγων για την αντιμετώπιση αδικαιολόγητων και άτακτων διακυμάνσεων των αγορών.
Ωστόσο, το εργαλείο δεν σχεδιάστηκε για να αντιμετωπίζει τα δημοσιονομικά προβλήματα χωρών με υπερβολικά ελλείμματα. Αξιωματούχοι της ΕΚΤ έχουν μέχρι στιγμής υποβαθμίσει το ενδεχόμενο ενεργοποίησής του για τη Γαλλία.
Μία εναλλακτική επιλογή θα ήταν η προσωρινή αναστολή της ποσοτικής σύσφιγξης, δηλαδή της σταδιακής συρρίκνωσης του χαρτοφυλακίου ομολόγων που απέκτησε η ΕΚΤ τα προηγούμενα χρόνια. Προς το παρόν, όμως, δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι μια τέτοια παρέμβαση συγκεντρώνει την απαιτούμενη υποστήριξη στο Διοικητικό Συμβούλιο.
Η Νανέτ Χέχλερ-Φεντέρμπε, επικεφαλής επενδύσεων για την Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και την Αφρική στη Lombard Odier, εκτιμά ότι ο πήχης για παρέμβαση της ΕΚΤ παραμένει εξαιρετικά υψηλός.
Όπως ανέφερε στο Bloomberg, δεν αναμένει ενεργοποίηση εργαλείων όπως το TPI, εκτός εάν υπάρξει πραγματικός κίνδυνος μετάδοσης της κρίσης, σοβαρής διαταραχής της λειτουργίας των χρηματοπιστωτικών αγορών ή περιορισμού της ρευστότητας σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Τα σενάρια πρόωρης αποχώρησης της Λαγκάρντ
Πέρα από τις οικονομικές προκλήσεις, στο προσκήνιο βρίσκεται και το ενδεχόμενο πρόωρης αποχώρησης της Κριστίν Λαγκάρντ από την προεδρία της ΕΚΤ.
Οι σχετικές φήμες ενισχύθηκαν μετά την παραδοχή της ίδιας ότι εξετάζει το ενδεχόμενο να αποχωρήσει μερικούς μήνες πριν από την ολοκλήρωση της θητείας της, τον Οκτώβριο του 2027.
Σύμφωνα με το Bloomberg, αρκετά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου εμφανίζονται πλέον ανυπόμονα να αποσαφηνιστούν οι προθέσεις της, προκειμένου να ξεκινήσουν εγκαίρως οι διαδικασίες επιλογής διαδόχου.
Στους ευρωπαϊκούς κύκλους κερδίζει έδαφος το σενάριο αποχώρησής της ήδη από τον Ιανουάριο του 2027, κάτι που θα απαιτούσε σύντομη ανακοίνωση της απόφασής της ώστε οι ηγέτες της Ευρωζώνης να έχουν επαρκή χρόνο για την επιλογή του επόμενου επικεφαλής.
Έτσι, η σημερινή συνέντευξη Τύπου στη Φρανκφούρτη αναμένεται να αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία, όχι μόνο για την κατεύθυνση της νομισματικής πολιτικής, αλλά και για την ηγεσία της ΕΚΤ σε μια περίοδο αυξανόμενων οικονομικών και πολιτικών κινδύνων.
