Τεχνητή Νοημοσύνη: Η ανησυχία εξαπλώνεται σε ΗΠΑ και Ευρώπη – Οι πολίτες ζητούν επιβράδυνση της κούρσας

Σχεδόν ένας στους δύο πολίτες πιέζει για φρένο στην ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης - Ανησυχίες για ασφάλεια και απασχόληση

Τεχνητή Νοημοσύνη © magnific

Η ταχύτητα με την οποία εξελίσσεται η τεχνητή νοημοσύνη προκαλεί αυξανόμενη ανησυχία σε ΗΠΑ και Ευρώπη, με σημαντικό μέρος των πολιτών να τάσσεται πλέον υπέρ μιας επιβράδυνσης της ανάπτυξής της, ακόμη και αν αυτό σημαίνει ότι η χώρα τους θα μείνει πίσω στον παγκόσμιο τεχνολογικό ανταγωνισμό.

Νέα δημοσκόπηση του POLITICO, που πραγματοποιήθηκε από την ανεξάρτητη εταιρεία Public First σε έξι χώρες —ΗΠΑ, Καναδά, Ηνωμένο Βασίλειο, Γαλλία, Ισπανία και Γερμανία— καταγράφει ότι περίπου οι μισοί ερωτηθέντες θεωρούν πως οι σημερινές δυνατότητες της AI είναι ήδη αρκετά προηγμένες και προτιμούν μια παύση στην περαιτέρω ανάπτυξη, προκειμένου να περιοριστούν οι κίνδυνοι. Η στάση αυτή δεν περιορίζεται σε μία συγκεκριμένη πολιτική παράταξη. Σύμφωνα με το POLITICO, η επιφυλακτικότητα απέναντι στην ταχύτητα εξέλιξης της τεχνητής νοημοσύνης εμφανίζεται σε διαφορετικά πολιτικά ακροατήρια και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού.

Το υψηλότερο ποσοστό υπέρ μιας παύσης καταγράφηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο, με 51%, ενώ το χαμηλότερο στη Γερμανία, με 45%. Αντίθετα, σε κάθε χώρα μόλις το 30% έως 40% των ερωτηθέντων τάχθηκε υπέρ της συνέχισης της ανάπτυξης με τον σημερινό ρυθμό, προκειμένου να αξιοποιηθούν τα πιθανά οφέλη της τεχνολογίας.

Πάνω από τους μισούς βλέπουν κίνδυνο για την ανθρωπότητα

Ακόμη εντονότερη είναι η εικόνα στις απαντήσεις σχετικά με τους μακροπρόθεσμους κινδύνους. Περισσότεροι από τους μισούς ερωτηθέντες και στις έξι χώρες θεωρούν ότι υπάρχει τουλάχιστον «μέτριος» κίνδυνος η τεχνητή νοημοσύνη να μπορούσε να οδηγήσει ακόμη και στην καταστροφή της ανθρωπότητας. Στις ΗΠΑ, τη Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και τον Καναδά, το σχετικό ποσοστό πλησιάζει τα δύο τρίτα των ενηλίκων που συμμετείχαν στη δημοσκόπηση.

Τα αποτελέσματα αποκτούν ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία κυβερνήσεις και διεθνείς οργανισμοί προσπαθούν να αποφασίσουν μέχρι πού πρέπει να φτάσει η εποπτεία της AI, χωρίς ταυτόχρονα να περιοριστούν οι επενδύσεις και η τεχνολογική καινοτομία. Το ζήτημα βρίσκεται και στην ατζέντα των συζητήσεων γύρω από τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη, καθώς οι μεγαλύτερες οικονομίες αναζητούν διαφορετικές ισορροπίες μεταξύ ασφάλειας και ανταγωνιστικότητας.

«Ας μείνουμε πίσω, αρκεί να είμαστε ασφαλέστεροι»

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά ευρήματα της έρευνας αφορά τον διεθνή ανταγωνισμό. Σημαντικό ποσοστό των πολιτών δηλώνει διατεθειμένο να αποδεχθεί ακόμη και το ενδεχόμενο η χώρα του να χάσει έδαφος στην κούρσα της τεχνητής νοημοσύνης, εφόσον αυτό επιτρέψει ασφαλέστερη ανάπτυξη της τεχνολογίας. Στον Καναδά και το Ηνωμένο Βασίλειο, το 53% προτίμησε την επιλογή της μεγαλύτερης ασφάλειας, ακόμη και εάν άλλες χώρες αποκτούσαν τεχνολογικό πλεονέκτημα. Πρόκειται για μια σημαντική μετατόπιση σε σχέση με τη συζήτηση των προηγούμενων ετών, όταν το ενδιαφέρον κυβερνήσεων και επιχειρήσεων επικεντρωνόταν κυρίως στο ποιος θα κερδίσει την παγκόσμια κούρσα της AI.

Παράλληλα, οι συμμετέχοντες στη δημοσκόπηση εμφανίζονται περισσότερο πιθανό να πιστεύουν ότι η AI θα καταστρέψει θέσεις εργασίας παρά θα δημιουργήσει νέες, ενισχύοντας την ανησυχία γύρω από τις οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες της τεχνολογίας.

Το δίλημμα της Ευρώπης

Τα ευρήματα δημιουργούν ιδιαίτερο προβληματισμό για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Ευρώπη έχει ακολουθήσει μέχρι σήμερα περισσότερο ρυθμιστική προσέγγιση σε σχέση με τις ΗΠΑ, έχοντας θεσπίσει το 2024 το πρώτο ολοκληρωμένο νομοθετικό πλαίσιο για την τεχνητή νοημοσύνη.

Την ίδια στιγμή, όμως, η ΕΕ προσπαθεί να περιορίσει την απόσταση που τη χωρίζει από τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα σε υποδομές, υπολογιστική ισχύ και προηγμένα μοντέλα AI. Όπως σημειώνει το POLITICO, στην Ευρώπη υπάρχουν ελάχιστοι πάροχοι μοντέλων αιχμής, με τη γαλλική Mistral να αποτελεί μία από τις σημαντικότερες ευρωπαϊκές παρουσίες. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε περάσει μεγάλο μέρος της προηγούμενης χρονιάς προωθώντας επενδύσεις δισεκατομμυρίων ευρώ σε υπολογιστικές υποδομές και αναζητώντας τρόπους να αυξήσει τη σχετικά χαμηλή υιοθέτηση της AI από τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις. Οι αυξανόμενες προειδοποιήσεις για τους κινδύνους της τεχνολογίας δημιουργούν πλέον ένα δύσκολο δίλημμα: ταχύτερη ανάπτυξη για να μειωθεί το τεχνολογικό χάσμα ή μεγαλύτερη προσοχή ώστε να περιοριστούν οι κίνδυνοι;

Οι εκκλήσεις για επιβράδυνση ξεκινούν από τα εργαστήρια

Η αλλαγή του κλίματος δεν προέρχεται μόνο από πολίτες ή ακτιβιστικές οργανώσεις. Το τελευταίο διάστημα, επικεφαλής και στελέχη μεγάλων εταιρειών τεχνητής νοημοσύνης έχουν δημόσια αναφερθεί στους δυνητικούς κινδύνους από την ταχύτατη πρόοδο των μοντέλων. Το POLITICO αναφέρει μεταξύ άλλων τον διευθύνοντα σύμβουλο της Anthropic, Dario Amodei, τον επικεφαλής της OpenAI Sam Altman και τον Elon Musk, οι οποίοι έχουν συμμετάσχει στη συζήτηση γύρω από το ενδεχόμενο επιβράδυνσης ή αυστηρότερου ελέγχου των πλέον προηγμένων συστημάτων. Στις Βρυξέλλες, το κίνημα Pause AI πραγματοποίησε κινητοποίηση έξω από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζητώντας περιορισμούς στην ανάπτυξη των ισχυρότερων μοντέλων.

Παράλληλα, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν έχει καλέσει εκπροσώπους κορυφαίων εργαστηρίων τεχνητής νοημοσύνης σε συζητήσεις γύρω από τον ρυθμό εξέλιξης των frontier models, σύμφωνα με το δημοσίευμα.

Η αντίθετη άποψη

Δεν συμμερίζονται, ωστόσο, όλοι αυτή την εικόνα. Ένα μέρος της τεχνολογικής βιομηχανίας θεωρεί ότι οι φόβοι για την Τεχνητή Νοημοσύνη διογκώνονται περισσότερο από όσο δικαιολογούν οι σημερινές πραγματικές επιπτώσεις. Ο Neil Chilson, επικεφαλής πολιτικής για την AI στο αμερικανικό Abundance Institute, χαρακτήρισε τα αποτελέσματα της δημοσκόπησης χαρακτηριστικό παράδειγμα «τεχνολογικού πανικού», υποστηρίζοντας ότι πολλοί πολίτες έχουν ακούσει πολύ περισσότερα για υποθετικούς μελλοντικούς κινδύνους από όσα έχουν βιώσει τα οφέλη της τεχνολογίας. Το στοιχείο που επικαλείται είναι χαρακτηριστικό: σε όλες τις χώρες εκτός της Ισπανίας, τουλάχιστον το ένα τρίτο των ερωτηθέντων δήλωσε ότι χρησιμοποιεί AI σπάνια ή καθόλου.

Αντίστοιχα, στελέχη του τεχνολογικού κλάδου, μεταξύ των οποίων ο CEO της Nvidia Τζένσεν Χουάνγκ, έχουν εκφράσει επιφυλάξεις απέναντι σε νέα αυστηρότερα ρυθμιστικά μέτρα. Έτσι, η συζήτηση γύρω από την AI χωρίζεται πλέον μεταξύ όσων θεωρούν ότι απαιτείται προληπτική δράση πριν οι δυνατότητες των συστημάτων ξεπεράσουν τα υπάρχοντα εργαλεία ελέγχου και όσων εκτιμούν ότι υπερβολικές ρυθμίσεις θα περιορίσουν την καινοτομία χωρίς σαφές όφελος.

Διαφορετική εικόνα στις ΗΠΑ

Η πολιτική διάσταση της συζήτησης εμφανίζεται εντονότερη στις Ηνωμένες Πολιτείες. Σύμφωνα με τη δημοσκόπηση, οι Αμερικανοί που είχαν ψηφίσει τον Ντόναλντ Τραμπ το 2024 ήταν σχεδόν μοιρασμένοι: 44% τάχθηκε υπέρ μιας παύσης στην ανάπτυξη της προηγμένης AI και 40% υπέρ της συνέχισης.

Σχεδόν οι μισοί ψηφοφόροι του Τραμπ δήλωσαν επίσης ότι οι ΗΠΑ δεν θα πρέπει να επιτρέψουν σε άλλες χώρες να τις ξεπεράσουν στην τεχνητή νοημοσύνη, ακόμη και εάν αυτό συνεπάγεται μεγαλύτερο ρίσκο. Η κυβέρνηση Τραμπ έχει υιοθετήσει πιο επιφυλακτική στάση απέναντι σε νέους ομοσπονδιακούς περιορισμούς, ενώ το POLITICO αναφέρει ότι ο Αμερικανός πρόεδρος έχει απορρίψει τις πιο έντονες προειδοποιήσεις για τους κινδύνους της AI. Την ίδια στιγμή, όμως, πολιτειακές κυβερνήσεις τόσο από το Ρεπουμπλικανικό όσο και από το Δημοκρατικό Κόμμα εξετάζουν αυστηρότερες παρεμβάσεις.

Στην Καλιφόρνια, όπου εδρεύει μεγάλο μέρος της παγκόσμιας βιομηχανίας AI, οι αρχές κινούνται προς ενίσχυση των μηχανισμών εποπτείας των ισχυρότερων μοντέλων, σύμφωνα με το δημοσίευμα.

Πόσο πιστεύουν οι πολίτες τις προειδοποιήσεις των ερευνητών

Ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης ο τρόπος με τον οποίο οι πολίτες αντιμετωπίζουν τις δημόσιες προειδοποιήσεις ανθρώπων που εργάζονται στα ίδια τα εργαστήρια AI. Οι συμμετέχοντες ερωτήθηκαν εάν θεωρούν ότι οι εργαζόμενοι στις εταιρείες πραγματικά πιστεύουν τις προειδοποιήσεις τους για ακραίους κινδύνους ή εάν πρόκειται κυρίως για έναν τρόπο διαφήμισης των δυνατοτήτων των προϊόντων τους.

Και στις έξι χώρες, η τάση ήταν να αντιμετωπίζονται οι προειδοποιήσεις ως ειλικρινείς ανησυχίες και όχι απλώς ως marketing. Αυτό συμβαίνει παρά το γεγονός ότι ορισμένοι επιχειρηματίες του κλάδου υποστηρίζουν ότι οι εταιρείες ενδέχεται να έχουν συμφέρον να παρουσιάζουν τα μοντέλα τους ως εξαιρετικά ισχυρά, καθώς η συζήτηση γύρω από τις δυνατότητές τους αυξάνει και το ενδιαφέρον για τα προϊόντα τους.

Από τον ενθουσιασμό στην επιφυλακτικότητα

Τα ευρήματα της έρευνας δείχνουν τελικά ότι η δημόσια συζήτηση γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη αλλάζει χαρακτήρα. Το ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο πόσο γρήγορα μπορούν να εξελιχθούν τα μοντέλα ή ποιες χώρες και επιχειρήσεις θα κερδίσουν την τεχνολογική κούρσα. Για ένα σημαντικό μέρος των πολιτών σε Βόρεια Αμερική και Ευρώπη, το ζήτημα είναι πλέον πόσο γρήγορα πρέπει να επιτραπεί να εξελιχθούν. Και η μετατόπιση αυτή αυξάνει την πίεση προς κυβερνήσεις και επιχειρήσεις να αποδείξουν ότι η ανάπτυξη της AI μπορεί να συνεχιστεί χωρίς να αγνοούνται οι ανησυχίες για την απασχόληση, την ασφάλεια και τις μακροπρόθεσμες συνέπειές της.