Αντιμέτωπη με έναν «λογαριασμό» αξίας 5 δισ. ευρώ βρίσκεται η παγκόσμια ναυτιλία, καθώς πλησιάζει η προθεσμία για την παράδοση των δικαιωμάτων εκπομπών στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (EU ETS).
Σύμφωνα με το Lloyd’s List, οι ναυτιλιακές εταιρείες καλούνται έως τις 30 Σεπτεμβρίου να παραδώσουν περίπου 61 εκατ. δικαιώματα εκπομπών (EUAs), αριθμός που αντιστοιχεί στις υποχρεώσεις τους για τις εκπομπές του 2025. Με τις τιμές των δικαιωμάτων άνθρακα να κινούνται σε υψηλά επίπεδα, η συνολική αξία τους ξεπερνά πλέον τα 5 δισ. ευρώ.
Πρόκειται για αισθητή αύξηση σε σχέση με τον πρώτο χρόνο εφαρμογής του μέτρου στη ναυτιλία. Το EU ETS εντάσσει σταδιακά τις θαλάσσιες μεταφορές στο ευρωπαϊκό σύστημα τιμολόγησης των εκπομπών, υποχρεώνοντας τις εταιρείες να αγοράζουν δικαιώματα ανάλογα με το διοξείδιο του άνθρακα που εκπέμπουν τα πλοία τους.
Η επιβάρυνση αυξάνεται χρόνο με τον χρόνο. Για τις εκπομπές του 2024 οι εταιρείες κλήθηκαν να καλύψουν το 40%, για εκείνες του 2025 το ποσοστό ανεβαίνει στο 70%, ενώ για τις εκπομπές του 2026 το σύστημα περνά σε πλήρη εφαρμογή, στο 100%.
Πώς λειτουργεί το EU ETS στη ναυτιλία
Το σύστημα καλύπτει τα μεγάλα εμπορικά πλοία που προσεγγίζουν ευρωπαϊκά λιμάνια, ανεξάρτητα από τη χώρα στην οποία εδρεύει η εταιρεία ή τη σημαία που φέρει το πλοίο.
Για τα ταξίδια μεταξύ δύο λιμανιών εντός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου υπολογίζεται το 100% των εκπομπών, όπως και για τις εκπομπές που παράγονται όταν ένα πλοίο βρίσκεται σε ευρωπαϊκό λιμάνι. Στα ταξίδια μεταξύ ευρωπαϊκού λιμανιού και λιμανιού τρίτης χώρας υπολογίζεται το 50% των εκπομπών.
Στην πράξη, κάθε δικαίωμα αντιστοιχεί σε έναν τόνο διοξειδίου του άνθρακα. Όσο περισσότερα καύσιμα καταναλώνει ένα πλοίο και όσο περισσότερους ρύπους εκπέμπει, τόσο περισσότερα δικαιώματα πρέπει να εξασφαλίσει η εταιρεία που είναι υπεύθυνη για τη συμμόρφωσή του.
Αυτό μετατρέπει πλέον τις εκπομπές σε άμεσο λειτουργικό κόστος για τη ναυτιλία, το οποίο επηρεάζεται τόσο από την κατανάλωση κάθε πλοίου όσο και από την τιμή των δικαιωμάτων στην ευρωπαϊκή αγορά άνθρακα.
Το βαρύ αποτύπωμα στα πλοία container
Η επιβάρυνση δεν κατανέμεται ομοιόμορφα σε όλους τους κλάδους της ναυτιλίας. Τα πλοία μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων (containership) βρίσκονται μεταξύ εκείνων με τη μεγαλύτερη έκθεση στο κόστος των ρύπων, λόγω της υψηλής κατανάλωσης καυσίμων και της έντονης δραστηριότητάς τους στις μεγάλες εμπορικές γραμμές που συνδέουν την Ευρώπη με την Ασία και άλλες αγορές.
Η εικόνα αυτή επιβεβαιώνεται και από τα νεότερα στοιχεία του EU MRV για το 2025. Τα containerships εξέπεμψαν περίπου 49,3 εκατ. τόνους CO₂, ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου στο 34,5% των συνολικών εκπομπών. Η απόσταση από τις υπόλοιπες μεγάλες κατηγορίες πλοίων είναι σημαντική, καθώς τα πετρελαιοφόρα ακολούθησαν με περίπου 15,9 εκατ. τόνους CO₂ και τα bulk carriers με 13,3 εκατ. τόνους.
Παράλληλα, τα στοιχεία δείχνουν ότι οι εκπομπές των containerships υποχώρησαν από τους 53,4 εκατ. τόνους το 2024 σε 49,3 εκατ. τόνους το 2025, παραμένουν όμως αισθητά υψηλότερες από τους 36,2 εκατ. τόνους που είχαν καταγραφεί το 2023. Η σύγκριση αποτυπώνει το αποτύπωμα που άφησαν στις θαλάσσιες μεταφορές οι μεγάλες ανατροπές των τελευταίων ετών.
Καθοριστικό ρόλο στην απότομη αύξηση που είχε καταγραφεί το 2024 διαδραμάτισε η κρίση στην Ερυθρά Θάλασσα. Η εκτροπή μεγάλου αριθμού πλοίων από τη Διώρυγα του Σουέζ προς το Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας επέκτεινε σημαντικά τις αποστάσεις των ταξιδιών, αυξάνοντας τις ημέρες πλεύσης και την κατανάλωση καυσίμων και, κατ’ επέκταση, τις εκπομπές. Παρά την αποκλιμάκωση που καταγράφηκε το 2025, το ανθρακικό αποτύπωμα των containerships παρέμεινε σημαντικά υψηλότερο από τα επίπεδα πριν από τις μεγάλες εκτροπές των δρομολογίων.
Ποιος πληρώνει τον λογαριασμό
Η αύξηση του κόστους έχει ανοίξει παράλληλα μια μεγάλη συζήτηση μεταξύ πλοιοκτητών και ναυλωτών για το ποιος επωμίζεται τελικά την επιβάρυνση.
Η εταιρεία που έχει την ευθύνη συμμόρφωσης είναι εκείνη που πρέπει να παραδώσει τα απαιτούμενα δικαιώματα στις ευρωπαϊκές αρχές. Ωστόσο, όταν ο ναυλωτής είναι εκείνος που καθορίζει κρίσιμες παραμέτρους λειτουργίας του πλοίου, όπως τα καύσιμα, την ταχύτητα και τα δρομολόγια, το κόστος μπορεί να επιμερίζεται μέσω των συμβάσεων ναύλωσης.
Το αποτέλεσμα είναι ότι το EU ETS δημιουργεί πλέον έναν νέο παράγοντα στις εμπορικές διαπραγματεύσεις της ναυτιλίας, δίπλα στις τιμές των καυσίμων, στους ναύλους και στα υπόλοιπα λειτουργικά έξοδα.
Γιατί τα υψηλά ναύλα «απορροφούν» το κόστος
Παρά τον λογαριασμό των δισεκατομμυρίων, το Lloyd’s List επισημαίνει πως το κόστος του άνθρακα δεν έχει ακόμη γίνει αρκετά επώδυνο ώστε να προκαλέσει μαζική επιτάχυνση της μετάβασης σε καθαρότερα καύσιμα.
Οι ιδιαίτερα ισχυρές ναυλαγορές σε ορισμένους κλάδους έχουν αυξήσει σημαντικά τα έσοδα των πλοίων, επιτρέποντας στις εταιρείες να απορροφούν ευκολότερα το επιπλέον κόστος συμμόρφωσης.
Την ίδια στιγμή, η μετάβαση σε εναλλακτικά καύσιμα, η αγορά νεότευκτων πλοίων διπλού καυσίμου και η εγκατάσταση τεχνολογιών εξοικονόμησης ενέργειας απαιτούν σημαντικές επενδύσεις.
Η εξίσωση, ωστόσο, γίνεται σταδιακά δυσκολότερη. Από το 2026 η ναυτιλία εισέρχεται στην πλήρη εφαρμογή του EU ETS, καθώς πλέον θα πρέπει να καλύπτεται το 100% των εκπομπών που εμπίπτουν στο σύστημα. Αυτό σημαίνει ότι ο λογαριασμός των 5 δισ. ευρώ δεν αποτελεί το ανώτατο σημείο, αλλά ένα ακόμη βήμα στην κλιμάκωση του κόστους άνθρακα για τον κλάδο.
