Το πείραμα Μαγιάρ και η διχασμένη αντιπολίτευση στην Ελλάδα

Πώς ο καταμερισμός και η έλλειψη κοινής στρατηγικής καθιστούν ουτοπική την προοπτική ενός ελληνικού «Μαγιάρ» που θα ενώσει την αντιπολίτευση

Βουλή ομιλίες υπουργών και βουλευτών © Eurokinissi

Πόσο εφικτό είναι να εμφανιζόταν ένας… Πέτερ Μαγιάρ, ένας ηγέτης δηλαδή που θα μπορούσε να ενώσει τα κομμάτια της αντιπολίτευσης στην Ελλάδα; Υπάρχουν προϋποθέσεις δημιουργίας ενός πόλου εναλλακτικής διακυβέρνησης, με βάση τις εμπειρίες και την πορεία του νέου Πρωθυπουργού της Ουγγαρίας; Θα μπορούσε να υπάρξει κατάλληλο έδαφος, με μια υπέρβαση των μεγάλων διαφορών που χωρίζουν τα κόμματα στο χώρο της Κεντροαριστεράς;

Το ερώτημα δεν είναι εύκολο να απαντηθεί, καθώς η πολιτική πραγματικότητα στη χώρα μας διαφέρει από τις συνθήκες που επικράτησαν στην Ουγγαρία. Ωστόσο, κανένα κόμμα δεν έμεινε αδιάφορο στο πώς κατόρθωσε ένα πρώην στέλεχος του κόμματος του Όρμπαν, που κυβέρνησε επί 16 χρόνια, να διαχωρίσει τη θέση του, να συγκινήσει με το πρόγραμμά του ευρύτερα κοινωνικά στρώματα και πολιτικές ομάδες και να πετύχει μια νίκη, που αρκετοί θεωρούσαν αδύνατη απέναντι σε έναν παντοδύναμο ηγέτη.

Ωστόσο, οι συνθήκες δεν ευνοούν την ανάδειξη ενός «αντίπαλου δέους» απέναντι στον Κυριάκο Μητσοτάκη. Πρώτον, ήδη η χώρα βρίσκεται σε τροχιά εκλογών- είτε αυτές γίνουν στην ώρα τους, το 2027, είτε πρόωρα. Δεύτερον, η πόλωση, η τοξικότητα και η σκληρή πολιτική αντιπαράθεση κυριαρχούν στο πολιτικό σκηνικό. Τρίτον, οι φυγόκεντρες τάσεις ανάμεσα στα κόμματα της αντιπολίτευσης όχι μόνο δεν αμβλύνονται αλλά αντίθετα οξύνονται, καθώς όλοι επιδιώκουν να πλασαριστούν σε μια καλή θέση, την ώρα της κάλπης.

Στην Ελλάδα-σε αντίθεση με την Ουγγαρία, όπου τα παραδοσιακά και μη κόμματα της αντιπολίτευσης εξανεμίστηκαν-έχουμε αρχηγούς κομμάτων σε όλες τις παραλλαγές. Ο Νίκος Ανδρουλάκης είναι πρόεδρος του «θεσμικού» ΠΑΣΟΚ, στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης και ζητεί από τους πολίτες να το αναδείξουν πρώτο κόμμα στις εκλογές έστω με μια ψήφο διαφορά από τη ΝΔ. Ο ΣΥΡΙΖΑ βιώνει το κλείσιμο του πολιτικού του κύκλου, την ώρα που ο πρώην αρχηγός του και πρώην πρωθυπουργός, ο Αλέξης Τσίπρας, επιχειρεί μέσω του rebranding να δημιουργήσει μια νέα δυναμική κυρίως στο χώρο της Αριστεράς. Ο Δημήτρης Κουτσούμπας, γραμματέας του ΚΚΕ αποκλείει κάθε μορφή συνεργασίας με άλλο κόμμα, πρεσβεύοντας τη δική του πλατφόρμα ως τη μόνη διέξοδο για τη χώρα. Ο Στέφανος Κασσελάκης, που εμφανίστηκε να φέρνει άλλον αέρα στην πολιτική, ηγείται πλέον ενός κόμματος κάτω του 3% στις έρευνες. Η Ζωή Κωνσταντοπούλου ακολουθεί το δικό της αντισυστημικό ρόλο, επιτιθέμενη κατά πάντων. Είχαμε και μια εμφάνιση από το πουθενά, την Μαρία Καρυστιανού, που βρέθηκε πάνω στο κύμα διαμαρτυρίας για τα Τέμπη, κατόρθωσε όμως να αυτοπεριοριστεί εντυπωσιακά,όταν πολιτικοποίησε το προσωπικό της δράμα. Στην άλλη… όχθη, ο Κυριάκος Βελόπουλος έχει μια «οροφή» στονα ελκύει δυσαρεστημένους από τη συντηρητική παράταξη, στην οποία στοχεύει επίσης και ο Αντώνης Σαμαράς.

Είναι τέτοιες οι αντιθέσεις και οι διαγκωνισμοί όλων, που ακόμα και αιτήματα που μοιάζουν όλοι σχεδόν να υιοθετούν-να πέσει η κυβέρνηση της ΝΔ, να χτυπηθεί η διαφθορά και να επέλθει κάθαρση-δεν δημιουργούν την παραμικρή υπόνοια στην κοινή γνώμη ότι υπάρχουν έστω αποχρώσες ενδείξεις για κάποιου είδους σύγκλιση.

Στη βάση όλων αυτών των αντιθέσεων βρίσκεται βέβαια η αδυναμία συγκρότησης κοινωνικών συμμαχιών ή πολιτικών συνιστωσών που θα μπορούσαν να πιέσουν για μια εναλλακτική πολιτική έκφραση.

  • Υπάρχει η δυσαρεστημένη μεσαία τάξη αλλά και οι μισθωτοί των 1.000 ευρώ, που έχουν μόνιμη πλέον μια αίσθηση στασιμότητας, πιέζονται από τα φορολογικά βάρη και το ακριβό κόστος διαβίωσης. Κι όμως η κρίση εμπιστοσύνης των στρωμάτων αυτών είναι γενικευμένη απέναντι στο πολιτικό σύστημα, κάτι που εμποδίζει τους υπάρχοντες αντιπολιτευτικούς σχηματισμούς να παίξουν ρόλο εκφραστή της δυσαρέσκειας αυτής.
  • Δυναμική συνιστώσα αλλαγής αλλά… εν υπνώσει είναι οι νέοι 17 έως 35 ετών. Η αίσθηση ότι τίποτε δεν αλλάζει, η εργασιακή ανασφάλεια, η αίσθηση των ανισοτήτων που διευρύνονται δεν μεταφράζεται σε κίνημα στήριξης μιας εναλλακτικής λύσης. Στον αντίποδα αναφέρουμε ότι η στήριξη του Μαγιάρ από τη νεολαία υπήρξε καθοριστικός παράγοντας για τη νίκη του.
  • ΟΙ δυσαρεστημένοι από τη ΝΔ οπαδοί της παράταξης, ψηφοφόροι που δεν ικανοποιούνται από την εικόνα των σκανδάλων, διατηρούν μια αίσθηση αδικίας και παραγκωνισμού είναι ένας κρίσιμος παράγοντας για τον κλονισμό της κυβέρνησης, με την προϋπόθεση ότι θα μετακινηθούν μαζικά σε έναν αντιπολιτευτικό πόλο. Κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει μέχρι στιγμής. Αντίθετα, πολλοί από αυτούς γεμίζουν τη στήλη των αναποφάσιστων στις δημοσκοπήσεις, παρά την κυβερνητική φθορά.
  • Αλλά και ο χώρος οπαδών της Κεντροαριστεράς-αποστασιοποιημένοι τόσο από το ΠΑΣΟΚ όσο και από τον ΣΥΡΙΖΑ0- αν και συγκινούνται από το αίτημα για κοινωνική δικαιοσύνη και ενοχλούνται από τις υποθέσεις των υποκλοπών και του ΟΠΕΚΕΠΕ, είναι στο «περίμενε» για «κάτι που να αξίζει» και, προς το παρόν, δεν το βλέπουν στον ορίζοντα.

Ένας Έλληνας «Μαγιάρ» θα όφειλε να ενώσει όλα αυτά τα ρεύματα σε μια κοίτη, με έναν πειστικό προγραμματικό λόγο, με μια υπέρβαση της τοξικότητας και της τυφλής αντιπαράθεσης, με εγγυήσεις ασφαλείας για το αύριο της χώρας, με χειροπιαστές αποδείξεις ότι μπορούν να αμβλυνθούν οι κοινωνικές ανισότητες. Στον αντίποδα δηλαδή των όσων διαμείβονται σήμερα στον αντιπολιτευτικό χώρο.