Σε ένα ντόμινο ανακατατάξεων στο πολιτικό σκηνικό, η αναζήτηση δεξαμενών ψήφων αποτελεί ύψιστη προτεραιότητα για όλα τα κόμματα, ιδιαίτερα όμως για τα νεοϊδρυθέντα. Είναι αλήθεια πως όσο το ειδικό βάρος των σταθερών ή παραδοσιακών ψηφοφόρων μικραίνει, τόσο αυξάνονται οι προσδοκίες για προσεταιρισμό των «ασυνεπών» ψηφοφόρων, που αυξάνονται. Άλλωστε, όλο και πιο συχνά γίνεται λόγος για τους «ψηφοφόρους του καναπέ»- που έφτασε η ώρα να σηκωθούν-, για την αυξημένη «γκρίζα ζώνη» στις δημοσκοπήσεις-με τους αναποφάσιστους, αυτούς που δηλώνουν «κανένα κόμμα»-, για τους απογοητευμένους, για τους αδιάφορους. Παλιότερα, δεν συναντούσαμε… εξειδικεύσεις, γινόταν λόγος για την «σιωπηρή πλειοψηφία». Τώρα όμως; Υπάρχουν, τελικά, υπόγεια ρεύματα, που μπορούν να φέρουν τα πάνω-κάτω στο πολιτικό σκηνικό; Για να απαντηθεί το ερώτημα, ας επιχειρήσουμε μια ανατομία των κατηγοριών των πολιτών που απέχουν ή ταλαντεύονται.
Ο οικονομικά πιεσμένος αλλά αποστασιοποιημένος πολίτης
Η πρώτη και μεγαλύτερη κατηγορία είναι όσοι βιώνουν έντονα την οικονομική πίεση. Τα δεδομένα δείχνουν ότι η ακρίβεια, τα χαμηλά εισοδήματα και το κόστος ζωής αποτελούν τα βασικά προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας. Οι πολίτες δηλώνουν ότι τα χρήματά τους δεν επαρκούν, ότι οι αυξήσεις στους μισθούς δεν καλύπτουν τον πληθωρισμό και ότι η καθημερινότητα γίνεται όλο και πιο δύσκολη. Κοινός παρονομαστής; Η ακρίβεια, που παραμένει υπ’ αριθμόν ένα πρόβλημα. Και όμως, στην κάλπη, αυτοί οι ίδιοι ψηφοφόροι συχνά δεν ψηφίζουν με βάση αυτά τα προβλήματα. Αντί να επιλέξουν κριτικά πολιτικές που υπόσχονται βελτίωση της οικονομικής τους κατάστασης, στρέφονται προς επιλογές που τους εμπνέουν «σταθερότητα» ή «αξιοπιστία».
Ο εθισμένος στα social media πολίτης
Μια δεύτερη κατηγορία, ολοένα αυξανόμενη, είναι ο ψηφοφόρος που διαμορφώνει την πολιτική του στάση κυρίως μέσα από τα social media. Στην Ελλάδα, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αποτελούν βασική πηγή ενημέρωσης για πάνω από τους μισούς πολίτες, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη διαμόρφωση των πολιτικών του πεποιθήσεων. Αυτός ο ψηφοφόρος μπορεί να έχει αντικειμενικά χαμηλά εισοδήματα και να επηρεάζεται από την ακρίβεια, αλλά η πολιτική του κρίση φιλτράρεται μέσα από εικόνες, πρόσωπα και εντυπώσεις. Επηρεάζεται περισσότερο από ένα viral βίντεο ή μια «δυνατή ατάκα» ενός πολιτικού παρά από μια ανάλυση για την οικονομία. Η ασυνέπεια εδώ προκύπτει από τη σύγκρουση ανάμεσα στην εμπειρία και την ψηφιακή αφήγηση: η πραγματική ζωή λέει ένα πράγμα, αλλά η ψηφιακή εικόνα οδηγεί σε άλλες προτεραιότητες.
Ο αντισυστημικός και θυμωμένος ψηφοφόρος
Πρόκειται για πολίτες που αισθάνονται έντονη απογοήτευση από την οικονομική και κοινωνική κατάσταση και θεωρούν ότι το πολιτικό σύστημα συνολικά έχει αποτύχει. Εδώ η ασυνέπεια είναι πιο εμφανής: ο πολίτης ζητά λύσεις για την καθημερινότητά του, αλλά ψηφίζει με γνώμονα την τιμωρία και όχι την αποτελεσματικότητα. Επιλέγει κόμματα ή πρόσωπα που εκφράζουν έντονα τον θυμό του, ακόμη κι αν δεν προσφέρουν ρεαλιστικές λύσεις. Η ψήφος μετατρέπεται σε πράξη εκτόνωσης. Είναι μια κατηγορία που τροφοδοτεί τα λεγόμενα «αντισυστημικά κόμματα».
Ο νέος με φιλοδοξίες και αντιφάσεις
Ιδιαίτερη κατηγορία αποτελεί ο νέος ψηφοφόρος. Ζει σε ένα περιβάλλον χαμηλών μισθών και υψηλού κόστους ζωής, αλλά ταυτόχρονα εκτίθεται καθημερινά σε ένα ψηφιακό περιβάλλον που προβάλλει επιτυχία, ευημερία και «ιδανικές ζωές». Αυτή η διπλή πραγματικότητα δημιουργεί μια βαθιά εσωτερική αντίφαση. Ο νέος δεν ψηφίζει πάντα με βάση τις οικονομικές του ανάγκες, αλλά με βάση την εικόνα του μέλλοντος που τον ελκύει. Μπορεί να στηρίζει πολιτικές που δεν τον ωφελούν άμεσα, επειδή ταυτίζεται με ένα αφήγημα προόδου ή επιτυχίας. Η ασυνέπεια εδώ είναι υπαρξιακή: η ψήφος εκφράζει το πώς θέλει να είναι η ζωή του, όχι το πώς είναι.
Ο απογοητευμένος και αναποφάσιστος
Τέλος, υπάρχει και ο ψηφοφόρος που βρίσκεται σε κατάσταση αδράνειας. Αναγνωρίζει τα προβλήματα, βιώνει την καθημερινή πίεση, αλλά δεν εμπιστεύεται κανέναν πολιτικό φορέα. Η ασυνέπεια εκδηλώνεται ως αποχή ή καθυστερημένη επιλογή. Εδώ έχουμε ένα παράδοξο: ο πολίτης έχει καθαρή εικόνα των προβλημάτων, αλλά δεν μπορεί να μετατρέψει αυτή την εικόνα σε πολιτική επιλογή. Το αποτέλεσμα είναι μια «σιωπηλή» ασυνέπεια, όπου η άποψη δεν οδηγεί σε πράξη.
Οι «ασυνεπείς» πολίτες βιώνουν έντονες αντιφάσεις ανάμεσα σε όσα ζουν καθημερινά και σε όσα τελικά καθορίζουν την εκλογική τους επιλογή. Αυτή η ασυνέπεια δεν είναι τυχαία· είναι προϊόν ενός βαθύτερου χάσματος ανάμεσα στην πραγματική κοινωνική εμπειρία και την εικόνα που διαμορφώνεται κυρίως μέσα από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Παρά τις διαφορές τους, όλες αυτές οι κατηγορίες έχουν ένα κοινό στοιχείο: βιώνουν έντονα τα ίδια προβλήματα – ακρίβεια, χαμηλά εισοδήματα, ανασφάλεια – αλλά η ψήφος τους επηρεάζεται από παράγοντες πέρα από αυτά. Αυτό το φαινόμενο δεν είναι αποτέλεσμα ατομικής αδυναμίας, αλλά του περιβάλλοντος: της σύγκρουσης ανάμεσα στην πραγματική εμπειρία και στην ψηφιακή αναπαράστασή της. Κι αυτό δυσκολεύει αφάνταστα την προσέγγισή τους από τα κόμματα, τόσο τα θεσμικά όσο και τα αντισυστημικά αλλά και από τους νέους σχηματισμούς, που συναρτούν την βιωσιμότητά τους από ένα ασταθές ακροατήριο…
