Ήταν αρκετό να δώσει το κοριτσάκι το χαρτί με το όνομα του κόμματος του Αλέξη Τσίπρα ώστε να αρχίσουν οι μετρήσεις των εταιρειών. Με το καλημέρα, «έγραψε» ποσοστό της τάξης του 15%. Αλλά και η εκδήλωση της Μαρίας Καρυστιανού στη Θεσσαλονίκη σηματοδότησε ποσοστά της τάξης του 8-10%. Το ερώτημα-που μάλλον δεν απασχολεί αρκετούς-είναι: Πώς είναι δυνατόν πολιτικοί σχηματισμοί που δεν διαθέτουν ακόμη οργανωμένη δομή, κομματικά όργανα, στελέχη ή ολοκληρωμένο πρόγραμμα να εμφανίζονται με τέτοια ποσοστά πριν καλά-καλά ιδρυθούν;
Θα ξεκινήσουμε λίγο… ανορθόδοξα. Η απουσία προγράμματος μάλλον αποτελεί πλεονέκτημα στις μέρες μας και όχι μειονέκτημα. Όσο ένα κόμμα παραμένει ασαφές, τόσο ευκολότερα συγκεντρώνει υποστηρικτές από διαφορετικές κοινωνικές και πολιτικές ομάδες. Η στιγμή που θα παρουσιάσει συγκεκριμένες θέσεις είναι συνήθως και η στιγμή που αρχίζει να χάνει μέρος της αρχικής του δυναμικής. Οι θέσεις για τη φορολογία, το ασφαλιστικό, την αγορά εργασίας, το μεταναστευτικό ή την εξωτερική πολιτική αναπόφευκτα δημιουργούν αντιδράσεις. Έτσι, πολλές φορές η δημοσκοπική επιρροή ενός νέου σχηματισμού κορυφώνεται πριν ακόμη εμφανιστεί επίσημα στην πολιτική σκηνή. Μετά αρχίζουν τα δύσκολα…
Βέβαια στην εποχή μας, οι πολίτες συχνά ψηφίζουν το σύμβολο και όχι τον οργανισμό. Όταν οι δημοσκόποι ρωτούν για ένα πιθανό κόμμα του Αλέξη Τσίπρα ή της Μαρίας Καρυστιανού, οι ερωτώμενοι δεν αξιολογούν καταστατικά, κομματικές οργανώσεις ή εξειδικευμένες προγραμματικές θέσεις. Αλήθεια, πόσοι από τους συμπαθούντες έχουν πεισθεί από το «μανιφέστο Σιακαντάρη» ή από την μονοθεματική ατζέντα της κ. Καρυστιανού; Απαντούν με βάση την εικόνα που έχουν για το πρόσωπο. Ο Τσίπρας διαθέτει υψηλή αναγνωρισιμότητα και κυβερνητική εμπειρία-αμφιλεγόμενο το πώς θα μετρήσει αυτό την ώρα της κάλπης-, ενώ η κα. Καρυστιανού έχει αποκτήσει ισχυρό συμβολικό φορτίο μέσα από τη δημόσια παρουσία της γύρω από την τραγωδία των Τεμπών. Στην ουσία, οι πολίτες αξιολογούν μια πολιτική υπόσχεση που ανάγεται σε ένα πρόσωπο.
Αναμφισβήτητα πάντως, τα ποσοστά από τις δύο μετρήσεις, αντανακλούν μια βαθύτερη κρίση πολιτικής εκπροσώπησης, διαπιστωμένης εδώ και καιρό. Ένα σημαντικό τμήμα του εκλογικού σώματος αισθάνεται ότι δεν εκφράζεται επαρκώς από τα υπάρχοντα κόμματα. Σε αυτό το περιβάλλον, ένα νέο πολιτικό εγχείρημα λειτουργεί ως «λευκός καμβάς» πάνω στον οποίο κάθε πολίτης προβάλλει τις δικές του προσδοκίες. Άλλοι φαντάζονται μια πιο κοινωνική πολιτική, άλλοι έναν πιο αποτελεσματικό κρατικό μηχανισμό, άλλοι μια πιο αντισυστημική στάση. Εφόσον το κόμμα δεν έχει ακόμη διατυπώσει συγκεκριμένες θέσεις, μπορεί να φιλοξενεί ταυτόχρονα πολλές και συχνά αντικρουόμενες προσδοκίες. Το τι θα συμβεί όταν αρχίζει να σχηματοποιείται η κομματική τους «ταυτότητα», είναι μια άλλη ιστορία, μη ανιχνεύσιμη δημοσκοπικά, προς το παρόν.
Οι επίδοξοι αρχηγοί κομμάτων κατά κοινή παραδοχή επενδύουν στην επιρροή των κοινωνικών δικτύων, που ενισχύουν σημαντικά και συστηματικά την προσωποκεντρική πολιτική. Τα πρόσωπα αποκτούν δημόσια απήχηση πολύ πριν αποκτήσουν κομματικό μηχανισμό. Η συνεχής προβολή, η αμεσότητα της επικοινωνίας και η δυνατότητα δημιουργίας ψηφιακών κοινοτήτων επιτρέπουν σε μια προσωπικότητα να εμφανίζεται πολιτικά ισχυρή χωρίς να διαθέτει τις παραδοσιακές δομές που χαρακτήριζαν τα κόμματα του παρελθόντος.
Είναι όμως τα ποσοστά του Αλέξη Τσίπρα και Μαρίας Καρυστιανού «καπαρωμένα»; Κάθε άλλο. Πρώτον, οι έρευνες είναι φωτογραφίες της στιγμής- και όχι μηχανισμοί προβολής των μελλοντικών τάσεων. Υπάρχει και η άποψη ότι οι δημοσκοπήσεις αυτές δεν μετρούν ακριβώς εκλογική συμπεριφορά. Μετρούν πρωτίστως τη διάθεση των πολιτών για μια νέα πολιτική εκπροσώπηση και την αναζήτηση εναλλακτικών λύσεων απέναντι στο υπάρχον κομματικό σύστημα.
Οι σπεύδοντες να κεφαλαιοποιήσουν ή να αναθεματίσουν τα νέα ευρήματα ας δείξουν αυτοσυγκράτηση, καθώς υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην υποθετική προτίμηση και στην πραγματική ψήφο. Όταν ένας πολίτης δηλώνει ότι θα τον ενδιέφερε ένα νέο κόμμα, εκφράζει συχνά μια γενική διάθεση αλλαγής. Όταν όμως φτάνει η στιγμή της κάλπης, ενεργοποιούνται διαφορετικά κριτήρια: η κυβερνησιμότητα, η αξιοπιστία των στελεχών, η οργανωτική επάρκεια, οι πιθανότητες επιτυχίας και η συνοχή του προγράμματος. Η πολιτική ιστορία του τόπου είναι άλλωστε γεμάτη από σχήματα που εμφανίστηκαν εντυπωσιακά στις δημοσκοπήσεις αλλά δεν κατάφεραν να διατηρήσουν τη δυναμική τους όταν ήρθε η ώρα της πραγματικής εκλογικής αναμέτρησης.
Το ουσιαστικό συμπέρασμα δεν είναι ότι ένα υποθετικό κόμμα μπορεί να συγκεντρώνει 10% ή 15% στις δημοσκοπήσεις. Αυτό έχει συμβεί πολλές φορές, τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς. Το πραγματικά σημαντικό εύρημα είναι ότι μεγάλα τμήματα της κοινωνίας εμφανίζονται πρόθυμα να επενδύσουν πολιτικές ελπίδες σε σχήματα που ακόμη δεν υπάρχουν ή μόλις γεννιούνται. Αυτό φανερώνει ότι η κρίση εκπροσώπησης παραμένει ισχυρή και ότι η αναζήτηση μιας νέας πολιτικής πρότασης δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.
Σε τέτοιες περιόδους, η ψήφος παύει να είναι αποκλειστικά επιλογή προγράμματος και μετατρέπεται σε αναζήτηση φορέα ελπίδας, προσδοκίας ή διαμαρτυρίας. Και όταν συμβαίνει αυτό, το πρόσωπο συχνά αποκτά μεγαλύτερη σημασία από το ίδιο το κόμμα. Αυτό είναι ίσως το βαθύτερο πολιτικό μήνυμα που εκπέμπουν οι συγκεκριμένες δημοσκοπήσεις.
