Τι δείχνει η …μεταγραφική περίοδος βουλευτών από κόμμα σε κόμμα

Εδώ και καιρό, το μπαράζ μεταγραφών, διαγραφών και μετακινήσεων βουλευτών και πολιτευτών από το ένα κόμμα στο άλλο κλέβει την παράσταση

Βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ στην Ολομέλεια της Βουλής υπό τον Σωκράτη Φάμελλο © ΤΑΤΙΑΝΑ ΜΠΟΛΑΡΗ/EUROKINISSI

Κάθε καλοκαίρι, τέτοια εποχή στην αθλητική επικαιρότητα κυριαρχεί το παζάρι των μεταγραφών στις ομάδες (φέτος αυτό καθυστερεί λόγω Μουντιάλ). Όμως εδώ και καιρό την παράσταση κλέβει το μπαράζ μεταγραφών, διαγραφών, μετακινήσεων βουλευτών και πολιτευτών από τον έναν πολιτικό σχηματισμό στον άλλον. Η εικόνα που διαμορφώνεται τα τελευταία χρόνια στην ελληνική πολιτική σκηνή, και ειδικά στον χώρο της Κεντροαριστεράς, δεν θυμίζει ανασύνθεση ιδεών ούτε προσπάθεια πολιτικής ανανέωσης. Αντιθέτως, θυμίζει ολοένα και περισσότερο ένα ρευστό πεδίο μετακινήσεων χωρίς σταθερά σημεία αναφοράς, όπου πρόσωπα αλλάζουν πολιτική στέγη με χαρακτηριστική ευκολία. Θα έλεγε κανείς ότι ζούμε ένα είδος πολιτικής «ποδοσφαιροποίησης».

Καταλύτης αυτών των μετακινήσεων ήταν και παραμένει ο χώρος του ΣΥΡΙΖΑ, ενώ φαινόμενα οβιδιακών μεταμορφώσεων καταγράφονται και σε υπό διαμόρφωση νέα κόμματα. Μετά τις εκλογές του 2023 και την εσωτερική κρίση του ΣΥΡΙΖΑ, παρατηρήθηκε μια μαζική αποχώρηση στελεχών, τα οποία συγκρότησαν τη «Νέα Αριστερά». Ανάμεσα στους πρωταγωνιστές αυτής της διάσπασης ήταν ονόματα όπως η Έφη Αχτσιόγλου, ο Δημήτρης Τζανακόπουλος, ο Νάσος Ηλιόπουλος, η Θεανώ Φωτίου, η Μερόπη Τζούφη, ο Χουσεΐν Ζεϊμπέκ και ο Αλέξης Χαρίτσης. Η κίνηση αυτή παρουσιάστηκε τότε ως μια «επιστροφή στις αρχές» και ως διαφοροποίηση από την πορεία του ΣΥΡΙΖΑ.  Ωστόσο, οι ίδιοι περίπου βουλευτές αποχώρησαν εκ νέου μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, οδηγώντας ουσιαστικά στη διάλυση της κοινοβουλευτικής παρουσίας της Νέας Αριστεράς. Ιδεολογική μεταστροφή; Δύσκολο να διακρίνεις κάτι τέτοιο, μέσα από τις γενικόλογες δηλώσεις περί «νέου ξεκινήματος» και «αλλαγής». Οι αποχωρήσεις αυτές συνδέθηκαν με τις προσδοκίες πολλών για ένταξη στο νέο κόμμα του Αλέξη Τσίπρα. Στην ΕΛΑΣ όμως οι πόρτες παραμένουν κλειστές γι’αυτούς-ακόμα και για τον Σωκράτη Φάμελλο, που αγωνιωδώς αναζητεί γέφυρα επικοινωνίας με τον πρώην αρχηγό του. Στο μεταξύ είναι δύσκολο να διαγραφούν οι μνήμες για τα όσα κωμικοτραγικά συνέβησαν με την άνοδο, την πτώση και την άδοξη έξοδο του Στέφανου Κασσελάκη από τον ΣΥΡΙΖΑ.

Όμως ο ΣΥΡΙΖΑ επλήγη από ένα ακόμη ευρύ κύμα αποχωρήσεων και ανεξαρτητοποιήσεων. Βουλευτές όπως η Αθηνά Λινού, η Ραλλία Χρηστίδου, ο Αλέξανδρος Αυλωνίτης, ο Πέτρος Παππάς, η Κυριακή Μάλαμα, η Θεοδώρα Τζάκρη και η Γιώτα Πούλου απομακρύνθηκαν από το κόμμα, συμβάλλοντας σε μια πρωτοφανή συρρίκνωση της κοινοβουλευτικής του δύναμης. Το αποτέλεσμα ήταν η πρώτη φορά μεταπολιτευτικά που ένα κόμμα έχασε τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης χωρίς εκλογές, όπως και η πρώτη φορά επίσης που ένα κόμμα, το ΠΑΣΟΚ, εξαιτίας αυτής της εξέλιξης, έγινε αξιωματική αντιπολίτευση. Αλλά και το ΠΑΣΟΚ καταγράφεται ως πόλος απορρόφησης στελεχών από άλλους  χώρους. Ενδεικτική είναι η περίπτωση της Αγγελικής Αδαμοπούλου, η οποία μέσα σε λίγα χρόνια μετακινήθηκε από το ΜέΡΑ25 στον ΣΥΡΙΖΑ, στη συνέχεια ανεξαρτητοποιήθηκε και τελικά προσχώρησε στο ΠΑΣΟΚ. Παρόμοιες διαδρομές ακολουθούν και άλλα στελέχη που εντάσσονται στο κόμμα της Χαριλάου Τρικούπη,  στο πλαίσιο της διεύρυνσης, ενισχύοντας την εικόνα ενός χώρου που επιχειρεί να συσπειρωθεί μέσω «μεταγραφών».

Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η ταχύτητα με την οποία μεταβάλλονται οι πολιτικές σχέσεις. Πρόσωπα που μέχρι χθες ασκούσαν σφοδρή κριτική σε έναν ηγέτη ή ένα κόμμα εμφανίζονται σήμερα έτοιμα να συνεργαστούν μαζί του.  Μια τέτοια τάση εκδηλώνεται στη διαμόρφωση του νέου κόμματος, της ΕΛΑΣ.  Ο αναπληρωτής εκπρόσωπος Τύπου, Νίκος Νυφούδης, είχε χαρακτηρίσει τον Τσίπρα ως τον «πιο ανεπανάληπτο ψεύτη στην ιστορία».  Ο νέος τομεάρχης  Προστασίας του Πολίτη της «σκιώδους κυβέρνησης» του Τσίπρα, Μαρίνος Σκανδάμης, μέχρι πρόσφατα στέλεχος του ΠΑΣΟΚ, έδινε τη μάχη «ενάντια στο λαϊκισμό της δεξιάς του Μητσοτάκη και της νέας δεξιάς του Τσίπρα»…

Η ευκολία μετακινήσεων πλέον εμφανίζεται και ως πολιτική ευκαιρία. Ενδεικτικά, ο Γιάνης Βαρουφάκης κάλεσε πολιτευτές να εκλεγούν με το ΜΕΡΑ25 και, αν διαφωνούν με το κόμμα, να ανεξαρτητοποιηθούν την επομένη της εκλογής τους…

Όλα αυτά εκτυλίσσονται και αναπαράγονται μέσα από τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας και τα social media, καλλιεργώντας μια αίσθηση απάθειας και παθητικής αποδοχής των όσων συμβαίνουν, ενώ ενισχύεται η διάσταση του κουτσομπολιού και της παραπολιτικής. Σε τίποτα δεν αμβλύνει τη γενικευμένη κρίση εμπιστοσύνης στο πολιτικό σύστημα όλο αυτό το παιχνίδι μεταγραφών και μετακινήσεων.

Παράλληλα, είναι φανερό ότι ενισχύεται η προσωποκεντρική διάσταση της πολιτικής. Οι μετακινήσεις δεν γίνονται προς ιδεολογίες ή προγράμματα, αλλά προς πρόσωπα που εμφανίζουν δυναμική. Η πιθανότητα ανάδειξης ενός νέου ισχυρού ηγέτη λειτουργεί ως βασικός παράγοντας αναδιάταξης.

Συνολικά, η εικόνα που προκύπτει δεν είναι αυτή μιας υγιούς αναδιάταξης, αλλά ενός συστήματος που έχει απωλέσει βασικούς του φραγμούς. Η κομματική πίστη, η ιδεολογική συνέπεια και η δέσμευση προς τον ψηφοφόρο υποχωρούν. Προγράμματα και ιδεολογικές αφετηρίες ρίχνονται στο καλάθι των αχρήστων. Στη θέση τους αναδύεται μια πρακτική πολιτικής συμπεριφοράς που εδράζεται στον υπολογισμό του άμεσου οφέλους. Σε αυτό το πλαίσιο, ο αμοραλισμός δεν εμφανίζεται ως παρεκτροπή. Αντιθέτως, τείνει να μετατραπεί σε κυρίαρχο μοντέλο δράσης. Και αυτό ίσως αποτελεί το πιο ανησυχητικό χαρακτηριστικό της σύγχρονης ελληνικής πολιτικής πραγματικότητας: όχι απλώς αλλάζουν τα κόμματα, αλλά αλλάζει η ίδια η φύση της πολιτικής.