Handelsblatt: Ελκυστικοί στόχοι για ξένους επενδυτές οι ελληνικές τράπεζες 

Σε πόλο έλξης για διεθνή κεφάλαια αναδεικνύονται οι ελληνικές τράπεζες, με την Αθήνα να καλωσορίζει στρατηγικές συμμετοχές και συγχωνεύσεις

Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας © ΤΑΤΙΑΝΑ ΜΠΟΛΑΡΗ / EUROKINISSI

Σε αντίθεση με τις γερμανικές αμυντικές αντιδράσεις στην υπόθεση εισόδου της ιταλικής Unicredit στην Commerzbank, οι ελληνικές τράπεζες υποδέχονται θερμά τις ξένες στρατηγικές επενδύσεις, ενθαρρύνοντας τη διεθνή συμμετοχή. Όπως διεμήνυσε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, μέσω της Handelsblatt, η συμμετοχή διεθνών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων στο εγχώριο τραπεζικό σύστημα αποτελεί εξέλιξη απόλυτα επιθυμητή. Χαρακτήρισε μάλιστα τις διασυνοριακές συγχωνεύσεις ως ένα κρίσιμο βήμα «για την υλοποίηση μιας τραπεζικής ένωσης στην Ευρώπη, την υπέρβαση του κατακερματισμού και την επίτευξη οικονομιών κλίμακας».

Το ενδιαφέρον των διεθνών παικτών εδράζεται σε στέρεα θεμελιώδη. Μετά την πολυετή κρίση δημόσιου χρέους, οι ισολογισμοί έχουν εξυγιανθεί ριζικά. Τα οικονομικά αποτελέσματα του πρώτου εξαμήνου του 2026 καταδεικνύουν ενισχυμένα έσοδα, υψηλή κερδοφορία και βελτιωμένη ποιότητα ενεργητικού. Αναλυτές της Deutsche Bank αντιμετωπίζουν τον κλάδο ως μια «πειστική ευκαιρία για επενδυτές που αναζητούν αξία και ανάπτυξη», χάρη στην «ισχυρή απόδοση», την υψηλή μερισματική απόδοση και τις ευνοϊκές αποτιμήσεις, καθιστώντας τα ιδρύματα ιδανικούς υποψήφιους στόχους.

Η Στρατηγική συμμαχία Unicredit – Alpha Bank

Η επιτυχής σύμπραξη της Alpha Bank με τη Unicredit στα τέλη του 2023 αποδεικνύει την ευρεία αποδοχή τέτοιων κινήσεων. Οι Ιταλοί, έχοντας αποκτήσει αρχικά το 8,97% από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ / HFSF), κατέχουν πλέον το 29,8%, με το 70% των μετοχών να παραμένει σε ελεύθερη διασπορά. Παρατηρητές της αγοράς προεξοφλούν ότι αργά ή γρήγορα θα κατατεθεί πρόταση πλήρους εξαγοράς προς τους μετόχους της Alpha.

Σε αντίθεση με το γερμανικό «μπλόκο», ο επικεφαλής της UniCredit, Andrea Orcel, απολαμβάνει ισχυρής στήριξης στην Αθήνα. Ο CEO της Alpha Bank, Βασίλης Ψάλτης, και η κυβέρνηση χαιρετίζουν ρητά τη συνεργασία. Ο υπουργός Οικονομικών, Κυριάκος Πιερρακάκης, χαρακτήρισε τη συμμετοχή ως «σαφή ψήφο εμπιστοσύνης για την ελληνική οικονομία», τονίζοντας πως η Ευρώπη απαιτεί «ισχυρότερες, τεχνολογικά προηγμένες τράπεζες, οι οποίες είναι διεθνώς ανταγωνιστικές και μπορούν να χρηματοδοτήσουν τον μετασχηματισμό της ευρωπαϊκής οικονομίας». Ο Γ. Στουρνάρας έκανε λόγο για «μια πολύ θετική εξέλιξη και για τις δύο τράπεζες», ενώ ο A. Orcel δήλωσε ότι η επένδυση «ξεπέρασε σημαντικά τις προσδοκίες μας». Σημειώνεται πως η χρηματιστηριακή αξία της Alpha Bank έχει τριπλασιαστεί από την είσοδο των Ιταλών.

Ισχυρά θεμελιώδη και σενάρια εξαγορών

Λειτουργικά, Alpha Bank, Eurobank, Εθνική Τράπεζα και Τράπεζα Πειραιώς κατέγραψαν αθροιστικά καθαρά κέρδη 2,4 δισ. ευρώ το πρώτο εξάμηνο του 2026, αυξημένα κατά 2% σε ετήσια βάση. Τα συνολικά έσοδα ενισχύθηκαν κατά 5%, με τα έσοδα από τόκους και προμήθειες να σημειώνουν άνοδο 8%, οδηγούμενα από τη διαχείριση περιουσίας, τις ασφαλιστικές υπηρεσίες και τη χρηματιστηριακή διαμεσολάβηση (brokerage).

Η μέση απόδοση ιδίων κεφαλαίων  αγγίζει το 12%, ξεπερνώντας τον μέσο όρο της Ευρωζώνης (10%). Σύμφωνα με την DBRS Morningstar, ο μέσος δείκτης Tier 1 ανέρχεται στο 16,5%. Η ποιότητα κεφαλαίων βελτιώνεται μέσω της σταδιακής μείωσης των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων (DTC) του 2012. Παράλληλα, ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων κατέρρευσε στο 3% (από 55% το 2016), προσεγγίζοντας τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (2,2%).

Η επιστροφή του κλάδου αποτυπώνεται στον δείκτη FTSE/ATHEX Banks, ο οποίος κατέγραψε άνοδο 21,4% το τελευταίο τρίμηνο. Παρ’ όλα αυτά, τα ιδρύματα διαπραγματεύονται με discount έναντι των ευρωπαϊκών ανταγωνιστών. Η Deutsche Bank εντοπίζει την Τράπεζα Πειραιώς ως εύκολα ενσωματώσιμο στόχο λόγω χαμηλής κεφαλαιοποίησης και εγχώριας εστίασης, ενώ η Eurobank προσφέρει ισχυρές προοπτικές ανάπτυξης μέσω των θυγατρικών της σε Βουλγαρία και Κύπρο. Ως πιθανοί μνηστήρες αναφέρονται μεγάλες ιταλικές, γαλλικές και ισπανικές τράπεζες.

Καταλήγοντας, ο Γ. Στουρνάρας ξεκαθάρισε ότι για να λειτουργήσει μια πραγματική ευρωπαϊκή τραπεζική ένωση απαιτούνται πολιτικές προϋποθέσεις, όπως το κοινό σύστημα ασφάλισης καταθέσεων (EDIS) και ένας ενιαίος μηχανισμός διαχείρισης κρίσεων. Μόνο έτσι θα διασφαλιστεί η ελεύθερη κυκλοφορία ρευστότητας και κεφαλαίων, επιτρέποντας τη δημιουργία ένωσης κεφαλαιαγορών και την αποδοτικότερη κατανομή πόρων στην Ευρώπη.