Λαγκάρντ: Ο αντίκτυπος του ενεργειακού σοκ δεν έχει εκδηλωθεί ακόμη

«Θα διασφαλίσουμε ότι ο πληθωρισμός θα σταθεροποιηθεί στο 2%», δηλώνει, φωτογραφίζοντας πιθανή αύξηση επιτοκίων τον Σεπτέμβιο. Υπονοούμενα περί πρόωρης αποχώρησης από την ηγεσία της ΕΚΤ

Η επικεφαλής της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ © EPA/FILIP SINGER

Σαφώς επιθετικούς τόνους υιοθετεί η Κριστίν Λαγκάρντ, παρότι η ΕΚΤ δεν αύξησε τα επιτόκια στη σημερινή συνεδρίαση. Στη συνέντευξη τύπου μετά τη συνεδρίαση της ΕΚΤ, η επικεφαλής της τράπεζας άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο περαιτέρω αυξήσεων, θεωρώντας ότι ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή και οι υψηλές τιμές της ενέργειας ενδέχεται να διατηρήσουν τον πληθωρισμό σε υψηλά επίπεδα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Οι αγορές συνεχίζουν να θεωρούν πολύ πιθανή μία αύξηση τον Σεπτέμβριο και αποδίδουν σημαντικές πιθανότητες και σε δεύτερη αύξηση πριν από το τέλος του 2026.

Όπως δήλωσε η επικεφαλής της ΕΚΤ, οι προοπτικές για τις τιμές της ενέργειας, αν και παρουσιάζουν μεγάλη μεταβλητότητα, βρίσκονται επί του παρόντος κοντά στο βασικό σενάριο των προβολών των εμπειρογνωμόνων του Ευρωσυστήματος του Ιουνίου και πολύ πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή. Η αβεβαιότητα παραμένει υψηλή και ο πλήρης αντίκτυπος του ενεργειακού σοκ στον πληθωρισμό δεν έχει ακόμη εκδηλωθεί.

Ως εκ τούτου, πρόσθεσε, «παρακολουθούμε στενά την ένταση και τη διάρκεια του σοκ, καθώς και τις έμμεσες και τις δευτερογενείς επιδράσεις του. Παραμένουμε προσηλωμένοι στη χάραξη της νομισματικής πολιτικής με στόχο να διασφαλίσουμε ότι ο πληθωρισμός θα σταθεροποιηθεί στον μεσοπρόθεσμο ορίζοντα στον στόχο μας του 2%. Με τη σημερινή απόφαση, παραμένουμε σε καλή θέση ώστε να αντιμετωπίσουμε την αβεβαιότητα που προκαλεί η σύγκρουση. Θα ακολουθήσουμε μια προσέγγιση που θα βασίζεται στα δεδομένα και θα αξιολογείται σε κάθε συνεδρίαση, προκειμένου να καθορίσουμε την κατάλληλη κατεύθυνση της νομισματικής πολιτικής».

Ειδικότερα, οι αποφάσεις για τα επιτόκια θα βασίζονται στην αξιολόγηση των προοπτικών του πληθωρισμού και των κινδύνων που τον περιβάλλουν, λαμβάνοντας υπόψη τα νέα οικονομικά και χρηματοπιστωτικά δεδομένα, καθώς και τη δυναμική του υποκείμενου πληθωρισμού και την ισχύ της μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής. «Δεν δεσμευόμαστε εκ των προτέρων για μια συγκεκριμένη πορεία των επιτοκίων», σημείωσε η Λαγκάρντ.

Σχετικά με την οικονομική δραστηριότητα στην ευρωζώνη δήλωσε:

Οι πρόσφατες πληροφορίες δείχνουν κάποια βελτίωση της οικονομικής δραστηριότητας κατά το δεύτερο τρίμηνο, παρόλο που η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή συνέχισε να αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα.

Οι έρευνες δείχνουν ότι η δραστηριότητα στον τομέα των υπηρεσιών έχει ανακάμψει εν μέρει, μετά τη σημαντική εξασθένησή της αμέσως μετά το ενεργειακό σοκ. Οι ψηφιακές υπηρεσίες παρέμειναν ισχυρές, εν μέρει λόγω της αυξανόμενης συμβολής δραστηριοτήτων που σχετίζονται με την τεχνητή νοημοσύνη.

Η μεταποίηση συνέχισε να αντέχει, υποστηριζόμενη από τις επιχειρήσεις που δημιουργούν αποθέματα ώστε να προστατευθούν από κινδύνους στις αλυσίδες εφοδιασμού, καθώς και από τις υψηλότερες αμυντικές δαπάνες.

Η ανεργία διαμορφώθηκε στο 6,2% τον Μάιο, κοντά σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα. Ταυτόχρονα, οι αγγελίες θέσεων εργασίας συνέχισαν να μειώνονται και τόσο οι επιχειρήσεις όσο και τα νοικοκυριά αναμένουν ότι η αγορά εργασίας θα παραμείνει πιο αδύναμη σε σχέση με πριν από τη σύγκρουση.

Οι δείκτες που αφορούν το μέλλον υποδηλώνουν ότι η οικονομική ανάπτυξη θα παραμείνει περιορισμένη στο άμεσο μέλλον, καθώς επιβαρύνεται από το ενεργειακό σοκ και τις σχετικές αβεβαιότητες.

Ωστόσο, οι θεμελιώδεις παράγοντες που στηρίζουν την ανάπτυξη μεσοπρόθεσμα παραμένουν σε ισχύ. Η ιδιωτική κατανάλωση, οι επενδύσεις σε νέες ψηφιακές τεχνολογίες, οι κυβερνητικές δαπάνες για την άμυνα και τις υποδομές, καθώς και κάποια ανάκαμψη των εξαγωγών, αναμένεται να συμβάλουν στη συνολική δυναμική της ανάπτυξης.

Διαφορετικές απόψεις

Η απόφαση να διατηρηθεί το επιτόκιο καταθέσεων στο 2,25%, όπως ανέμεναν οικονομολόγοι και επενδυτές, ήταν ομόφωνη, σύμφωνα με την πρόεδρο της ΕΚΤ. Ωστόσο, οι αξιωματούχοι συζήτησαν κατά πόσο θα έπρεπε να δράσουν άμεσα αντί να περιμένουν έως τον Σεπτέμβριο για νέα αύξηση κατά 0,25 ποσοστιαίες μονάδες.

«Υπήρχαν κάποιοι διοικητές που αναρωτήθηκαν αν θα έπρεπε να εξετάσουμε μια αύξηση», δήλωσε η Λαγκάρντ στους δημοσιογράφους. «Ήμασταν σε επαρκώς καλή θέση ώστε να περιμένουμε και να παρακολουθήσουμε πολύ προσεκτικά τις εξελίξεις των επόμενων εβδομάδων και τα δεδομένα που θα λάβουμε».

Ενώ ορισμένοι αξιωματούχοι ήταν αισιόδοξοι στις αρχές Ιουλίου ότι οι προσπάθειες ειρήνευσης στη Μέση Ανατολή θα μπορούσαν να περιορίσουν τον αντίκτυπο του πολέμου στις τιμές καταναλωτή της ευρωζώνης, η αναζωπύρωση των συγκρούσεων επανέφερε τις ανησυχίες.

Όταν οι εχθροπραξίες επανήλθαν στις αρχές Ιουλίου, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας, από τους επικριτές της αυστηρής πολιτικής στο Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ, εκτίμησε ότι «επιστρέψαμε στο σημείο μηδέν». Ο «γερακίσιος» Γερμανός συνάδελφός του Γιοακίμ Νάγκελ τόνισε ότι η ΕΚΤ θα «διατηρήσει στάση επαγρύπνησης».

Οι βασικές προβλέψεις των εμπειρογνωμόνων της ΕΚΤ τον Ιούνιο εκτιμούσαν ότι ο πληθωρισμός θα διαμορφωνόταν στο 3% φέτος, πριν υποχωρήσει στο 2,3% το 2027 και στο 2% το 2028. Ωστόσο, ο δομικός πληθωρισμός (χωρίς ενέργεια και τρόφιμα) αναμενόταν να παραμείνει πάνω από τον στόχο του 2% της ΕΚΤ έως το 2028.

Η αύξηση επιτοκίων του προηγούμενου μήνα προκάλεσε συζητήσεις ότι η ΕΚΤ ενδέχεται να επαναλάβει λάθη όπως εκείνα του 2008 και του 2011, όταν προχώρησε σε αυξήσεις επιτοκίων που στη συνέχεια αναγκάστηκε γρήγορα να αντιστρέψει.

Το δίλημμα: Ηγεσία ΕΚΤ ή γαλλική πολιτική

Η Λαγκάρντ δήλωσε ότι δεν επιθυμεί να δεσμευτεί σχετικά με το πότε θα αποχωρήσει από την ΕΚΤ, αλλά διευκρίνισε ότι αυτό δεν πρόκειται να συμβεί πριν από το τέλος του τρέχοντος έτους.

«Δεν πρόκειται να απαλλαγείτε από μένα πριν από το 2027», είπε στους δημοσιογράφους, αν και ταυτόχρονα άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο να αποχωρήσει πριν από τη λήξη της θητείας της τον Οκτώβριο.

«Μισώ να εγκλωβίζομαι σε οποιεσδήποτε συγκεκριμένες συνθήκες», ανέφερε.

Οι δηλώσεις αυτές ακολουθούν πρόσφατες τοποθετήσεις της προέδρου που ενίσχυσαν τις εικασίες σχετικά με το ενδεχόμενο πρόωρης αποχώρησής της. Περίπου το ένα τρίτο των οικονομολόγων που συμμετείχαν σε έρευνα του Bloomberg προέβλεψαν ότι η Λαγκάρντ δεν θα ολοκληρώσει την οκταετή θητεία της.

Η αποχώρηση πριν από τον Οκτώβριο του 2027 θα μπορούσε να δώσει στον Γάλλο πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν τη δυνατότητα να επηρεάσει τον διορισμό του διαδόχου της, πριν από τις εκλογές της επόμενης άνοιξης.

Σε συνέντευξή της αυτόν τον μήνα, η Λαγκάρντ δήλωσε ότι «είναι πιθανό» να αποχωρήσει νωρίτερα προκειμένου να συμμετάσχει στην πολιτική ζωή της Γαλλίας, επαναλαμβάνοντας ωστόσο ότι «δεν είναι υποψήφια για τίποτα» και ότι δεν θα εγκαταλείψει την ΕΚΤ σε περιόδους αναταραχής.

«Όταν υπάρχουν σύννεφα στον ορίζοντα, ο καπετάνιος παραμένει στο πλοίο», δήλωσε.

Τον Ιούνιο, επιβεβαίωσε ότι πριν από το ξέσπασμα του πολέμου στο Ιράν είχε εξετάσει το ενδεχόμενο παραίτησής της. Παράλληλα, συνεχίζονται οι εικασίες σχετικά με πιθανή ανάληψη θέσης στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ, τον οργανισμό που διοργανώνει την ετήσια συνάντηση του Νταβός.

Οικονομολόγοι που συμμετείχαν στην έρευνα του Bloomberg θεωρούν τον Pablo Hernández de Cos, πρώην διοικητή της Τράπεζας της Ισπανίας και νυν επικεφαλής της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών ως τον πιθανότερο υποψήφιο για να διαδεχθεί τη Λαγκάρντ.

Προ ημερών η ισπανική εφημερίδα Expansión ανέφερε ότι η κυβέρνηση της Μαδρίτης σχεδιάζει να στηρίξει τον Hernández de Cos ως υποψήφιό της για την προεδρία της ΕΚΤ.

Σύμφωνα με την έρευνα, ο μοναδικός άλλος υποψήφιος που θεωρείται πιθανός διεκδικητής είναι ο Klaas Knot, ο οποίος αποχώρησε πέρυσι από τη διοίκηση της ολλανδικής κεντρικής τράπεζας.

Δύο Γερμανοί — ο πρόεδρος της Bundesbank Γιοακίμ Νάγκελ και το μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΕΚΤ Ιζαμπέλ Σνάμπελ — έχουν επίσης εκφράσει ενδιαφέρον. Ωστόσο, σε αντίθεση με την Ισπανία, η γερμανική κυβέρνηση δεν έχει αποκαλύψει τα σχέδιά της.

Ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς δήλωσε την περασμένη εβδομάδα ότι δεν βλέπει «καμία ανάγκη» για γρήγορη επιλογή, δεδομένου ότι η θητεία της Λαγκάρντ έχει ακόμη περισσότερο από έναν χρόνο να διαρκέσει.

«Μόλις έρθει η στιγμή να βρεθεί διάδοχος, θα το εξετάσουμε και θα λάβουμε αποφάσεις», ανέφερε.