Οι τράπεζες της ευρωζώνης αυστηροποιούν τα κριτήρια δανεισμού, αλλά οι επιχειρήσεις συνεχίζουν να επενδύουν, σύμφωνα με την τελευταία Έρευνα Τραπεζικών Χορηγήσεων (Bank Lending Survey) της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ).
Οι τράπεζες φαίνεται να σφίγγουν τις στρόφιγγες στη χορήγηση δανείων προς επιχειρήσεις και νοικοκυριά, καθώς η γεωπολιτική αβεβαιότητα και οι αυξημένοι ενεργειακοί κίνδυνοι εντείνουν την επιφυλακτικότητα. Ωστόσο, η ζήτηση επιχειρηματικής χρηματοδότησης παραμένει αξιοσημείωτα ανθεκτική.
Οι τράπεζες αυστηροποιούν τα πιστωτικά κριτήρια
Τα στοιχεία από την έρευνα της ΕΚΤ αφορούν ο δεύτερο τρίμηνο του έτους, αντανακλώντας την αυξανόμενη ανησυχία για τις γεωπολιτικές εξελίξεις και τις επιπτώσεις τους στην οικονομία. Σύμφωνα με την τελευταία έρευνα, πιο αυστηρές προϋποθέσεις εφαρμόστηκαν επίσης στα στεγαστικά, τα καταναλωτικά και τα λοιπά δάνεια προς τα νοικοκυριά.
Η ΕΚΤ επισημαίνει ότι οι τράπεζες αξιολογούν πλέον ως υψηλότερους τους κινδύνους για τις οικονομικές προοπτικές, ενώ παράλληλα εμφανίζουν μικρότερη διάθεση ανάληψης ρίσκου. Η στάση αυτή συνδέεται άμεσα με τη συνεχιζόμενη γεωπολιτική αστάθεια και τις εξελίξεις στις αγορές ενέργειας.

Η γεωπολιτική αβεβαιότητα επηρεάζει τις τράπεζες
Τα στοιχεία δημοσιοποιήθηκαν λίγες ημέρες πριν από τη συνεδρίαση της ΕΚΤ για τη νομισματική πολιτική, όπου οι περισσότεροι αναλυτές εκτιμούν ότι τα επιτόκια θα παραμείνουν αμετάβλητα μετά την αύξηση του Ιουνίου. Παράλληλα, οι αγορές εξακολουθούν να προεξοφλούν μία ακόμη αύξηση των επιτοκίων τον Σεπτέμβριο.
Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής συνεχίζουν να αξιολογούν τις επιπτώσεις από την αναζωπύρωση της κρίσης στη Μέση Ανατολή. Η νέα άνοδος των τιμών της ενέργειας, με το Brent να ξεπερνά τα 90 δολάρια το βαρέλι για πρώτη φορά μετά από περισσότερο από έναν μήνα, ενισχύει τις πληθωριστικές πιέσεις και αυξάνει την αβεβαιότητα για την οικονομική ανάπτυξη.
Η πιστωτική επέκταση αποτελεί βασικό μοχλό χρηματοδότησης των επιχειρηματικών επενδύσεων και ταυτόχρονα έναν από τους σημαντικότερους δείκτες για το πώς οι μεταβολές των επιτοκίων επηρεάζουν την πραγματική οικονομία.

Οι τράπεζες της ευρωζώνης αυστηροποιούν περαιτέρω τα πιστωτικά κριτήρια των εταιρειών ©ΕΚΤ
Η ζήτηση επιχειρηματικών δανείων παραμένει ανθεκτική
Παρά το πιο αυστηρό περιβάλλον χρηματοδότησης, η έρευνα της ΕΚΤ καταγράφει μικρή αύξηση στη ζήτηση επιχειρηματικών δανείων.
Η ενίσχυση αυτή αποδίδεται κυρίως στις αυξημένες ανάγκες για κεφάλαιο κίνησης, στη δημιουργία αποθεμάτων, στη χρηματοδότηση επενδύσεων πάγιου κεφαλαίου από μεγάλες επιχειρήσεις, καθώς και σε ανάγκες αναχρηματοδότησης και αναδιάρθρωσης υφιστάμενου δανεισμού.
Η ING επισημαίνει ότι τα στοιχεία αποδείχθηκαν καλύτερα των εκτιμήσεων. Ενώ στην προηγούμενη έρευνα οι τράπεζες προέβλεπαν υποχώρηση της ζήτησης λόγω της κρίσης στη Μέση Ανατολή, τελικά καταγράφηκε ήπια αύξηση.
Μάλιστα, η ζήτηση για δάνεια που αφορούν επενδύσεις πάγιου κεφαλαίου διαμορφώθηκε στο υψηλότερο επίπεδο από το δεύτερο τρίμηνο του 2022, ένδειξη ότι οι επιχειρήσεις εξακολουθούν να υλοποιούν επενδυτικά σχέδια παρά το αβέβαιο περιβάλλον.
Η εικόνα αυτή είναι ιδιαίτερα εμφανής στη Γερμανία και την Ιταλία, όπου οι αυξημένες δαπάνες για άμυνα και υποδομές στηρίζουν την επενδυτική δραστηριότητα. Αντίθετα, η Γαλλία και η Ισπανία εξακολουθούν να εμφανίζουν πιο υποτονική δυναμική.
Πιέσεις στα νοικοκυριά και αναμονή για τις αποφάσεις της ΕΚΤ
Διαφορετική είναι η εικόνα για τα νοικοκυριά. Η ΕΚΤ διαπιστώνει σημαντική μείωση της ζήτησης για στεγαστικά δάνεια, καθώς η καταναλωτική εμπιστοσύνη έχει επιδεινωθεί και τα υψηλότερα επιτόκια καθιστούν ακριβότερο τον δανεισμό.
Παράλληλα, οι προοπτικές της αγοράς ακινήτων παραμένουν αδύναμες, γεγονός που περιορίζει περαιτέρω το ενδιαφέρον για αγορά κατοικίας.
Συνολικά, τα ευρήματα της έρευνας δείχνουν ότι η αβεβαιότητα έχει ήδη οδηγήσει σε ήπια σύσφιγξη των χρηματοπιστωτικών συνθηκών. Οι τράπεζες εμφανίζονται πιο προσεκτικές στη χορήγηση νέων δανείων, ενώ και τα νοικοκυριά περιορίζουν τη ζήτηση για νέα χρηματοδότηση.
Ωστόσο, η επιχειρηματική επενδυτική δραστηριότητα εξακολουθεί να παρουσιάζει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα, στοιχείο που συνάδει με την εκτίμηση της ΕΚΤ ότι η σημερινή κατεύθυνση της νομισματικής πολιτικής παραμένει ουδέτερη και δεν έχει ακόμη ανακόψει τη διάθεση των επιχειρήσεων να επενδύσουν.

Η επικεφαλής της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ © EPA/FILIP SINGER
Η ΕΚΤ κρατά στάση αναμονής, αλλά ο πληθωρισμός παραμένει στο επίκεντρο
Την ίδια στιγμή, αμετάβλητα αναμένεται να διατηρήσει τα επιτόκια η ΕΚΤ στη συνεδρίαση της Πέμπτης, με τις αγορές να στρέφουν το ενδιαφέρον τους στα μηνύματα που θα εκπέμψει για τις επόμενες κινήσεις της. Αν και δεν αναμένεται νέα αύξηση, η πρόσφατη άνοδος των τιμών της ενέργειας, μετά την αναζωπύρωση της σύγκρουσης μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν, επαναφέρει τους φόβους για νέα έξαρση του πληθωρισμού.
Τον Ιούνιο η ΕΚΤ αύξησε το βασικό επιτόκιο στο 2,25% από 2%, επικαλούμενη τις πληθωριστικές πιέσεις που προκάλεσε η ενεργειακή κρίση μετά το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ. Αν και ο πληθωρισμός στην ευρωζώνη υποχώρησε στο 2,8% τον Ιούνιο από 3,2% τον Μάιο, εξακολουθεί να κινείται πάνω από τον στόχο του 2%.
Η νέα άνοδος του πετρελαίου ενισχύει την αβεβαιότητα. Οι οικονομολόγοι της BNP Paribas εκτιμούν ότι, ακόμη και αν η ΕΚΤ δεν προαναγγείλει νέα αύξηση επιτοκίων, οι εξελίξεις στην ενέργεια καθιστούν πιθανή μια πιο αυστηρή στάση τους επόμενους μήνες.
Προς το παρόν, πάντως, οι ενδείξεις ότι το υψηλότερο ενεργειακό κόστος περνά συνολικά στις τιμές αγαθών και υπηρεσιών παραμένουν περιορισμένες, ενώ ο δομικός πληθωρισμός συνέχισε να επιβραδύνεται.
Το ενδιαφέρον των επενδυτών θα επικεντρωθεί κυρίως στις δηλώσεις της προέδρου της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν η Τράπεζα διατηρεί την εκτίμηση ότι οι πληθωριστικοί κίνδυνοι έχουν εξισορροπηθεί ή αν η νέα ενεργειακή κρίση αλλάζει ξανά τις προτεραιότητές της.
Η Ευρώπη χάνει έδαφος στην ανταγωνιστικότητα και αναζητά λύσεις
Η Ευρώπη αναζητά τρόπους να ανακτήσει τη δυναμική της απέναντι στις ΗΠΑ και τις αναδυόμενες οικονομίες, όμως η συζήτηση για την ανταγωνιστικότητα παραμένει ανοιχτή. Στο επίκεντρο βρίσκονται τόσο οι μεταρρυθμίσεις που προωθεί η Κομισιόν όσο και οι βαθύτερες αιτίες της επενδυτικής στασιμότητας.
Η συνάντηση της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, με τον πρώην πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Μάριο Ντράγκι, ανέδειξε την ανάγκη επιτάχυνσης των μεταρρυθμίσεων που προτείνονται στην έκθεση του 2024 για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Ταυτόχρονα στην Ελλάδα παρουσιάστηκε το νέο αναπτυξιακό σχέδιο για την περίοδο 2026-2030, με την κυβέρνηση να θέτει στο επίκεντρο τις βασικές προτεραιότητες, τις μεταρρυθμίσεις και τις χρηματοδοτικές κατευθύνσεις της επόμενης πενταετίας.
Παρά τις χρηματοδοτικές αδυναμίες, ορισμένες ευρωπαϊκές επιχειρήσεις συνεχίζουν να επενδύουν δυναμικά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η συμφωνία της ιταλικής Prysmian με τη Molex, ύψους έως 5,5 δισ. ευρώ, για την προμήθεια οπτικών καλωδίων σε κέντρα δεδομένων, αξιοποιώντας την αυξανόμενη ζήτηση που δημιουργεί η τεχνητή νοημοσύνη. Την ίδια στιγμή, οι αναλυτές αναθεωρούν ανοδικά τις προβλέψεις για τα εταιρικά κέρδη, ενώ οι αγορές αναμένουν αμετάβλητα επιτόκια από την ΕΚΤ.

Ούρσουλα Φον ντερ Λάιεν και Μάριο Ντράγκι © EPA/OLIVIER HOSLET
Ωστόσο, η ευρύτερη εικόνα παραμένει προβληματική. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προωθεί αλλαγές στο τραπεζικό πλαίσιο από το 2027, χωρίς όμως να προτίθεται να χαλαρώσει ουσιαστικά τις κεφαλαιακές απαιτήσεις. Αντίθετα, θεωρεί ότι το βασικό πρόβλημα είναι ο κατακερματισμός της ευρωπαϊκής τραπεζικής αγοράς και η έλλειψη ισχυρών διασυνοριακών ομίλων.
Παράλληλα, νέα μελέτη της οικονομολόγου Μαριάννας Ματσουκάτο υποστηρίζει ότι η Ευρώπη υποφέρει από έναν «καπιταλισμό του μερίσματος», όπου ολοένα μεγαλύτερο μέρος των εταιρικών κερδών κατευθύνεται σε μερίσματα, επαναγορές μετοχών και χρηματοοικονομικές τοποθετήσεις, αντί σε παραγωγικές επενδύσεις και καινοτομία.
Άλλοι οικονομολόγοι, ωστόσο, υποστηρίζουν ότι η χρηματοοικονομικοποίηση αποτελεί συνέπεια και όχι αιτία του προβλήματος. Εκτιμούν ότι η χαμηλότερη απόδοση των παραγωγικών επενδύσεων ωθεί τις επιχειρήσεις σε εναλλακτικές τοποθετήσεις κεφαλαίων, διατηρώντας το επενδυτικό έλλειμμα.
Η αντιπαράθεση αυτή αποτυπώνει το βασικό δίλημμα της Ευρώπης: αν η ανάκαμψη μπορεί να προέλθει μέσω πολιτικών ανακατεύθυνσης των επενδύσεων ή αν απαιτούνται βαθύτερες αλλαγές στο ίδιο το παραγωγικό μοντέλο της ευρωπαϊκής οικονομίας.
