Η σύγκρουση ΗΠΑ και Ιράν εισέρχεται σε νέα, πιο επικίνδυνη φάση, καθώς οι αμοιβαίες επιθέσεις επεκτείνονται σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή. Οι στρατιωτικές απώλειες, η απειλή για την ενεργειακή ασφάλεια και η αβεβαιότητα στις αγορές εντείνουν τους φόβους για έναν ευρύτερο πόλεμο.
Η εκτίμηση ότι ΗΠΑ και Ιράν οδηγούνται προς έναν «γενικευμένο πόλεμο» κυριάρχησε τις τελευταίες ημέρες στα διεθνή μέσα ενημέρωσης, μετά τη δραματική κλιμάκωση των εχθροπραξιών. Μολονότι στην Τεχεράνη διαβιβάστηκε, μέσω μεσολαβητών, πρόταση για 10ήμερη κατάπαυση του πυρός με στόχο την αποκλιμάκωση της έντασης με τις ΗΠΑ, σύμφωνα με πηγή που επικαλείται το Reuters.
Η πρωτοβουλία αποσκοπεί στη δημιουργία συνθηκών για την επανεκκίνηση της προσωρινής συμφωνίας του προηγούμενου μήνα. Παράλληλα, ο Ιρανός υπουργός Εσωτερικών Εσκαντάρ Μομενί μεταβαίνει στο Πακιστάν, το οποίο διαδραματίζει διαμεσολαβητικό ρόλο στη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή.
Οι τιμές του πετρελαίου υποχώρησαν, καθώς η δήλωση της Τεχεράνης ότι παραμένει ανοιχτή σε διαπραγματεύσεις με τις ΗΠΑ, εφόσον εξυπηρετούνται τα συμφέροντά της, ενίσχυσε τις ελπίδες για διπλωματική αποκλιμάκωση της κρίσης. Το Brent διαμορφώθηκε στα 88,01 δολάρια το βαρέλι, ενώ το αμερικανικό WTI υποχώρησε στα 82,24 δολάρια. Νωρίτερα, το Brent είχε ξεπεράσει τα 90 δολάρια μετά την επιβεβαίωση από τις ΗΠΑ ότι τουλάχιστον τρία στελέχη των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων έχασαν τη ζωή τους στις πρόσφατες συγκρούσεις.
Ωστόσο, πολλοί κρατούν μικρό καλάθι καθώς τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν πλέον ένα σκληρό μήλον της Έριδος που διατηρεί ζωντανό τον πόλεμο, με ευρύτερες διαστάσεις που επηρεάζουν τόσο τις κινήσεις των περιφερειακών δυνάμεων στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής, όσο και τις μεγάλες δυνάμεις σε παγκόσμιο επίπεδο.
Η Μέση Ανατολή σε νέα κρίση – Από τις προειδοποιήσεις στη στρατιωτική κλιμάκωση
Το σημείο καμπής της τελευταίας στρατιωτικής κλιμάκωσης αποτέλεσε η ιρανική επίθεση εναντίον αμερικανικής στρατιωτικής βάσης στην Ιορδανία, η οποία είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο δύο Αμερικανών στρατιωτικών, ενώ ένας ακόμη θεωρείται αγνοούμενος. Οι απώλειες αυτές ανεβάζουν σημαντικά τον συνολικό αριθμό των Αμερικανών νεκρών από την έναρξη της σύγκρουσης.
Παράλληλα, η Τεχεράνη επέκτεινε τις επιθέσεις της σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις και κρίσιμες υποδομές συμμάχων των ΗΠΑ στον Κόλπο. Στο Κουβέιτ, ιρανικά πλήγματα προκάλεσαν σοβαρές ζημιές σε ενεργειακές εγκαταστάσεις και μονάδα αφαλάτωσης, γεγονός που ενίσχυσε τις ανησυχίες για το ενδεχόμενο η σύγκρουση να επηρεάσει άμεσα την παγκόσμια ενεργειακή τροφοδοσία.
Η αμερικανική απάντηση ήταν άμεση, με ολονύχτιες αεροπορικές επιχειρήσεις εναντίον στρατιωτικών αλλά και στρατηγικών στόχων στο Ιράν.
Δευτέρα 20 Ιουλίου, σύμφωνα με πληροφορίες που μεταδίδονται από περιφερειακές πηγές, οι αμερικανικές δυνάμεις έπληξαν περιοχές όπως το Τσαμπαχάρ, το Ταμπρίζ, το Σιρίκ, το Γιασκ και το Μαχσάχρ, εντείνοντας την πίεση προς την Τεχεράνη.
Την ίδια ώρα, το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC) του Ιράν φέρεται να εξαπέλυσε επιθέσεις κατά αμερικανικών στρατιωτικών υποδομών, ενώ εκρήξεις καταγράφηκαν κοντά στο Ερμπίλ, την πρωτεύουσα του Ιρακινού Κουρδιστάν. Πύραυλοι έπληξαν επίσης το Μπαχρέιν και το Κουβέιτ.
Η σύγκρουση έχει πλέον αποκτήσει χαρακτηριστικά περιφερειακής αντιπαράθεσης, με τις δύο πλευρές να αυξάνουν συνεχώς το επίπεδο των επιχειρήσεων.
«Οι επανειλημμένες παραβιάσεις του μνημονίου κατανόησης (…) έδειξαν για ακόμη μία φορά ότι η υπογραφή του Αμερικανού προέδρου δεν έχει καμιά αξία», τόνισε ο ανώτατος ηγέτης του Ιράν, Μοτζταμπά Χαμενεΐ, σε γραπτό μήνυμά του που αναμεταδόθηκε το Σάββατο από την κρατική τηλεόραση.
Προειδοποίησε μάλιστα ότι «τώρα που ο Αμερικανός εχθρός επιδιώκει να ξαναρχίσει τον πόλεμο (…) πρέπει να ξέρει πως το αγαπητό ιρανικό έθνος και το μέτωπο της αντίστασης έχουν να του δώσουν αξέχαστα μαθήματα».
Τα Στενά του και η μάχη για την ενεργειακή ασφάλεια
Καθώς οι στρατιωτικές επιχειρήσεις συνεχίζονται, το επίκεντρο της αντιπαράθεσης μετατοπίζεται σταδιακά στον Περσικό Κόλπο και ιδιαίτερα στα Στενά του Ορμούζ, μία από τις σημαντικότερες ενεργειακές αρτηρίες του πλανήτη.
Το Κατάρ παρουσίασε πρόταση για προσωρινή αποκλιμάκωση, η οποία προβλέπει διακοπή των επιθέσεων με αντάλλαγμα την επαναλειτουργία της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ για δέκα ημέρες. Πρόκειται για μια προσπάθεια δημιουργίας μιας «εκεχειρίας μέσα στην εκεχειρία», χωρίς όμως μέχρι στιγμής να υπάρχουν σαφείς ενδείξεις ότι μπορεί να οδηγήσει σε μόνιμη λύση.
Σύμφωνα με ιρανικές πηγές, κρίσιμο σημείο για την εξέλιξη του πολέμου μπορεί να αποτελέσει η πόλη Σιρίκ στα νότια παράλια του Ιράν. Εκτιμάται ότι, εφόσον οι ΗΠΑ επιχειρήσουν χερσαία επέμβαση, η περιοχή αυτή θα μπορούσε να αποτελέσει πιθανό σημείο στρατιωτικής απόβασης.
Το ενεργειακό σκέλος της κρίσης έχει ήδη αρχίσει να επηρεάζει τις διεθνείς αγορές. Η αστάθεια των τιμών αντανακλά κυρίως το αυξημένο γεωπολιτικό ασφάλιστρο κινδύνου και τις ανησυχίες για την ασφάλεια των θαλάσσιων μεταφορών.

Τα Στενά του Ορμούζ © EPA/AMIRHOSSEIN KHORGOOEI/ ISNA NEWS AGENCY
Η Ουάσιγκτον αυξάνει τις δυνάμεις της, ενώ ο Τραμπ σκληραίνει τη στάση του
Η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ εμφανίζεται αποφασισμένη να ενισχύσει τη στρατιωτική πίεση προς το Ιράν, παρά τις αυξανόμενες ανησυχίες για το κόστος μιας παρατεταμένης σύγκρουσης.
Σύμφωνα με πληροφορίες που δημοσίευσαν οι New York Times, οι ΗΠΑ προετοιμάζονται να αποστείλουν περισσότερα μαχητικά αεροσκάφη στη Μέση Ανατολή, μεταξύ των οποίων F-16 από αμερικανικές βάσεις στη Γερμανία και F-35 από τη Βρετανία.
Η ανάπτυξη νέων δυνάμεων θεωρείται ένδειξη ότι η Ουάσιγκτον ενδέχεται να προετοιμάζεται για περαιτέρω κλιμάκωση των επιχειρήσεων.
Ο Ντόναλντ Τραμπ συνεχίζει να χρησιμοποιεί ιδιαίτερα σκληρή ρητορική, μιλώντας για «αφανισμό» του Ιράν, ενώ εμφανίζεται να υποβαθμίζει το πολιτικό κόστος μιας μεγάλης στρατιωτικής εμπλοκής.
Ωστόσο, στο εσωτερικό των ΗΠΑ ενισχύονται οι αντιδράσεις. Δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι σημαντικό μέρος της αμερικανικής κοινωνίας διαφωνεί με τη συνέχιση του πολέμου και ανησυχεί για τις οικονομικές συνέπειες.
Αμερικανοί αξιωματούχοι υποστηρίζουν ότι οι τελευταίες ιρανικές επιθέσεις δείχνουν πως η Τεχεράνη εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικά αποθέματα πυραύλων και έχει βελτιώσει την ικανότητά της να παρακάμπτει τα αμερικανικά συστήματα αεράμυνας.
Η εξέλιξη αυτή περιπλέκει τη στρατηγική της Ουάσιγκτον, καθώς η επίτευξη αποφασιστικού αποτελέσματος χωρίς μεγάλη χερσαία επιχείρηση παραμένει εξαιρετικά δύσκολη.
Έπειτα από περισσότερο από μία εβδομάδα αμοιβαίων επιθέσεων, που οδήγησαν στην κατάρρευση της εύθραυστης εκεχειρίας, η αντιπαράθεση ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν βρίσκεται σε ιδιαίτερα κρίσιμη καμπή. Σύμφωνα με αναλυτές, οι δύο πλευρές καλούνται να αναζητήσουν επειγόντως διπλωματική διέξοδο, διαφορετικά υπάρχει σοβαρός κίνδυνος η σύγκρουση να εξελιχθεί σε έναν πόλεμο που δύσκολα θα μπορεί να περιοριστεί.
Οι ίδιοι εκτιμούν ότι, παρά τη συνεχή κλιμάκωση, ούτε η Ουάσιγκτον ούτε η Τεχεράνη έχουν την οικονομική και πολιτική δυνατότητα να υποστηρίξουν μια παρατεταμένη πολεμική αναμέτρηση.
Ο κίνδυνος περιφερειακής ανάφλεξης
Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις έχουν πλέον ξεπεράσει τους καθαρά στρατιωτικούς στόχους. Επιθέσεις σε εγκαταστάσεις ύδρευσης και αφαλάτωσης απειλούν να στερήσουν από δεκάδες χιλιάδες κατοίκους νερό και ηλεκτροδότηση εν μέσω των ιδιαίτερα υψηλών θερμοκρασιών του καλοκαιριού στον Περσικό Κόλπο.
Ταυτόχρονα, η ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες επανέφεραν τον αποκλεισμό ιρανικών λιμανιών. Παράλληλα, αμερικανικά πλήγματα προκάλεσαν σημαντικές καταστροφές σε οδικές και άλλες υποδομές στο νότιο Ιράν, με αποτέλεσμα θύματα μεταξύ αμάχων και ενίσχυση των εκτιμήσεων ότι ενδέχεται να προετοιμάζεται μελλοντική χερσαία επιχείρηση.
Από την άλλη πλευρά, οι ιρανικές επιθέσεις εναντίον αμερικανικών δυνάμεων στην Ιορδανία προκάλεσαν νεκρούς και δεκάδες τραυματίες, γεγονός που αυξάνει την πίεση προς την κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ, καθώς καταρρίπτει την εικόνα απόλυτης στρατιωτικής υπεροχής που επιδίωκε να προβάλλει.
Ειδικοί επισημαίνουν ότι όσο διευρύνονται οι στόχοι των επιθέσεων, τόσο αυξάνεται και ο γεωγραφικός κίνδυνος εξάπλωσης της σύγκρουσης. Η Τεχεράνη έχει ήδη προειδοποιήσει ότι, εάν δεχθεί ακόμη ισχυρότερα πλήγματα, ενδέχεται να στοχεύσει ενεργειακές εγκαταστάσεις κρατών του Κόλπου, με άμεσες συνέπειες για τις διεθνείς αγορές ενέργειας.
Παράλληλα, η επίθεση της Σαουδικής Αραβίας σε αεροδρόμιο που ελέγχουν οι αντάρτες Χούθι στην Υεμένη αυξάνει την πιθανότητα το Ιράν να αξιοποιήσει τους συμμάχους του ώστε να διαταραχθεί η ναυσιπλοΐα στο στρατηγικής σημασίας στενό Μπαμπ αλ Μαντάμπ, εξέλιξη που θα επιβάρυνε περαιτέρω την παγκόσμια οικονομία. Παράλληλα, οι Χούθι ανακοίνωσαν ότι προχωρούν σε ναυτικό αποκλεισμό της Σαουδικής Αραβίας, δημιουργώντας νέα απειλή για τις παγκόσμιες ροές πετρελαίου.
ΗΠΑ-Ιράν: Σε οριακό σημείο η κατάσταση
Οι αναλυτές εκτιμούν ότι τόσο η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ όσο και η νέα σκληροπυρηνική ηγεσία του Ιράν βρίσκονται αντιμέτωπες με τις ίδιες οικονομικές και πολιτικές πιέσεις που είχαν οδηγήσει τις δύο πλευρές, μόλις έναν μήνα νωρίτερα, στην υπογραφή ενός γενικόλογου μνημονίου κατανόησης με στόχο την αποκλιμάκωση.
Η ιρανική οικονομία αντιμετώπιζε ήδη σοβαρή κρίση πριν από την έναρξη των συγκρούσεων, ενώ πλέον επιβαρύνεται από τις εκτεταμένες καταστροφές και τον αμερικανικό ναυτικό αποκλεισμό. Την ίδια στιγμή, στις Ηνωμένες Πολιτείες, η συνέχιση ενός πολέμου με υψηλό οικονομικό κόστος ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά τις πολιτικές ισορροπίες ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών.
Σύμφωνα με τους ειδικούς που μίλησαν στους NYT, η πίεση του χρόνου οδηγεί και τις δύο πλευρές σε πιο ριψοκίνδυνες κινήσεις, με στόχο την ενίσχυση της διαπραγματευτικής τους θέσης. Ωστόσο, προειδοποιούν ότι κάθε νέα στρατιωτική ενέργεια αυξάνει τον κίνδυνο λανθασμένων υπολογισμών που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ακόμη μεγαλύτερη κλιμάκωση αντί να ανοίξουν τον δρόμο για διαπραγματεύσεις.
Παράλληλα, εκφράζουν αμφιβολίες ότι ακόμη και μια περιορισμένη στρατιωτική κλιμάκωση από τις ΗΠΑ θα ήταν αρκετή για να αλλάξει ουσιαστικά τη στρατηγική του Ιράν, ενώ θεωρούν πως μια πιθανή χερσαία εισβολή θα συνεπαγόταν εξαιρετικά υψηλό στρατιωτικό και πολιτικό κόστος. Για τον λόγο αυτό, οι επόμενες ημέρες χαρακτηρίζονται ιδιαίτερα κρίσιμες, καθώς κάθε νέα επίθεση μπορεί να οδηγήσει είτε σε αποκλιμάκωση μέσω διαπραγματεύσεων είτε σε μια πολύ ευρύτερη πολεμική αναμέτρηση.

Ο Ντόναλντ Τραμπ και ο εμίρης του Κατάρ, σεΐχης Ταμίμ μπιν Χαμάντ αλ Θάνι © EPA
Η οικονομική διάσταση της κρίσης και ο κίνδυνος νέου πληθωριστικού κύματος
Η πολεμική κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή δεν περιορίζεται στο στρατιωτικό πεδίο. Οι επιπτώσεις μεταφέρονται ήδη στις αγορές, στις τιμές ενέργειας και στις αποφάσεις των κεντρικών τραπεζών.
Η αύξηση του κόστους πετρελαίου δημιουργεί νέες πιέσεις στον πληθωρισμό, ιδιαίτερα στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου οι τιμές της βενζίνης άρχισαν ξανά να ανεβαίνουν.
Σύμφωνα με την Αμερικανική Ένωση Αυτοκινήτου (AAA), η μέση τιμή της απλής αμόλυβδης ξεπέρασε εκ νέου το όριο των 4 δολαρίων ανά γαλόνι, αν και παραμένει χαμηλότερα από τα επίπεδα του περασμένου Απριλίου.
Οι αναλυτές θεωρούν κρίσιμο το επίπεδο των 80 δολαρίων για το WTI. Αν οι τιμές παραμείνουν πάνω από αυτό το όριο, οι πιέσεις στον πληθωρισμό και στα επιτόκια μπορεί να επανέλθουν, επηρεάζοντας τις αγορές και τη νομισματική πολιτική.
Η Ιορδανία αναδεικνύεται σε έναν ακόμη κρίσιμο παράγοντα της σύγκρουσης
Την ίδια στιγμή, η Ιορδανία αναδεικνύεται σε έναν ακόμη κρίσιμο παράγοντα της σύγκρουσης. Η χώρα, στενός σύμμαχος της Ουάσιγκτον, έχει μετατραπεί σε βασικό κόμβο αμερικανικών στρατιωτικών επιχειρήσεων και ως εκ τούτου σε στόχο της Τεχεράνης, σύμφωνα με αναλυτές που μίλησαν στο WSJ.
Η γεωγραφική της θέση προσφέρει σημαντικά πλεονεκτήματα στις ΗΠΑ, όμως η περιορισμένη στρατιωτική της ισχύς δημιουργεί ευπάθειες.
Η Ιορδανία βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με ένα δύσκολο δίλημμα: να διατηρήσει τη στρατηγική της σχέση με την Ουάσιγκτον, χωρίς να μετατραπεί σε κύριο πεδίο μιας σύγκρουσης που απειλεί να ξεπεράσει τα περιφερειακά όρια.
Η κρίση στη Μέση Ανατολή εισέρχεται έτσι σε μια φάση όπου η στρατιωτική αντιπαράθεση, η ενεργειακή ασφάλεια και η παγκόσμια οικονομία συνδέονται άμεσα, αυξάνοντας τον κίνδυνο μιας ευρύτερης αποσταθεροποίησης.
Ιράν: Οι αεροπορικές επιδρομές δεν αρκούν για τη νίκη
Οι εξελίξεις στο Ιράν αναδεικνύουν με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο τα όρια της αεροπορικής ισχύος ως εργαλείου επίτευξης στρατηγικών στόχων, σημειώνουν αναλυτές στο Bloomberg. Ο Ντόναλντ Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπος με μια πραγματικότητα που έχει επαναληφθεί πολλές φορές στη σύγχρονη στρατιωτική ιστορία: ακόμη και οι πιο εκτεταμένοι βομβαρδισμοί δεν εγγυώνται πολιτική ή στρατιωτική νίκη.
Παρά τις απειλές του Αμερικανού προέδρου για περαιτέρω κλιμάκωση των επιχειρήσεων, οι χιλιάδες αεροπορικές επιδρομές που πραγματοποιούνται από τα τέλη Φεβρουαρίου δεν έχουν επιτύχει τους βασικούς στόχους της Ουάσινγκτον.
Η ιρανική κυβέρνηση παραμένει στην εξουσία, οι δυνατότητες της Τεχεράνης να απειλεί τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ εξακολουθούν να υφίστανται και το πυραυλικό της οπλοστάσιο δεν έχει εξουδετερωθεί πλήρως.
Αναλυτές επισημαίνουν στο Bloomberg ότι οι ΗΠΑ έχουν ήδη εξαντλήσει τους περισσότερους στόχους υψηλής στρατηγικής αξίας που μπορούν να πληγούν αποκλειστικά από αέρος.
Όπως υποστηρίζει η διευθύντρια του Προγράμματος Άμυνας στο Center for a New American Security, Στέισι Πέτιτζον, οι εναπομείναντες στόχοι είναι μικρότερης σημασίας και δύσκολα μπορούν να περιορίσουν ουσιαστικά τις ασύμμετρες δυνατότητες του Ιράν ή να αποδυναμώσουν τον έλεγχο της κυβέρνησης στο εσωτερικό της χώρας.
Μέσα σε πέντε μήνες επιχειρήσεων, οι αμερικανικές δυνάμεις έχουν πραγματοποιήσει περισσότερα από 10.000 πλήγματα με αεροσκάφη, πυραύλους cruise και άλλα προηγμένα οπλικά συστήματα, χρησιμοποιώντας εξοπλισμό συνολικής αξίας που υπερβαίνει τα 25 δισ. δολάρια.
Οι απώλειες για το Ιράν είναι σημαντικές τόσο σε ανθρώπινο δυναμικό όσο και σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις. Ωστόσο, η Τεχεράνη εξακολουθεί να διατηρεί κρίσιμες επιχειρησιακές δυνατότητες, ενώ έχει καταφέρει να προκαλέσει σημαντικές απώλειες και στις αμερικανικές δυνάμεις, καταστρέφοντας μη επανδρωμένα αεροσκάφη, αεροσκάφη αναγνώρισης και μαχητικά μεγάλης αξίας.

Μη επανδρωμένο αεροσκάφος MQ-9 Reaper εκτοξεύει πύραυλο Hellfire © Wikimedia
Τα διδάγματα της ιστορίας και το αδιέξοδο των ΗΠΑ
Η εικόνα αυτή δεν αποτελεί ιστορική εξαίρεση. Από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά, οι Ηνωμένες Πολιτείες επένδυσαν συστηματικά στην αεροπορική υπεροχή, θεωρώντας ότι οι εκτεταμένοι βομβαρδισμοί θα μπορούσαν να επιβάλουν πολιτικές εξελίξεις χωρίς το κόστος μεγάλων χερσαίων επιχειρήσεων.
Η πραγματικότητα, ωστόσο, αποδείχθηκε συχνά διαφορετική. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η επιχείρηση Rolling Thunder στον πόλεμο του Βιετνάμ. Παρά τους εκτεταμένους βομβαρδισμούς γεφυρών, δρόμων και δικτύων ανεφοδιασμού, το Βόρειο Βιετνάμ συνέχισε να μεταφέρει όπλα και εφόδια ακόμη και με πρωτόγονα μέσα, όπως ποδήλατα και πεζοπόρα τμήματα, ακυρώνοντας στην πράξη μεγάλο μέρος της αμερικανικής στρατηγικής.
Αντίστοιχα, ακόμη και ο Πόλεμος του Κόλπου το 1991, ο οποίος θεωρείται μία από τις πιο επιτυχημένες αεροπορικές εκστρατείες στην ιστορία, δεν οδήγησε από μόνος του στην κατάρρευση του καθεστώτος του Σαντάμ Χουσεΐν. Η τελική ανατροπή των ισορροπιών ήρθε μόνο μετά τη μαζική ανάπτυξη χερσαίων δυνάμεων, γεγονός που υπενθυμίζει ότι η αεροπορική ισχύς μπορεί να δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μια νίκη, αλλά σπάνια αρκεί από μόνη της για να την εξασφαλίσει.
Ιράν: Η στρατηγική φθορά και το δίλημμα του Ντόναλντ Τραμπ
Παρά τη συντριπτική υπεροχή των Ηνωμένων Πολιτειών σε αεροπορικά μέσα και πυραυλικά συστήματα, το βασικό στρατηγικό πλεονέκτημα του Ιράν παραμένει ουσιαστικά ανέπαφο. Η Τεχεράνη εξακολουθεί να διατηρεί τη δυνατότητα να επηρεάζει τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ, έναν από τους σημαντικότερους ενεργειακούς διαδρόμους του πλανήτη, διατηρώντας έτσι έναν ισχυρό μοχλό πίεσης προς τη Δύση και τις διεθνείς αγορές ενέργειας.
Αν και η Ουάσινγκτον θα μπορούσε να εντείνει ακόμη περισσότερο τις επιθέσεις, αρκετοί αναλυτές αμφισβητούν ότι μια τέτοια επιλογή θα άλλαζε ουσιαστικά τους συσχετισμούς. Αντίθετα, εκτιμούν ότι οι δύο πλευρές έχουν εισέλθει σε έναν πόλεμο φθοράς, όπου τόσο οι ΗΠΑ όσο και το Ιράν θεωρούν ότι ο αντίπαλος θα εξαντληθεί πρώτος, οικονομικά, πολιτικά και στρατιωτικά.
Κατά διαστήματα, ο Ντόναλντ Τραμπ έχει αφήσει ανοιχτό ακόμη και το ενδεχόμενο ανάπτυξης χερσαίων δυνάμεων για την κατάληψη κρίσιμων ιρανικών υποδομών, όπως το νησί Χαργκ, μέσω του οποίου πραγματοποιείται το μεγαλύτερο μέρος των εξαγωγών πετρελαίου της χώρας.
Ωστόσο, ένα τέτοιο σενάριο θεωρείται εξαιρετικά απίθανο, καθώς θα προϋπέθετε εκτεταμένη στρατιωτική επιχείρηση με σημαντικές ανθρώπινες απώλειες, σε μια περίοδο όπου η αμερικανική κοινή γνώμη εμφανίζεται ολοένα και πιο επιφυλακτική απέναντι στη συνέχιση του πολέμου.

Iρανικό διυλιστήριο φλέγεται μετά από ισραηλινή επίθεση © Χ.com
Παράλληλα, ευρωπαϊκές εκτιμήσεις αναφέρουν ότι η Τεχεράνη δεν δείχνει διατεθειμένη να υποχωρήσει υπό την πίεση των συνεχών βομβαρδισμών. Αντίθετα, θεωρεί ότι διαθέτει τα μέσα για να παρατείνει τη σύγκρουση, στοιχηματίζοντας πως η Ουάσινγκτον θα δυσκολευτεί να διατηρήσει επ’ αόριστον το σημερινό επίπεδο στρατιωτικής εμπλοκής.
Η αναλύτρια άμυνας του Bloomberg Economics, Μπέκα Βάσερ, επισημαίνει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες επένδυσαν σχεδόν αποκλειστικά στη λογική του «πολέμου από απόσταση», θεωρώντας ότι η αεροπορική ισχύς θα αρκούσε για να αναγκάσει το Ιράν σε υποχώρηση. Ωστόσο, όπως σημειώνει, κάτι τέτοιο δεν έχει συμβεί, με αποτέλεσμα να δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος διαδοχικών επιθέσεων και αντιποίνων χωρίς ορατό τέλος.
Τη δυσκολία αυτή αναγνώρισε, εμμέσως πλην σαφώς, και ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Τζέι Ντι Βανς. Σε συνέντευξή του υποστήριξε ότι οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις μπορούν να εξαπολύσουν αμέτρητους βομβαρδισμούς, όμως το κρίσιμο ερώτημα είναι ποιο θα είναι το πρακτικό αποτέλεσμα, εφόσον το Ιράν εξακολουθεί να διαθέτει ακόμη και περιορισμένες δυνατότητες για επιθέσεις με drones ή πυραύλους που μπορούν να διαταράξουν τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ.
Ο ίδιος περιέγραψε τη στρατηγική της Ουάσινγκτον ως έναν «λεπτό διπλωματικό χορό», όπου στρατιωτική πίεση, οικονομικές κυρώσεις και διαπραγματεύσεις λειτουργούν συμπληρωματικά. Παράλληλα, άφησε να εννοηθεί ότι η ανατροπή του καθεστώτος στην Τεχεράνη θα απαιτούσε περίπου 150.000 στρατιώτες στο έδαφος, ένα ενδεχόμενο που ουσιαστικά απέκλεισε.
