Η απόφαση της Ελλάδας να συμμετάσχει ως ιδρυτικό μέλος της Defence, Security and Resilience Bank (DSRB) αποτελεί μία από τις σημαντικότερες εξελίξεις των τελευταίων ετών στον τομέα της διεθνούς οικονομικής συνεργασίας για την άμυνα και την ασφάλεια.
Πρόκειται για μια νέα Παγκόσμια Τράπεζα για την Άμυνα και Ασφάλεια, έναν πολυμερή χρηματοπιστωτικό οργανισμό, ο οποίος φιλοδοξεί να καλύψει ένα διαχρονικό κενό: την απουσία ενός εξειδικευμένου αναπτυξιακού θεσμού, που θα χρηματοδοτεί επενδύσεις στην άμυνα, την ασφάλεια, την ανθεκτικότητα των κρατών και τις κρίσιμες υποδομές.
Η δημιουργία της DSRB έρχεται σε μία περίοδο κατά την οποία η διεθνής ασφάλεια έχει μετατραπεί σε κορυφαία πολιτική και οικονομική προτεραιότητα.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία, η αστάθεια στη Μέση Ανατολή, οι κυβερνοεπιθέσεις, οι υβριδικές απειλές, η ανάγκη προστασίας των ενεργειακών δικτύων και των υποδομών, αλλά και η γενικότερη αύξηση των αμυντικών δαπανών στις χώρες του ΝΑΤΟ, με έμφαση στις τεχνολογίες ΑΙ drones, δημιουργούν νέες, επείγουσες ανάγκες χρηματοδότησης, τις οποίες οι υπάρχοντες διεθνείς οργανισμοί δεν είχαν σχεδιαστεί να καλύψουν.

Oυκρανικής κατασκευής drone μακράς εμβέλειας, τύπου Liutyi, που χρησιμοποιούνται για χτυπήματα βαθειά στις ενεργειακές υποδομές της Ρωσίας © Χ.com
Ποιοι βρίσκονται πίσω από την πρωτοβουλία
Η ιδέα της δημιουργίας της DSRB παρουσιάστηκε το 2025 από τον Ρομπ Μάρεϊ, πρώην επικεφαλής της πρωτοβουλίας καινοτομίας του ΝΑΤΟ και διευθύνοντα σύμβουλο της DSRB Development Group.

O Ρομπ Μάρεϊ, επικεφαλής της DSRB Development Group © Αtlantic Council
Από την πρώτη στιγμή η πρόταση συγκέντρωσε την υποστήριξη μεγάλων διεθνών τραπεζών, μεταξύ των οποίων οι JPMorgan, Deutsche Bank, ING, Commerzbank, Landesbank Baden-Württemberg και αρκετοί κορυφαίοι καναδικοί τραπεζικοί όμιλοι.
Η DSRB ιδρύεται με τη συμμετοχή εννέα κρατών ως ιδρυτικών μελών: Καναδάς, Ελλάδα, Βέλγιο, Λουξεμβούργο, Ρουμανία, Λετονία, Αλβανία, Ουκρανία και Τουρκία.
Έδρα του νέου διεθνούς χρηματοπιστωτικού οργανισμού θα είναι ο Καναδάς, ο οποίος πρωτοστάτησε στην προώθηση της πρωτοβουλίας.
Τη δημιουργία της τράπεζας υποστηρίζει η DSRB Development Group, με επικεφαλής τον πρώην αξιωματούχο του ΝΑΤΟ Ρομπ Μάρεϊ, ενώ στη διαμόρφωση του εγχειρήματος συμμετέχουν τουλάχιστον δώδεκα μεγάλοι διεθνείς τραπεζικοί όμιλοι, ενώ συνεχώς προστίθενται καινούργιοι στον αρχικό πυρήνα.
Συμμετοχή Eλλάδας και Τουρκίας
Πρόκειται για τις: JPMorgan Chase (Ηνωμένες Πολιτείες), Deutsche Bank (Γερμανία), Commerzbank (Γερμανία), ING Group (Ολλανδία), National Bank of Canada (Καναδάς), Royal Bank of Canada (Καναδάς), Toronto-Dominion Bank (Καναδάς), Bank of Montreal – BMO (Καναδάς), CIBC (Καναδάς), Scotiabank (Καναδάς), Landesbank Baden-Württemberg – LBBW (Γερμανία) και την Τράπεζα Πειραιώς (Ελλάδα), η οποία είναι η μοναδική τράπεζα από τη Νοτιοανατολική Ευρώπη που συμμετέχει στην ιδρυτική τραπεζική συμμαχία.
Πληροφορίες αναφέρουν επίσης ως συμμετέχουσες την RBC Capital Markets (θυγατρική της Royal Bank of Canada), 7η μεγαλύτερη τράπεζα στη Βόρειο Αμερική και μία από τις μεγαλύτερες επενδυτικές παγκοσμίως.
Στα ιδρυτικά κράτη συμμετέχει η Τουρκία, ωστόσο προς το παρόν δεν περιλαμβάνεται τουρκική τράπεζα μεταξύ των δώδεκα διεθνών χρηματοπιστωτικών ομίλων που υποστηρίζουν τη δημιουργία της DSRB.
Ο Καναδάς ανέλαβε πρωταγωνιστικό ρόλο στην προώθηση του εγχειρήματος. Η κυβέρνηση του πρωθυπουργού Μαρκ Κάρνεϊ υποστήριξε ενεργά την εγκατάσταση της έδρας της νέας τράπεζας στη χώρα, εκτιμώντας ότι μπορεί να εξελιχθεί σε βασικό πυλώνα της διεθνούς χρηματοδότησης της άμυνας.
Η επιλογή του Καναδά αντανακλά και τη φιλοδοξία της χώρας να αποκτήσει αυξημένο ρόλο στις δυτικές πρωτοβουλίες ασφάλειας πέρα από το καθαρά στρατιωτικό επίπεδο.
Η συμμετοχή τραπεζικών κολοσσών αποσκοπεί στην ενίσχυση της αξιοπιστίας του νέου οργανισμού απέναντι στις διεθνείς κεφαλαιαγορές.
Στόχος είναι η DSRB να αποκτήσει στο μέλλον πιστοληπτική αξιολόγηση επιπέδου ΑΑΑ, γεγονός που θα της επιτρέψει να προσφέρει ιδιαίτερα ανταγωνιστικούς όρους δανεισμού.
Ένα νέο μοντέλο διεθνούς χρηματοδότησης
Η DSRB χαρακτηρίζεται ως η πρώτη παγκόσμια πολυμερής αναπτυξιακή τράπεζα, με αποκλειστική αποστολή τη χρηματοδότηση έργων που σχετίζονται με την άμυνα, την ασφάλεια και την ανθεκτικότητα.
Φυσικά δεν πρόκειται για έναν οργανισμό που θα αντικαταστήσει την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων ή άλλους διεθνείς χρηματοπιστωτικούς θεσμούς, αλλά για έναν συμπληρωματικό μηχανισμό που θα λειτουργεί εκεί όπου μέχρι σήμερα υπήρχαν περιορισμοί στη χρηματοδότηση αμυντικών επενδύσεων.
Το βασικό ζητούμενο είναι η κινητοποίηση ιδιωτικών κεφαλαίων. Επί δεκαετίες, μεγάλα επενδυτικά κεφάλαια και εμπορικές τράπεζες αντιμετώπιζαν με επιφυλακτικότητα τη χρηματοδότηση της αμυντικής βιομηχανίας, είτε λόγω κανονιστικών περιορισμών είτε λόγω πολιτικών και περιβαλλοντικών κριτηρίων.
Η νέα τράπεζα φιλοδοξεί να λειτουργήσει ως καταλύτης, μειώνοντας τον επενδυτικό κίνδυνο και διευκολύνοντας τη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα σε έργα που θεωρούνται στρατηγικής σημασίας.
Η DSRB δημιουργείται με αρχικό κεφάλαιο 100 εκατομμυρίων ευρώ, το οποίο αποτελείται από καταβεβλημένο και απαιτητό κεφάλαιο.
Το καταβεβλημένο κεφάλαιο αντιστοιχεί στα ποσά που καταβάλλουν άμεσα τα κράτη-μέλη, ενώ το απαιτητό κεφάλαιο λειτουργεί ως εγγύηση, επιτρέποντας στον οργανισμό να αποκτήσει υψηλή πιστοληπτική αξιολόγηση και να δανείζεται με χαμηλό κόστος από τις διεθνείς αγορές. Αυτό είναι το μοντέλο που χρησιμοποιούν οι περισσότερες μεγάλες αναπτυξιακές τράπεζες διεθνώς.
Οι τομείς που θα χρηματοδοτούνται
Σε αντίθεση με όσα υποδηλώνει το όνομά της, η DSRB δεν θα χρηματοδοτεί αποκλειστικά την παραγωγή στρατιωτικού εξοπλισμού. Το αντικείμενό της είναι σημαντικά ευρύτερο και περιλαμβάνει έργα που ενισχύουν συνολικά την ανθεκτικότητα των κρατών απέναντι στις σύγχρονες απειλές.
Στις επιλέξιμες επενδύσεις περιλαμβάνονται: οι κρίσιμες ενεργειακές υποδομές, τα δίκτυα μεταφορών, οι τηλεπικοινωνίες, η κυβερνοασφάλεια, η τεχνητή νοημοσύνη, οι δορυφορικές εφαρμογές, η προστασία των εφοδιαστικών αλυσίδων, οι τεχνολογίες διπλής χρήσης, καθώς και οι αμυντικές βιομηχανίες που αναπτύσσουν καινοτόμα προϊόντα.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες αποτελούν τη ραχοκοκαλιά των αλυσίδων εφοδιασμού της αμυντικής βιομηχανίας στις περισσότερες δυτικές οικονομίες.
Μέσω της πρόσβασης σε μακροπρόθεσμα δάνεια με χαμηλό κόστος, οι επιχειρήσεις αυτές θα μπορούν να αυξήσουν την παραγωγή τους, να επενδύσουν σε νέες τεχνολογίες και να διεκδικήσουν μεγαλύτερο μερίδιο στις διεθνείς αγορές.
Οι επιφυλάξεις και η απουσία Γερμανίας, Γαλλίας και Ιταλίας
Παρά τις θετικές προοπτικές, δεν λείπουν οι επιφυλάξεις. Η DSRB παραμένει ακόμη υπό διαμόρφωση και αρκετές κρίσιμες παράμετροι δεν έχουν οριστικοποιηθεί.
Δεν έχουν ακόμη αποσαφηνιστεί πλήρως τα κριτήρια επιλογής έργων, το εύρος των χρηματοδοτικών εργαλείων ούτε οι μηχανισμοί κατανομής των διαθέσιμων πόρων.
Επιπλέον, αρκετοί αναλυτές επισημαίνουν ότι η απουσία μεγάλων ευρωπαϊκών οικονομιών, όπως η Γερμανία, η Γαλλία και η Ιταλία, από τον αρχικό πυρήνα των ιδρυτικών μελών περιορίζει, τουλάχιστον προς το παρόν, το διεθνές εκτόπισμα του νέου οργανισμού. Εάν στο μέλλον οι χώρες αυτές αποφασίσουν να συμμετάσχουν, η βαρύτητα της DSRB θα ενισχυθεί σημαντικά.
Ένας ακόμη προβληματισμός αφορά την ικανότητα χωρών με μεγαλύτερη αμυντική βιομηχανία να απορροφήσουν μεγαλύτερο μέρος των διαθέσιμων χρηματοδοτήσεων.
Η Τουρκία, για παράδειγμα, διαθέτει ήδη έναν ιδιαίτερα εξωστρεφή και παραγωγικά ισχυρό αμυντικό τομέα, γεγονός που θα μπορούσε να της επιτρέψει να αξιοποιήσει αποτελεσματικά τα νέα χρηματοδοτικά εργαλεία.
Η σημασία της ελληνικής συμμετοχής
Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στα ιδρυτικά μέλη μαζί με τον Καναδά, το Βέλγιο, τη Ρουμανία, τη Λετονία, το Λουξεμβούργο, την Αλβανία, την Ουκρανία και την Τουρκία. Η επιλογή της συμμετοχής από την πρώτη ημέρα έχει ιδιαίτερη πολιτική και θεσμική σημασία.
Σε κάθε νέο διεθνή οργανισμό, τα ιδρυτικά μέλη έχουν αυξημένη δυνατότητα διαμόρφωσης του καταστατικού πλαισίου, των διαδικασιών λειτουργίας και των προτεραιοτήτων χρηματοδότησης. Με άλλα λόγια, δεν περιορίζονται στον ρόλο του απλού συμμετέχοντος, αλλά συμβάλλουν στη διαμόρφωση των κανόνων του παιχνιδιού.
Για την ελληνική διπλωματία, η παρουσία αυτή ενισχύει την εικόνα της χώρας ως ενεργού παράγοντα στις νέες πρωτοβουλίες της Δύσης για την οικονομική και αμυντική ασφάλεια.
Παράλληλα, διασφαλίζει ότι οι ελληνικές θέσεις θα εκπροσωπούνται από την πρώτη στιγμή στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων.
Τα οικονομικά οφέλη για την ελληνική βιομηχανία
Η ελληνική αμυντική βιομηχανία παραμένει σχετικά μικρή συγκριτικά με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όμως τα τελευταία χρόνια εμφανίζει αξιοσημείωτη δυναμική.
Πέρα από τις κρατικές εταιρείες, όπως η Ελληνική Αεροπορική Βιομηχανία και τα Ελληνικά Αμυντικά Συστήματα, έχει αναπτυχθεί ένα ευρύτερο οικοσύστημα ιδιωτικών επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στα ηλεκτρονικά συστήματα, στα μη επανδρωμένα αεροσκάφη, στα λογισμικά κυβερνοασφάλειας, στα σύνθετα υλικά και στις τεχνολογίες διπλής χρήσης.
Η πρόσβαση σε νέα χρηματοδοτικά εργαλεία μπορεί να επιτρέψει στις ελληνικές επιχειρήσεις να πραγματοποιήσουν επενδύσεις που μέχρι σήμερα ήταν δύσκολο να χρηματοδοτηθούν από τις συμβατικές τράπεζες.
Παράλληλα, διευρύνονται οι δυνατότητες συμμετοχής τους σε διεθνή βιομηχανικά προγράμματα και στις αλυσίδες παραγωγής μεγάλων αμυντικών ομίλων.
Η συμμετοχή της Τράπεζας Πειραιώς μεταξύ των διεθνών χρηματοπιστωτικών οργανισμών που στηρίζουν τη δημιουργία της DSRB αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς αποτελεί τη μοναδική εκπροσώπηση από τη Νοτιοανατολική Ευρώπη στο συγκεκριμένο σχήμα.
Γεωπολιτική διάσταση
Η ένταξη της Ελλάδας δεν έχει μόνο οικονομική σημασία. Σε μια περίοδο κατά την οποία η διεθνής ασφάλεια επανακαθορίζεται, η συμμετοχή σε νέους θεσμούς ενισχύει το διπλωματικό αποτύπωμα κάθε χώρας.
Το γεγονός ότι στην DSRB συμμετέχει και η Τουρκία δεν αναιρεί αυτή τη λογική. Η συνύπαρξη σε έναν πολυμερή οργανισμό δεν συνεπάγεται ταύτιση θέσεων ούτε περιορίζει τη δυνατότητα κάθε χώρας να υπερασπίζεται τις εθνικές της επιδιώξεις.
Η συμμετοχή της Ελλάδας ως ιδρυτικού μέλους εξασφαλίζει ότι θα διαθέτει δικαίωμα ψήφου και θεσμικό λόγο σε έναν οργανισμό που ενδέχεται τα επόμενα χρόνια να αποκτήσει αυξανόμενη επιρροή στη χρηματοδότηση έργων άμυνας και ασφάλειας.
Αξιοποίηση δυνατοτήτων για την ελληνική οικονομία
Η πραγματική αξία της συμμετοχής θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την ετοιμότητα της ελληνικής οικονομίας να αξιοποιήσει τις δυνατότητες που θα δημιουργηθούν.
Εάν υπάρξει συντονισμός μεταξύ κράτους, τραπεζικού συστήματος, πανεπιστημίων, ερευνητικών κέντρων και ιδιωτικών επιχειρήσεων, η DSRB μπορεί να εξελιχθεί σε έναν σημαντικό μοχλό επενδύσεων υψηλής τεχνολογίας.

Tο 306 Εργοστάσιο Βάσης Τηλεπικοινωνιών (306 ΕΒΤ), στις Αχαρνές μπορεί να παράγει τετρακόπτερα καθώς και σταθερής πτέρυγας drones. Τα drones αυτά δύναται να αναλάβουν αποστολή επιτήρησης και παρατήρησης, άφεσης φορτίου και «καμικάζι». © ΓΡ. ΤΥΠΟΥ ΥΠ. ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΜΥΝΑΣ/EUROKINISSI
Η Ελλάδα διαθέτει ήδη ισχυρή παρουσία σε τομείς όπως η ναυτιλία, τα πληροφοριακά συστήματα, η κυβερνοασφάλεια, τα ηλεκτρονικά, οι δορυφορικές εφαρμογές και η καινοτομία, ενώ έχει εκφράσει πρωτοβουλία να καλύψει το χαμένο έδαφος όσον αφορά την ανάπτυξη και παραγωγή drones – και ειδικά στρατιωτικών.
Η σύνδεση αυτών των κλάδων με τα νέα χρηματοδοτικά εργαλεία μπορεί να δημιουργήσει σημαντική προστιθέμενη αξία και νέες εξαγωγικές δυνατότητες.
Παράλληλα, η αναβάθμιση των κρίσιμων υποδομών, η ενεργειακή ασφάλεια και η προστασία των ψηφιακών δικτύων αποτελούν τομείς όπου η χώρα μπορεί να αντλήσει σημαντικά οφέλη μέσα από μελλοντικά επενδυτικά προγράμματα.
Aπό τις πιο ενδιαφέρουσες θεσμικές πρωτοβουλίες
Η ίδρυση της DSRB αποτελεί μία από τις πιο ενδιαφέρουσες θεσμικές πρωτοβουλίες που εμφανίστηκαν τα τελευταία χρόνια στον χώρο της διεθνούς οικονομικής συνεργασίας για την άμυνα και την ασφάλεια.
Αν και βρίσκεται ακόμη στα πρώτα στάδια συγκρότησης, αποτυπώνει τη στροφή των δυτικών οικονομιών προς νέα χρηματοδοτικά εργαλεία που συνδυάζουν δημόσια και ιδιωτικά κεφάλαια για την ενίσχυση της στρατηγικής ανθεκτικότητας.
Για την Ελλάδα, η συμμετοχή ως ιδρυτικού μέλους δημιουργεί προϋποθέσεις μεγαλύτερης διεθνούς επιρροής, πρόσβασης σε νέα επενδυτικά κεφάλαια και ενίσχυσης της εγχώριας αμυντικής και τεχνολογικής βιομηχανίας.
Τα πραγματικά οφέλη δεν θα προκύψουν αυτόματα. Θα εξαρτηθούν από την ταχύτητα με την οποία η χώρα θα οργανώσει τις δικές της παραγωγικές και επενδυτικές δυνατότητες, ώστε να αξιοποιήσει το θεσμό όσο το δυνατόν πιο αποτελεσματικά.
