Ενεργειακή κρίση: Η Ευρώπη ετοιμάζεται να… παγώσει τον χειμώνα

Ενόψει της μεγαλύτερης χειμερινής ανόδου των τελευταίων ετών στις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας η γηραιά ήπειρος. Τα σενάρια

Ηλεκτρική ενέργεια © ΑΔΜΗΕ

Η μεγαλύτερη από την ενεργειακή κρίση είναι η άνοδος των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας ενόψει του χειμώνα στην Ευρώπη, με αποτέλεσμα η γηραιά ήπειρος να… παγώνει πριν την ώρα της.

Η τιμή χονδρικής της ηλεκτρικής ενέργειας για τον Ιανουάριο στη Γερμανία, τη μεγαλύτερη οικονομία της ΕΕ, διαπραγματεύεται πάνω από τα 180 ευρώ ανά μεγαβατώρα στο ευρωπαϊκό χρηματιστήριο ενέργειας, σημειώνοντας αύξηση άνω του 60% σε σχέση με έναν χρόνο νωρίτερα.

Ο βασικός παράγοντας είναι το φυσικό αέριο, η τιμή του οποίου έχει εκτοξευθεί τις τελευταίες εβδομάδες, καθώς η Ευρώπη δυσκολεύεται να αναπληρώσει τα αποθέματά της εν μέσω εντεινόμενου ανταγωνισμού για το καύσιμο. Ο πόλεμος στο Ιράν έχει αυξήσει περαιτέρω την πίεση, καθώς το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ διακόπτει τις προμήθειες από το Κατάρ.

Η άνοδος του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας έρχεται την ώρα που η ήπειρος προσπαθεί να εξηλεκτρίσει την οικονομία της και να μειώσει την εξάρτησή της από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα, τα οποία την έχουν επανειλημμένα εκθέσει σε απότομες αυξήσεις τιμών όταν διαταράσσονται οι προμήθειες.

Η Ευρώπη έχει σημειώσει πρόοδο από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, πριν από τέσσερα χρόνια, που προκάλεσε μεγάλη ενεργειακή κρίση, αντιμετωπίζοντας το φετινό ενεργειακό σοκ καλύτερα από ό,τι αρχικά φοβούνταν πολλοί, σημειώνει το Bloomberg.

Ωστόσο, η φετινή χειμερινή άνοδος των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας υπογραμμίζει πόσο εξαρτημένη παραμένει η Ευρώπη από καύσιμα όπως το φυσικό αέριο και ο άνθρακας — και πόσο γρήγορα οι αναταράξεις στις παγκόσμιες αγορές ενέργειας μπορούν να περάσουν στην ευρωπαϊκή οικονομία.

Το υψηλότερο κόστος ηλεκτρικής ενέργειας απειλεί να αυξήσει τους λογαριασμούς των νοικοκυριών και τα έξοδα των επιχειρήσεων, εντείνοντας τις πληθωριστικές πιέσεις ακριβώς τη στιγμή που οι επενδυτές ποντάρουν σε περαιτέρω αυξήσεις επιτοκίων.

Παράλληλα, το ζήτημα είναι πολιτικά ευαίσθητο για τις κυβερνήσεις που έχουν δαπανήσει δισεκατομμύρια ευρώ για να προστατεύσουν τους καταναλωτές από ενεργειακά σοκ, ενώ ταυτόχρονα προωθούν τη μετάβαση μακριά από τα ορυκτά καύσιμα.

Ταυτόχρονα, η μείωση της παραγωγής του γαλλικού πυρηνικού στόλου λόγω καύσωνα και απεργιών, καθώς και τα χαμηλά αποθέματα υδροηλεκτρικής ενέργειας έχουν επιβαρύνει ακόμη περισσότερο το ηλεκτρικό σύστημα φέτος. Και, καθώς δεν διαφαίνεται τέλος στον πόλεμο στο Ιράν, οι πιέσεις που προκαλούνται από τις τιμές θα μπορούσαν να γίνουν ακόμη εντονότερες.

«Υπάρχει περιθώριο για υψηλότερες τιμές στην ηλεκτρική ενέργεια και ίσως για ταχύτερη άνοδο από αυτή που έχουμε δει μέχρι σήμερα», δήλωσε ο Ulf Ek, διευθυντής επενδύσεων στο hedge fund Northlander Commodity Advisors LLP, που επικεντρώνεται στις αγορές εμπορευμάτων. «Ας ελπίσουμε ότι θα έχουμε χειμώνα με πολύ αέρα και ήλιο. Αν όχι, τότε οι τιμές του ηλεκτρικού ρεύματος, του φυσικού αερίου και του άνθρακα θα αυξηθούν».

Αν είναι ψυχρός ο χειμώνας και οι προμήθειες από τη Μέση Ανατολή παραμείνουν περιορισμένες, ο Ek εκτιμά ότι οι τιμές χονδρικής της ηλεκτρικής ενέργειας θα μπορούσαν να αυξηθούν έως και 50%. Ο αντίκτυπος στους λογαριασμούς των καταναλωτών δεν θα είναι εξίσου δραματικός, επειδή οι προμηθευτές συνήθως αγοράζουν ηλεκτρική ενέργεια εκ των προτέρων, σε χαμηλότερες τιμές, ενώ οι επιπτώσεις θα διαφέρουν σημαντικά από χώρα σε χώρα. Στη Βρετανία, οι λογαριασμοί ενέργειας των νοικοκυριών αναμένεται να αυξηθούν κατά 25% τον Ιανουάριο, ενώ στη Νορβηγία οι κρατικές επιδοτήσεις αναμένεται σε μεγάλο βαθμό να προστατεύσουν τους καταναλωτές από τις υψηλότερες τιμές χονδρικής.

Η Ευρώπη βρίσκεται σε πολύ ισχυρότερη θέση απ’ ό,τι κατά την ενεργειακή κρίση του 2022, όταν η απώλεια των ρωσικών προμηθειών μέσω αγωγών εκτόξευσε τις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας πάνω από τα 1.000 ευρώ ανά μεγαβατώρα, δηλαδή πάνω από πενταπλάσιες σε σχέση με τις σημερινές τιμές των συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης για τον επόμενο Ιανουάριο. Έκτοτε, η ήπειρος έχει δημιουργήσει περισσότερες υποδομές για την εισαγωγή υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), έχει μειώσει την κατανάλωση καυσίμων και έχει διαφοροποιήσει τους προμηθευτές της, καθιστώντας λιγότερο πιθανή την πραγματική έλλειψη, ακόμη κι αν αυξηθούν οι τιμές.

Αυτή η ανθεκτικότητα έχει όμως και ένα τίμημα. Η Ευρώπη είναι πλέον περισσότερο εκτεθειμένη στην παγκόσμια αγορά LNG, όπου ανταγωνίζεται άλλους αγοραστές σε όλο τον κόσμο για τα φορτία φυσικού αερίου. Αυτό σημαίνει ότι διαταραχές που συμβαίνουν χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά μπορούν γρήγορα να μεταδοθούν στις ευρωπαϊκές αγορές φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας.

Η αύξηση των τιμών θα μπορούσε να δώσει ώθηση στους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας της περιοχής, συμπεριλαμβανομένων των παραγωγών ανανεώσιμης ενέργειας, οι οποίοι επωφελούνται όταν τα ακριβότερα καύσιμα καθορίζουν την τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος. Με τις τιμές σε άνοδο, εταιρείες όπως η γερμανική RWE, η Engie και η EDP Renewables θα μπορούσαν να εμφανίσουν κέρδη την επόμενη χρονιά κατά 10% υψηλότερα από τις τρέχουσες εκτιμήσεις, σύμφωνα με ανάλυση του Ahmed Farman, αναλυτή της Jefferies.

Η ανάπτυξη της παραγωγής από ανανεώσιμες πηγές έχει βοηθήσει να προστατευτεί η Ευρώπη από τις έντονες διακυμάνσεις στις τιμές των ορυκτών καυσίμων. Χωρίς, για παράδειγμα, την ηλιακή ισχύ που προστέθηκε από το 2021, οι μέσες τιμές χονδρικής ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη θα ήταν 30% υψηλότερες αυτό το καλοκαίρι, σύμφωνα με ανάλυση της Baringa.

Η ηλιακή ενέργεια έχει πολύ μικρότερη επίδραση τον χειμώνα, ιδιαίτερα στη βόρεια Ευρώπη, όπου οι σύντομες και συννεφιασμένες ημέρες μειώνουν την παραγωγή σε κλάσμα των θερινών επιπέδων. Αυτό αφήνει τα αιολικά πάρκα να παρέχουν φθηνή, πράσινη ενέργεια και να περιορίζουν τη ζήτηση για ορυκτά καύσιμα. Κι ενώ ο αυξανόμενος στόλος ανεμογεννητριών της Ευρώπης μπορεί να παράγει σημαντικές ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας, οι περίοδοι άπνοιας — οι οποίες συχνά συμπίπτουν με κύματα ψύχους — μπορούν να αφήσουν την περιοχή εκτεθειμένη σε υψηλότερες τιμές.

«Δεν υπάρχουν πολλά που μπορούν να προστατεύσουν τις αγορές ηλεκτρικής ενέργειας», δήλωσε η Florence Schmit, στρατηγική αναλύτρια στη Rabobank. «Ο τομέας των ανανεώσιμων πηγών έχει αναπτυχθεί, αλλά δεν ήταν αρκετά ισχυρός ώστε να αντισταθμίσει την τεράστια εξάρτηση από το φυσικό αέριο».

Οι μονάδες ηλεκτροπαραγωγής με φυσικό αέριο, παρά το υψηλό κόστος τους, εξακολουθούν να είναι κρίσιμες για την εξισορρόπηση του συστήματος και πιθανότατα θα παραμείνουν έτσι για πολλά ακόμη χρόνια. Η Γερμανία ξεκίνησε πρόσφατα διαγωνισμό για την κατασκευή περισσότερων μονάδων ηλεκτροπαραγωγής με φυσικό αέριο στο δίκτυό της. Η Βρετανία έχει επίσης εξετάσει το ενδεχόμενο να προσφέρει υψηλότερες τιμές, ώστε να ενθαρρύνει περισσότερες επενδύσεις σε νέες μονάδες φυσικού αερίου, παρά τα σχέδιά του να κατασκευάσει αριθμό-ρεκόρ νέων υπεράκτιων αιολικών πάρκων.

Παρ’ όλα αυτά, το υψηλό κόστος θα μπορούσε να είναι βραχύβιο εάν αποκλιμακωθεί η σύγκρουση μεταξύ των ΗΠΑ και του Ιράν. Κι αν η Ευρώπη σταθεί τυχερή και έχει ήπιο, ανεμώδη και βροχερό καιρό, η χαμηλότερη ζήτηση και η υψηλή παραγωγή από ανανεώσιμες πηγές θα μπορούσαν να προσφέρουν σημαντική ανακούφιση, ιδιαίτερα εάν οι τιμές του φυσικού αερίου υποχωρήσουν περαιτέρω.

«Μιλάμε για δύσκολο χειμώνα», δήλωσε ο Caspian Conran, οικονομολόγος της Baringa. «Θα υπάρξει σημαντική επιβάρυνση στους λογαριασμούς ενέργειας αυτόν τον χειμώνα, αλλά δεν θα φτάσει στα επίπεδα της “ουκρανικής περιόδου”».