Ιδιαίτερα ανήσυχη εμφανίζεται η Κριστίν Λαγκάρντ για τις τιμές του πετρελαίου, σύμφωνα με δημσοίευμα του Reuters. Πιο συγκεκριμένα, οι τιμές του πετρελαίου αναμένεται να βρεθούν στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος των υπεύθυνων χάραξης πολιτικής κατά τη νέα συνεδρίασης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας που θα πραγματοποιηθεί την Πέμπτη 23 Ιουλίου. Η γρήγορη αποκλιμάκωση των τιμών ενέργειας τον περασμένο μήνα είχε αφαιρέσει προσωρινά την πίεση για νέα αύξηση επιτοκίων, όμως η ανακούφιση αποδείχθηκε βραχύβια, καθώς μια σταθερή διευθέτηση του πολέμου στο Ιράν παραμένει δυσεύρετη.
Η επικρατέστερη εκτίμηση είναι πως η ΕΚΤ θα διατηρήσει το βασικό της επιτόκιο στο 2,25%, μετά την αύξηση του Ιουνίου που την είχε καταστήσει την πρώτη μεγάλη κεντρική τράπεζα που αντέδρασε με επιτοκιακή κίνηση στον πόλεμο. Η κλιμάκωση της σύγκρουσης έχει σπρώξει προς τα πάνω τις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου, ωστόσο το πετρέλαιο στα περίπου 85 δολάρια το βαρέλι παραμένει αρκετά χαμηλότερα από τα υψηλά του Μαρτίου και του Απριλίου. Αυτό εξηγεί γιατί οι αγορές αποτιμούν μόνο μικρή πιθανότητα άμεσης κίνησης, ενώ οικονομολόγοι εκτιμούν πως στη σύσκεψη θα ανοίξει συζήτηση για το αν χρειάζεται αύξηση επιτοκίων ήδη τον Ιούλιο, μια συζήτηση που θα μπορούσε να λειτουργήσει και ως προάγγελος των προθέσεων της ΕΚΤ για τον Σεπτέμβριο.
Γιατί η κλιμάκωση στο Ιράν δεν αλλάζει (ακόμη) την εικόνα
Η άνοδος των τιμών πετρελαίου παραμένει, προς το παρόν, πιο περιορισμένη σε σχέση με τις προηγούμενες φάσεις του πολέμου, κάτι που σημαίνει ότι το σκηνικό δεν έχει αλλάξει ουσιωδώς σε σχέση με τις εκτιμήσεις που είχε διαμορφώσει η ΕΚΤ τον Ιούνιο. Η καμπύλη των προθεσμιακών συμβολαίων πετρελαίου κινείται σήμερα ανάμεσα στο βασικό και το ηπιότερο σενάριο που είχε τότε σχεδιάσει η Φρανκφούρτη, κάτι που ενισχύει το επιχείρημα υπέρ της αναστολής κινήσεων τον Ιούλιο.
Καταλυτικό ρόλο παίζει και ο πληθωρισμός της ευρωζώνης, ο οποίος υποχώρησε τον Ιούνιο πολύ περισσότερο από το αναμενόμενο, όχι μόνο λόγω των τιμών ενέργειας, αλλά και επειδή ο δομικός πληθωρισμός (χωρίς ενέργεια και τρόφιμα) υποχώρησε επίσης περισσότερο απ’ όσο προβλεπόταν. Το συμπέρασμα πολλών αναλυτών είναι ότι η ΕΚΤ έχει την πολυτέλεια να περιμένει μέχρι τον Σεπτέμβριο, οπότε θα έχει σαφέστερη εικόνα για το πώς οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή επηρεάζουν τον πληθωρισμό.
Νέα αύξηση εντός του 2026;
Η πλειονότητα των αναλυτών και των traders αναμένει πως η επόμενη αυξητική κίνηση, αν έρθει, θα γίνει τον Σεπτέμβριο, όταν η ΕΚΤ θα ανακοινώσει και τις νέες οικονομικές προβλέψεις της. Ακόμη και όσο οι τιμές πετρελαίου υποχωρούσαν, το σενάριο για μια κίνηση μετά τον Ιούλιο παρέμενε ζωντανό στις αγορές. Με τις τιμές να ανεβαίνουν ξανά, έχουν ενισχυθεί και τα στοιχήματα για μια ακόμη αύξηση εντός του έτους, πέραν του Σεπτεμβρίου, ωστόσο μόνο μια μικρή μειοψηφία οικονομολόγων μοιράζεται αυτή την εκτίμηση.
Το βασικό μέλημα των στελεχών της ΕΚΤ φαίνεται να είναι περισσότερο ο κίνδυνος να «ξεφύγει» ξανά ο πληθωρισμός προς τα πάνω, παρά η ανησυχία για μια αδύναμη αλλά ανθεκτική οικονομία. Ένας πρόσθετος παράγοντας πίεσης είναι η πιθανή έλλειψη λιπασμάτων από τη Μέση Ανατολή, σε συνδυασμό με τον καύσωνα στην Ευρώπη, στοιχεία που θα μπορούσαν να ανεβάσουν τις τιμές τροφίμων ακόμη κι αν το κόστος ενέργειας αποκλιμακωθεί εκ νέου. Παρ’ όλα αυτά, με ελάχιστα σημάδια δευτερογενών επιπτώσεων ή πίεσης στους μισθούς, αρκετοί αναλυτές αμφισβητούν αν χρειάζεται πράγματι νέα αύξηση επιτοκίων στο παρόν στάδιο.
Σε αυτό το κλίμα, η προσοχή αναμένεται να στραφεί λιγότερο στην ίδια την απόφαση για τα επιτόκια, που θεωρείται σχεδόν δεδομένη και περισσότερο στις δηλώσεις της προέδρου της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ κατά τη συνέντευξη Τύπου, για τυχόν ενδείξεις σχετικά με τον Σεπτέμβριο. Η ίδια θα κληθεί να περπατήσει σε τεντωμένο σχοινί: να μη δώσει την εντύπωση πως η ΕΚΤ εφησυχάζει απέναντι στους πληθωριστικούς κινδύνους, αλλά ταυτόχρονα να μην τροφοδοτήσει υπερβολικά τα στοιχήματα των αγορών για διαδοχικές αυξήσεις επιτοκίων.Παράλληλα με το επιτόκιο, στο τραπέζι βρίσκεται και μια πιο τεχνική αλλαγή καθώς η ΕΚΤ εξετάζει το ενδεχόμενο να διπλασιάσει το ποσοστό ρευστότητας που οι τράπεζες οφείλουν να διατηρούν ως ελάχιστα αποθεματικά σε λογαριασμό χωρίς τόκο. Κάτι τέτοιο θα μείωνε τους τόκους που καταβάλλει η ΕΚΤ στις τράπεζες για τα πλεονάζοντα αποθεματικά τους, τόκους που αυξάνονται όσο ανεβαίνουν τα επιτόκια. Αναλυτές εκτιμούν πως η επίδραση στις βραχυπρόθεσμες αγορές χρηματοδότησης θα είναι περιορισμένη. Το μέτρο θα αφαιρούσε περίπου 160-170 δισ. ευρώ ρευστότητας από το σύστημα, ποσό μικρό σε σύγκριση με τα περίπου 500 δισ. ευρώ τον χρόνο που ήδη αποσύρει η ποσοτική σύσφιξη.
Μετά από τρία χρόνια διαπραγματεύσεων με τον τραπεζικό κλάδο, ο οποίος φοβάται εκροές καταθέσεων και απώλεια εσόδων, η ΕΚΤ εξασφάλισε τον Ιούνιο κρίσιμη πολιτική στήριξη από το Ευρωκοινοβούλιο για το εγχείρημα του ψηφιακού ευρώ. Η ανάγκη προώθησής του έχει γίνει πιο επείγουσα για τη Φρανκφούρτη, καθώς οι δασμοί του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ( Donald Trump) έχουν αναζωπυρώσει τον φόβο ότι οι ΗΠΑ θα μπορούσαν κάποια στιγμή να χρησιμοποιήσουν ως όπλο την κυριαρχία τους στα αμερικανικά συστήματα πληρωμών.
Ο στόχος είναι να έχει ολοκληρωθεί η νομοθετική διαδικασία έως το τέλος του έτους, με πιλοτικό πρόγραμμα να ξεκινά το επόμενο έτος και πλήρη λειτουργία να τοποθετείται το 2029. Αναλυτές πάντως σημειώνουν πως, παρότι το ψηφιακό ευρώ αποτελεί καλή αφετηρία για τη μείωση της εξάρτησης από ξένα δίκτυα πληρωμών, η μέχρι στιγμής εστίαση του σχεδιασμού του στους ιδιώτες καταναλωτές ενδέχεται να περιορίσει αυτόν ακριβώς τον στόχο.
