Η υποχώρηση των επενδύσεων και της παραγωγικότητας στην Ευρώπη προκαλεί έντονη οικονομική αντιπαράθεση. Οι διαφορετικές προσεγγίσεις για να αντιμετωπιστεί το επενδυτικό αδιέξοδο φέρνουν και διαφορετικές ερμηνείες στη μάχη για την ανταγωνιστικότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) στη διεθνή σκακιέρα.
Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, συνάντησε τον Μάριο Ντράγκι, με επίκεντρο την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας και την πορεία υλοποίησης των μεταρρυθμίσεων που πρότεινε ο πρώην επικεφαλής της ΕΚΤ στην έκθεσή του το 2024.
Στο τραπέζι Φον ντερ Λάιεν – Ντράγκι η ανταγωνιστικότητα και η ανάπτυξη στην Ευρώπη
Παρά τις επιφυλάξεις για την ταχύτητα εφαρμογής των αλλαγών, οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις εκπέμπουν θετικά μηνύματα. Η ιταλική Prysmian ανακοίνωσε συμφωνία έως 5,5 δισ. ευρώ με τη Molex για την προμήθεια οπτικών καλωδίων σε κέντρα δεδομένων, επιβεβαιώνοντας ότι οι ευρωπαϊκοί όμιλοι διεκδικούν σημαντικό ρόλο στην αλυσίδα επενδύσεων που δημιουργεί η έκρηξη της Τεχνητής Νοημοσύνης.
Η μεγαλύτερη ευρωπαϊκή εταιρεία καλωδίων έχει ήδη προχωρήσει τα τελευταία χρόνια σε μεγάλες εξαγορές στις ΗΠΑ και εξετάζει ακόμη και το ενδεχόμενο διπλής εισαγωγής των μετοχών της στην αμερικανική αγορά, ενισχύοντας τη διεθνή της παρουσία.
Το θετικό κλίμα επεκτείνεται και στις ευρωπαϊκές εισηγμένες. Σύμφωνα με την Bloomberg Intelligence, οι αναλυτές αναθεωρούν ανοδικά τις προβλέψεις για τα κέρδη των επιχειρήσεων, με την ενέργεια, τις τράπεζες και τις εταιρείες που συνδέονται με την Τεχνητή Νοημοσύνη να ξεχωρίζουν. Παράλληλα, οι αγορές αναμένουν τη συνεδρίαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, με το επικρατέστερο σενάριο να προβλέπει διατήρηση των επιτοκίων αμετάβλητων.
Ωστόσο, εκτός από κάποια παραδείγματα, δεν έχει μετουσιωθεί σε γενικευμένη τάση. Οι κινήσεις που διαμορφώνονται για την ενίσχυση των διασυνοριακών συγχωνεύσεων στις τράπεζες είναι ένα ακόμα μέτωπο που βρίσκεται στο τραπέζι.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναμένεται να παρουσιάσει αλλαγές στους κανόνες λειτουργίας των τραπεζών στις αρχές του 2027, ενσωματώνοντας ορισμένες από τις παρατηρήσεις που διατύπωσαν ο τραπεζικός κλάδος και κράτη-μέλη αυτές τις ημέρες.
Οι προτεινόμενες παρεμβάσεις αφορούν κυρίως τον μηχανισμό του «output floor», ο οποίος περιορίζει τη δυνατότητα των τραπεζών να μειώνουν τις κεφαλαιακές τους απαιτήσεις μέσω εσωτερικών μοντέλων, καθώς και νέα μέτρα για τον περιορισμό της υπερβολικής έκθεσης σε κρατικά ομόλογα και τη μεγαλύτερη διαφοροποίηση των χαρτοφυλακίων.
Ωστόσο, η Κομισιόν δεν φαίνεται διατεθειμένη να προχωρήσει σε ουσιαστική χαλάρωση των κεφαλαιακών απαιτήσεων, παρά τις πιέσεις των ευρωπαϊκών τραπεζών, που υποστηρίζουν ότι υστερούν έναντι των αμερικανικών ανταγωνιστών τους. Η θέση των Βρυξελλών είναι ότι το βασικό πρόβλημα δεν είναι οι κανόνες κεφαλαιακής επάρκειας, αλλά ο κατακερματισμός της ευρωπαϊκής τραπεζικής αγοράς και η απουσία ισχυρών διασυνοριακών ομίλων.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο Γερμανός καγκελάριος, Φρίντριχ Μερτς, δηλώνοντας ότι η κυβέρνησή του δεν θα μπλοκάρει την εξαγορά της Commerzbank από τη UniCredit. Όπως τόνισε, η Ευρώπη χρειάζεται μεγαλύτερες και ισχυρότερες τράπεζες, ικανές να ανταγωνιστούν τους αμερικανικούς χρηματοπιστωτικούς κολοσσούς. Αν ολοκληρωθεί, η συμφωνία θα αποτελέσει τη σημαντικότερη τραπεζική εξαγορά στην Ευρώπη εδώ και σχεδόν δύο δεκαετίες.

Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και Μάριο Ντράγκι © EPA/OLIVIER HOSLET
Ο δομικές αδυναμίες της Ευρώπης στη μάχη της ανταγωνιστικότητας
Ωστόσο, υπάρχουν αναλύσεις που δείχνουν μια βαθύτερη ανισορροπία, που εξηγεί γιατί η Ευρώπη χάνει έδαφος στις επενδύσεις και στην οικονομική ανάπτυξη έναντι των ΗΠΑ, αλλά και απέναντι σε αναδυόμενες δυνάμεις, όπως η Κίνα και η Ινδία.
Το ζήτημα βρίσκεται στο επίκεντρο μιας ευρύτερης συζήτησης για το μέλλον του ευρωπαϊκού παραγωγικού μοντέλου. Σε νέα έκθεση με τίτλο «Labour Squeezed, Investment Stalled», η οικονομολόγος Μαριάννα Ματσουκάτο και ερευνητική ομάδα του Ινστιτούτου Καινοτομίας και Δημόσιου Σκοπού του UCL υποστηρίζουν ότι η υποχώρηση της ανταγωνιστικότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν οφείλεται κυρίως στην υπερβολική ρύθμιση ή στην έλλειψη φθηνής χρηματοδότησης, όπως υποστηρίζουν αρκετοί οικονομολόγοι, αλλά σε βαθύτερες δομικές αδυναμίες.
Σύμφωνα με την ανάλυση, το πρόβλημα συνδέεται με τη μείωση των παραγωγικών επενδύσεων και τη μεταφορά ολοένα μεγαλύτερου μέρους των κερδών προς τους μετόχους και τα ανώτατα στελέχη, αντί αυτά να επανεπενδύονται στην παραγωγή, την καινοτομία και τη δημιουργία ποιοτικών θέσεων εργασίας.
Η βασική θέση της μελέτης είναι ότι στην Ευρώπη έχει αναπτυχθεί ένας «καπιταλισμός του μερίσματος», όπου το εισόδημα δεν προκύπτει κυρίως από τη δημιουργία νέας αξίας μέσω παραγωγής, αλλά από την κατοχή περιουσιακών στοιχείων, χρηματοοικονομικών θέσεων και ισχυρής θέσης στην αγορά.
Η Ματσουκάτο υποστηρίζει ότι η Ευρώπη πρέπει να μετακινηθεί από μια οικονομία που βασίζεται στην «εξαγωγή αξίας» προς ένα μοντέλο που στηρίζεται στη «δημιουργία αξίας».

Οι μεγαλύτερες εταιρείες της Ευρώπης κατέχουν περισσότερα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία ως μερίδιο των παραγωγικών assets ©UCL
Η χρηματοοικονομική στροφή των επιχειρήσεων και η απροθυμία παραγωγικών επενδύσεων στην Ευρώπη
Η μελέτη εξετάζει περισσότερες από 300 ευρωπαϊκές επιχειρήσεις και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, παρά τη διατήρηση των ονομαστικών κερδών σε υψηλά επίπεδα, η κερδοφορία του παραγωγικού τομέα έχει υποχωρήσει από το 2000.
Οι ερευνητές αποδίδουν μέρος αυτής της εξέλιξης στη λεγόμενη χρηματοοικονομική στροφή, δηλαδή στη σταδιακή αύξηση των εσόδων που προέρχονται από χρηματοοικονομικές επενδύσεις, αντί για την κύρια παραγωγική δραστηριότητα.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της έκθεσης, περίπου μία στις έξι επιχειρήσεις που εξετάστηκαν αντλεί πλέον πάνω από το 10% των κερδών της από χρηματοοικονομικές δραστηριότητες και όχι από την παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών.
Παράλληλα, η σημαντική μείωση της φορολογίας των επιχειρήσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση -από μέσο επίπεδο περίπου 35% το 1995 σε 21% το 2023- δεν μεταφράστηκε σε μεγαλύτερες παραγωγικές επενδύσεις. Αντίθετα, σύμφωνα με τη μελέτη, μεγάλο μέρος των επιπλέον διαθέσιμων κεφαλαίων κατευθύνθηκε σε μερίσματα, επαναγορές μετοχών και χρηματοοικονομικές τοποθετήσεις.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι το ποσοστό των καθαρών κερδών που κατευθύνεται σε μερίσματα και επαναγορές μετοχών υπερδιπλασιάστηκε μεταξύ 2000 και 2024, από 27% σε 68%.
Την ίδια περίοδο, ο μη χρηματοοικονομικός επιχειρηματικός τομέας της Ευρώπης εμφάνισε υψηλότερες αποταμιεύσεις από επενδύσεις: περίπου 2,28 τρισ. ευρώ έναντι 2,18 τρισ. ευρώ το 2024. Η τάση αυτή ερμηνεύεται από τη Ματσουκάτο ως συσσώρευση κεφαλαίων που δεν διοχετεύονται στην πραγματική οικονομία.

Το απόθεμα κεφαλαίου μειώνεται στις μεγαλύτερες εταιρείες της Ευρώπης ©UCL
Διαμάχη για το ζήτημα της κερδοφορίας από παραγωγικές επενδύσεις
Η ερμηνεία της Ματσουκάτο, ωστόσο, αμφισβητείται από άλλες οικονομικές προσεγγίσεις. Η βασική κριτική είναι ότι η χρηματοοικονομικοποίηση δεν αποτελεί την αρχική αιτία της επενδυτικής αδυναμίας, αλλά περισσότερο συνέπεια ενός βαθύτερου προβλήματος: της πτώσης της κερδοφορίας των παραγωγικών επενδύσεων.
Η συγκεκριμένη ανάλυση συνδέεται με τη θεωρία, σύμφωνα με την οποία όταν μειώνεται η απόδοση του κεφαλαίου στην παραγωγή, οι επιχειρήσεις αναζητούν εναλλακτικές τοποθετήσεις σε χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία, με «πλασματικό τρόπο».
Με αυτήν την οπτική, οι επιχειρήσεις δεν εγκαταλείπουν την παραγωγή επειδή απλώς επιλέγουν λάθος κατεύθυνση επενδύσεων, αλλά επειδή οι αποδόσεις των παραγωγικών επενδύσεων παρουσιάζουν πτωτική τάση.

Μειωμένες αποδόσεις του επενδυμένου κεφαλαίου στις μεγαλύτερες εταιρείες της Ευρώπης ©UCL
Τα ίδια τα στοιχεία της έκθεσης της Ματσουκάτο δείχνουν ότι η μέση απόδοση του επενδεδυμένου κεφαλαίου στις επιχειρήσεις που εξετάστηκαν μειώθηκε από 13,4% το 2000 σε 10,5% το 2024, καταγράφοντας πτώση περίπου 22%.
Παράλληλα, η καθαρή δημιουργία κεφαλαίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση -δηλαδή οι νέες επενδύσεις μετά την αφαίρεση των αποσβέσεων- μειώθηκε από 3,7% του ΑΕΠ σε μόλις 1,6%.
Από αυτήν την άποψη, το βασικό πρόβλημα δεν είναι η «λανθασμένη κατεύθυνση» επενδύσεων, αλλά η αδυναμία της παραγωγικής οικονομίας να προσφέρει υψηλές αποδόσεις.

Αύξηση των διανομών προς τους μετόχους (επαναγορές και μερίσματα) στις μεγαλύτερες εταιρείες της Ευρώπης ©UCL
Κέρδη, εργασία και η μετατόπιση του εισοδήματος
Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο της συζήτησης αφορά τη σχέση μεταξύ κερδών και εργασίας. Η μελέτη υποστηρίζει ότι οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις αύξησαν την κερδοφορία τους, περιορίζοντας το μερίδιο του εισοδήματος που κατευθύνεται στους εργαζομένους.
Στον μη χρηματοοικονομικό τομέα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι αποζημιώσεις ανά εργαζόμενο αυξήθηκαν κατά 87% μεταξύ 2000 και 2024, ενώ τα μεικτά επιχειρηματικά κέρδη αυξήθηκαν κατά 151%.
Αυτό σημαίνει ότι, παρά την άνοδο των μισθών σε απόλυτους αριθμούς, το μερίδιο της εργασίας στο συνολικό εισόδημα μειώθηκε ελαφρά, από 59,8% το 2000 σε 59,2% το 2024.
Επίσης, ότι οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν πιέσεις από τον αυξημένο διεθνή ανταγωνισμό και το υψηλότερο κόστος εισροών, παράγοντες που περιορίζουν την απόδοση του παραγωγικού κεφαλαίου.

Χαμηλά και στάσιμα μερίδια εισοδήματος για την εργασία στις μεγαλύτερες εταιρείες της Ευρώπης ©UCl
Από την «εξαγωγή αξίας» στη «δημιουργία αξίας»: Το δίλημμα πολιτικής για την Ευρώπη
Η Ματσουκάτο καταλήγει ότι η πολιτική πρέπει να κατευθύνει εκ νέου τα κεφάλαια προς την παραγωγή, την καινοτομία, την ανθεκτικότητα και την ποιοτική απασχόληση.
Όπως υποστηρίζει, το κράτος, μαζί με τις επιχειρήσεις και τους εργαζομένους, μπορεί να περιορίσει τις ανισότητες πλούτου και ισχύος και να δημιουργήσει τις βάσεις για μια πιο βιώσιμη ανάπτυξη.
Η προσέγγιση αυτή επιδιώκει την αναμόρφωση της οικονομικής κατεύθυνσης μέσω ενεργότερου ρόλου του κράτους και διαφορετικών κινήτρων για τις επιχειρήσεις.
Οι επικριτές της, ωστόσο, θεωρούν ότι η παρέμβαση στην κατεύθυνση των επενδύσεων δεν αρκεί. Υποστηρίζουν ότι όσο η παραγωγική κερδοφορία παραμένει χαμηλή, οι επιχειρήσεις θα συνεχίζουν να αναζητούν υψηλότερες αποδόσεις εκτός της πραγματικής οικονομίας.
Η συζήτηση για το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης, επομένως, δεν αφορά μόνο το πού κατευθύνονται τα κεφάλαια, αλλά και το γιατί οι παραγωγικές επενδύσεις εμφανίζουν χαμηλότερη ελκυστικότητα.
Υπό αυτό το πρίσμα, παραμένει ανοιχτό το ερώτημα εάν η Ευρώπη μπορεί να ανανεώσει το παραγωγικό της μοντέλο μέσα από πολιτικές ανακατεύθυνσης των επενδύσεων ή απαιτούνται βαθύτερες αλλαγές στη δομή της οικονομίας της. Ερώτημα που κυριάρχησε στη συνάντηση Φον ντερ Λάιεν – Ντράγκι.
