Οι Βρυξέλλες προετοιμάζονται για αναθεώρηση του ευρωπαϊκού πλαισίου για τις τράπεζες, επιδιώκοντας να ενισχύσουν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα χωρίς να χαλαρώσουν τους κανόνες κεφαλαιακής επάρκειας. Παράλληλα, η υπόθεση UniCredit–Commerzbank αναδεικνύει το διαχρονικό έλλειμμα τραπεζικής ενοποίησης στην Ευρώπη.
Στόχος των πρώτων προτάσεων της αναθεώρησης του κανονιστικού πλαισίου για τις τράπεζες είναι μια πραγματικά ενιαία τραπεζική αγορά που θα στηρίζει τις επενδύσεις και τη στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης, αναφέρουν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Όπως υπογραμμίζουν προετοιμάζεται ένα ευρύτερο πακέτο μεταρρυθμίσεων, το οποίο αναμένεται να παρουσιαστεί στις αρχές του 2027 που θα περιλαμβάνει άξονες ώθησης για διασυνοριακές συγχωνεύσεις
Τράπεζες: Οι αλλαγές στο ευρωπαϊκό πλαίσιο
Το τελικό σχέδιο περιλαμβάνει τροποποιήσεις σε σχέση με τις αρχικές προτάσεις, μετά τις έντονες αντιδράσεις τραπεζών και κυβερνήσεων κρατών-μελών.
Όπως αναφέρουν αναλυτές στο Bloomberg, μεταξύ των σημαντικότερων αλλαγών περιλαμβάνονται νέες ρυθμίσεις για το λεγόμενο «output floor», τον μηχανισμό που περιορίζει τη δυνατότητα των τραπεζών να χρησιμοποιούν εσωτερικά μοντέλα για τη μείωση των κεφαλαιακών απαιτήσεων στο πλαίσιο των διεθνών κανόνων της Βασιλείας.
Παράλληλα, προβλέπονται πρόσθετα μέτρα για τον περιορισμό της υπερβολικής έκθεσης σε κρατικά ομόλογα και τη μεγαλύτερη διαφοροποίηση των σχετικών χαρτοφυλακίων.
Τράπεζες: Η Κομισιόν απορρίπτει τη χαλάρωση των κεφαλαιακών κανόνων
Παρά τις πιέσεις του τραπεζικού κλάδου, οι Βρυξέλλες δεν προτίθενται να προχωρήσουν σε ουσιαστική χαλάρωση των κεφαλαιακών απαιτήσεων, λένε οι ίδιοι αναλυτές. Οι ευρωπαϊκές τράπεζες υποστηρίζουν ότι βρίσκονται σε μειονεκτική θέση έναντι των αμερικανικών ανταγωνιστών τους, καθώς στις ΗΠΑ εξετάζεται πιο ευέλικτο εποπτικό πλαίσιο.
Η Κομισιόν, ωστόσο, εκτιμά ότι το βασικό πρόβλημα δεν είναι οι αυστηροί κανόνες, αλλά ο κατακερματισμός της ευρωπαϊκής τραπεζικής αγοράς και η απουσία ισχυρών διασυνοριακών ομίλων. Η ανάγκη μεγαλύτερης τραπεζικής ενοποίησης είχε αναδειχθεί τόσο στην έκθεση Ντράγκι όσο και στην έκθεση Λέτα για την ανταγωνιστικότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η UniCredit, η Commerzbank και το μήνυμα του Βερολίνου
Την ίδια στιγμή, η στάση της Γερμανίας απέναντι στην πρόταση εξαγοράς της Commerzbank από την UniCredit θεωρείται ενδεικτική των αλλαγών που συντελούνται στην ευρωπαϊκή τραπεζική αγορά.
Ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς ξεκαθάρισε ότι δεν αντιτίθεται επί της αρχής στη συμφωνία, εκφράζοντας επιφυλάξεις μόνο για τον τρόπο με τον οποίο κινήθηκε η ιταλική τράπεζα.
Η πιθανή ολοκλήρωση της εξαγοράς θα αποτελούσε τη μεγαλύτερη τραπεζική συμφωνία στην Ευρώπη εδώ και σχεδόν δύο δεκαετίες, ενισχύοντας σημαντικά τη θέση της UniCredit στη Γερμανία και την Πολωνία.
Παράλληλα, θα αποτελούσε ισχυρό μήνυμα ότι η Ευρώπη επιδιώκει τη δημιουργία μεγαλύτερων και πιο ανταγωνιστικών τραπεζικών ομίλων, ικανών να ανταγωνιστούν τους αμερικανικούς κολοσσούς.

Η Τζόρτζια Μελόνι και ο Φρίντριχ Μερτς © 123rf / EPA/ETTORE FERRARI / EPA/JENS KRICK / FLASHPIC / POOL / PowerGame
Τράπεζες: Το πραγματικό πρόβλημα είναι ο κατακερματισμός
Το θέμα του κατακερματισμού κυριαρχεί στο πλαίσιο των συζητήσεων για το νέο ευρω-τραπεζικό σχέδιο. Σχεδόν δύο δεκαετίες μετά τη διεθνή χρηματοπιστωτική κρίση, η συζήτηση για το μέλλον των ευρωπαϊκών τραπεζών εισέρχεται σε νέα φάση. Παρότι ο τραπεζικός κλάδος ζητά χαλάρωση των κεφαλαιακών απαιτήσεων, αρκετοί αναλυτές θεωρούν ότι η Ευρώπη κινδυνεύει να εστιάσει στο λάθος πρόβλημα.
Η ανεπαρκής κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών βρέθηκε στον πυρήνα της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2007-2008 και της κρίσης χρέους που ακολούθησε στην ευρωζώνη, όταν η αδυναμία του τραπεζικού συστήματος τροφοδότησε έναν φαύλο κύκλο μεταξύ τραπεζών και κρατών. Ως απάντηση, οι διεθνείς εποπτικές αρχές ενίσχυσαν σημαντικά τις κεφαλαιακές απαιτήσεις, καθιστώντας τις βασικό πυλώνα της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.
Σήμερα, ωστόσο, εντείνονται οι πιέσεις για χαλάρωση των κανόνων, κυρίως από τις μεγαλύτερες διεθνείς τράπεζες, με το επιχείρημα ότι η Ευρώπη κινδυνεύει να χάσει την ανταγωνιστικότητά της έναντι των ΗΠΑ. Παράγοντες της αγοράς υποστηρίζουν ότι η αμερικανική κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ κινείται προς μια πιο ευέλικτη εποπτική πολιτική, δημιουργώντας άνισους όρους ανταγωνισμού.
Όμως, σχετικές μελέτες αμφισβητούν αυτή την προσέγγιση. Επισημαίνουν ότι οι μεγαλύτερες αμερικανικές τράπεζες αύξησαν το μερίδιό τους στη διεθνή αγορά τα τελευταία 20 χρόνια, παρότι λειτουργούσαν με αυστηρότερες κεφαλαιακές απαιτήσεις από τις ευρωπαϊκές, εξηγούν αναλυτές του Ινστιτούτου Bruegel.
Το πραγματικό πρόβλημα της Ευρώπης δεν θεωρείται το εποπτικό πλαίσιο, αλλά ο κατακερματισμός της τραπεζικής αγοράς. Για τον λόγο αυτό, οι ειδικοί υποστηρίζουν ότι προτεραιότητα πρέπει να αποτελέσει η ολοκλήρωση της Τραπεζικής Ένωσης, με κοινή διαχείριση των κινδύνων και αποτελεσματικότερο συντονισμό της εποπτείας σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Ακόμη και η πρόσφατη χαλάρωση του εποπτικού πλαισίου στις ΗΠΑ από τη διοίκηση του Ντόναλντ Τραμπ δεν θεωρείται ότι δημιουργεί ουσιαστικό ανταγωνιστικό μειονέκτημα για τις ευρωπαϊκές τράπεζες. Αντίθετα, αρκετοί οικονομολόγοι προειδοποιούν ότι η υπερβολική απορρύθμιση αυξάνει τους συστημικούς κινδύνους και μπορεί να επαναφέρει συνθήκες που θυμίζουν την κρίση του 2008.

Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ © EPA/GRAEME SLOAN
Τράπεζες: Το σχέδιο για την ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης
Στο πλαίσιο αυτό, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προετοιμάζει ένα ευρύτερο πακέτο μεταρρυθμίσεων, το οποίο αναμένεται να παρουσιαστεί στις αρχές του 2027. Κεντρικός στόχος είναι η ολοκλήρωση της Τραπεζικής Ένωσης, με την άρση των εμποδίων που εξακολουθούν να περιορίζουν τις διασυνοριακές συγχωνεύσεις και τη μεταφορά κεφαλαίων και ρευστότητας μεταξύ των κρατών-μελών.
Παράλληλα, οι Βρυξέλλες επιδιώκουν την ενοποίηση του πλαισίου διαχείρισης τραπεζικών κρίσεων και την καλύτερη συντονισμένη εφαρμογή των μακροπροληπτικών πολιτικών, αξιοποιώντας την εμπειρία του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού της Ευρωζώνης.
Η Κομισιόν εκτιμά ότι μια πιο ολοκληρωμένη τραπεζική αγορά θα επιτρέψει στους ομίλους να λειτουργούν αποτελεσματικότερα, μειώνοντας το κόστος χρηματοδότησης για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

O Kυριάκος Πιερρακάκης με την Κριστίν Λαγκάρντ στη σύνοδο της G7 στο Παρίσι © Facebook/KΠ
Επενδύσεις 1,4 τρισ. ευρώ και στρατηγική αυτονομία
Η μεταρρύθμιση συνδέεται άμεσα με τις τεράστιες επενδυτικές ανάγκες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύμφωνα με μελέτη της Oliver Wyman για λογαριασμό της Ευρωπαϊκής Τραπεζικής Ομοσπονδίας, η ευρωπαϊκή οικονομία χρειάζεται επιπλέον επενδύσεις ύψους περίπου 1,4 τρισ. ευρώ ετησίως, ποσό σημαντικά υψηλότερο από τις εκτιμήσεις της έκθεσης Ντράγκι.
Ευρωπαίοι αξιωματούχοι θεωρούν ότι μόνο ισχυρότεροι τραπεζικοί όμιλοι θα μπορέσουν να στηρίξουν τη χρηματοδότηση των μεγάλων στρατηγικών προτεραιοτήτων της ΕΕ, από την ενίσχυση της αμυντικής βιομηχανίας έως την πράσινη και την ψηφιακή μετάβαση.
Παράλληλα, η ΕΕ επιδιώκει να περιορίσει την εξάρτησή της από χρηματοπιστωτικά ιδρύματα εκτός Ευρώπης, ενισχύοντας την οικονομική και γεωπολιτική της αυτονομία σε ένα ολοένα πιο αβέβαιο διεθνές περιβάλλον.
Η επόμενη μέρα για το ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό σύστημα
Οι τραπεζικές μεταρρυθμίσεις θα προχωρήσουν παράλληλα με την εμβάθυνση της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων και την ολοκλήρωση της Ένωσης Κεφαλαιαγορών, καθώς οι Βρυξέλλες θεωρούν ότι οι δύο πυλώνες είναι αλληλένδετοι.
Η δημιουργία μιας πραγματικά ενιαίας χρηματοπιστωτικής αγοράς αποτελεί βασική προϋπόθεση ώστε οι ευρωπαϊκές αποταμιεύσεις να κατευθύνονται αποτελεσματικότερα σε παραγωγικές επενδύσεις, αναφέρουν οι ίδιοι αναλυτές.
Για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το ζητούμενο δεν είναι απλώς η δημιουργία μεγαλύτερων τραπεζών, αλλά η οικοδόμηση ενός ανθεκτικότερου και πιο ανταγωνιστικού χρηματοπιστωτικού συστήματος, ικανού να στηρίξει την ανάπτυξη, να απορροφήσει μελλοντικές κρίσεις, ώστε να ανταγωνιστεί επί ίσοις όροις τις μεγάλες αμερικανικές και ασιατικές τράπεζες.
