Αμετάβλητα αναμένεται να διατηρήσει τα επιτόκια η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στη συνεδρίαση της Πέμπτης, χωρίς ωστόσο να αποκλείεται να αφήσει ανοικτό το ενδεχόμενο νέων αυξήσεων τους επόμενους μήνες. Η νέα άνοδος των τιμών της ενέργειας, μετά την αναζωπύρωση των εχθροπραξιών μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν, επαναφέρει τις ανησυχίες για αναθέρμανση του πληθωρισμού.
Τον Ιούνιο, η ΕΚΤ αύξησε το βασικό της επιτόκιο για πρώτη φορά από το 2023, στο 2,25% από 2%, κρίνοντας ότι η εκτίναξη του ενεργειακού κόστους μετά το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ δεν μπορούσε να αγνοηθεί.
Οι υπεύθυνοι χάραξης νομισματικής πολιτικής είχαν διαπιστώσει ότι η άνοδος των τιμών της ενέργειας διαρκούσε περισσότερο από όσο είχε αρχικά εκτιμηθεί στις συνεδριάσεις του Μαρτίου και του Απριλίου, αρχίζοντας να περνά και στις υποκείμενες πληθωριστικές πιέσεις.
Ο πληθωρισμός στην ευρωζώνη εκτινάχθηκε στο 3,2% τον Μάιο, από 1,9% τον Φεβρουάριο. Παρότι υποχώρησε στο 2,8% τον Ιούνιο, εξακολουθεί να βρίσκεται αισθητά υψηλότερα από τον μεσοπρόθεσμο στόχο του 2% που έχει θέσει η ΕΚΤ.
Η νέα άνοδος του πετρελαίου
Οι τιμές του πετρελαίου είχαν επιστρέψει στις αρχές Ιουλίου στα επίπεδα πριν από τον πόλεμο, μετά τη συμφωνία για κατάπαυση του πυρός. Η νέα έξαρση των συγκρούσεων, ωστόσο, ανέτρεψε την εικόνα, οδηγώντας σε νέα ανατίμηση των ενεργειακών προϊόντων.
Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, δήλωσε ότι η εξέλιξη αυτή επαναφέρει την ΕΚΤ «στο σημείο μηδέν» στη μάχη κατά του υψηλού πληθωρισμού.
Οι οικονομολόγοι της BNP Paribas εκτιμούν ότι, μολονότι η ΕΚΤ δύσκολα θα δεσμευτεί προκαταβολικά για τις επόμενες αποφάσεις της, η νέα άνοδος των ενεργειακών τιμών καθιστά ευκολότερη την επιλογή μιας περαιτέρω σύσφιγξης της νομισματικής πολιτικής.
Κρίσιμο ζήτημα για την πορεία του πληθωρισμού θα είναι κατά πόσο το αυξημένο ενεργειακό κόστος θα περάσει στις τιμές των τροφίμων, των βιομηχανικών προϊόντων και των υπηρεσιών. Ήδη, επιχειρηματικές έρευνες δείχνουν ότι οι μεταποιητικές εταιρείες προχωρούν σε αυξήσεις τιμών με αισθητά ταχύτερο ρυθμό σε σχέση με την περίοδο πριν από τον πόλεμο, αναφέρει η Wall Street Journal.
Μέχρι στιγμής, πάντως, οι ενδείξεις γενικευμένης μετακύλισης του υψηλότερου ενεργειακού κόστους παραμένουν περιορισμένες. Ο δομικός πληθωρισμός, που δεν περιλαμβάνει τις τιμές της ενέργειας και των τροφίμων, επιβραδύνθηκε τον Ιούνιο, όπως και ο πληθωρισμός στις υπηρεσίες.
Μέρος της απότομης ανόδου που καταγράφηκε τον Μάιο αποδίδεται επίσης στις τιμές των αεροπορικών εισιτηρίων, παράγοντας που θεωρείται προσωρινός.
Στο μικροσκόπιο οι δηλώσεις Λαγκάρντ
Το ενδιαφέρον των αγορών θα στραφεί στη συνέντευξη Τύπου που θα ακολουθήσει την απόφαση, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν η πρόεδρος της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, έχει μεταβάλει τη θέση που εξέφρασε στα τέλη Ιουνίου, όταν υποστήριξε ότι οι κίνδυνοι για τον πληθωρισμό είχαν γίνει «πιο ισορροπημένοι».
Η Λαγκάρντ έχει επίσης επισημάνει ότι η ΕΚΤ δεν χρειάζεται να αντιδράσει με την ίδια ένταση όπως στην πληθωριστική κρίση του 2022, μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, όταν ο πληθωρισμός στην ευρωζώνη έφτασε σε ιστορικά υψηλά επίπεδα.
Οι επενδυτές προεξοφλούν τουλάχιστον μία ακόμη αύξηση επιτοκίων κατά 0,25 ποσοστιαίες μονάδες μέσα στο 2026, με τους περισσότερους να τη τοποθετούν στη συνεδρίαση του Σεπτεμβρίου. Μία τελευταία αύξηση αναμένεται το 2027, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει το βασικό επιτόκιο στο 2,75%.
Η αναμονή μέχρι τον Σεπτέμβριο θα επιτρέψει στην ΕΚΤ να αξιολογήσει την πορεία της κρίσης στη Μέση Ανατολή, τις πιθανές δευτερογενείς επιπτώσεις στις τιμές και τις νέες τριμηνιαίες μακροοικονομικές προβλέψεις της.
Ο επικεφαλής οικονομολόγος της Capital Economics για την Ευρώπη, Άντριου Κένινγκχαμ, εκτιμά ότι ο πληθωρισμός ενδέχεται να ξεπεράσει ξανά το 3% έως το τέλος του έτους, καθώς οι αυξημένες τιμές του φυσικού αερίου θα περάσουν στους λογαριασμούς των νοικοκυριών και οι ανατιμήσεις στα τρόφιμα θα ενταθούν.
Η εξέλιξη αυτή αναμένεται να αναδείξει και τις διαφωνίες στο εσωτερικό της ΕΚΤ σχετικά με το πόσο δυναμικά πρέπει να αντιδράσει η τράπεζα στις νέες πληθωριστικές πιέσεις.
Οι αγορές αναζητούν σαφέστερες ενδείξεις για την κατεύθυνση των επιτοκίων, όμως η Λαγκάρντ έχει αμφισβητήσει τη χρησιμότητα της εκ των προτέρων καθοδήγησης σε μια περίοδο έντονης γεωπολιτικής αβεβαιότητας.
Παρόμοια στάση έχει εκφράσει και ο νέος πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, Κέβιν Γουόρς, υποστηρίζοντας ότι οι κεντρικές τράπεζες δεν πρέπει να προαναγγέλλουν τις αποφάσεις τους. Η Fed, όπως και οι κεντρικές τράπεζες της Αγγλίας και της Ιαπωνίας, αναμένεται επίσης να διατηρήσει αμετάβλητα τα επιτόκια στη συνεδρίασή της αργότερα μέσα στον μήνα.
