Στον προγραμματικό λόγο στρέφεται το τελευταίο διάστημα το ΠΑΣΟΚ με μπαράζ εξαγγελιών και συνεντεύξεων: Πρόγραμμα στήριξης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, 17 δεσμεύσεις για τους συνταξιούχους, προτάσεις για το ιδιωτικό χρέος, θέσεις ενθάρρυνσης των επενδύσεων έρχονται να πιστοποιήσουν μια στροφή του ΠΑΣΟΚ σε μια προεκλογική τροχιά με θέσεις και μάλιστα, όπως διατείνονται οι επικεφαλής, τεκμηριωμένες και κοστολογημένες.
Είναι όμως αυτή η στροφή ικανή και αναγκαία συνθήκη στο να «ξεκολλήσει η βελόνα» στις δημοσκοπήσεις, που πεισματικά δείχνει και μια πτωτική τάση; Μήπως γεφυρώνεται το χάσμα ανάμεσα σε αυτά που λέει ο Νίκος Ανδρουλάκης ότι «το ισχυρό ΠΑΣΟΚ θα φέρει την πολιτική αλλαγή και την πολιτική σταθερότητα» μέχρι τον δηλωμένο στόχο για να αναδειχτεί στην κάλπη πρώτο κόμμα με μια ψήφο διαφορά από τη ΝΔ; Μέχρι στιγμής το χάσμα δεν γεφυρώνεται.
Κατ’ αρχάς είναι δύσκολο μια τέτοια στροφή να αποδώσει άμεσα. Πολλοί στη Χαριλάου Τρικούπη θεωρούν ότι το αποτέλεσμα θα φανεί το φθινόπωρο, με την ολοκληρωμένη μάλιστα παρουσίαση των θέσεων στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης (ΔΕΘ)-αν βέβαια δεν προκύψουν αιφνιδίως πρόωρες εκλογές.
Ο προγραμματικός λόγος έρχεται αφού το ΠΑΣΟΚ σπατάλησε πολύτιμο χρόνο σε μονοθεματικές τακτικές, πότε με την έξαρση της πολιτικής οξύτητας λόγω του ξυλολίου πότε με τα θέματα διαφάνειας και τις υποκλοπές. Όχι πως δεν έπρεπε να ασχοληθεί, αλλά η όψιμη υιοθέτηση προγραμματικών σημείων αποτελεί και έμμεση αναγνώριση ότι χάθηκε πολύτιμος χρόνος και μάλιστα με το ΠΑΣΟΚ ως αξιωματική αντιπολίτευση, μετά τη διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ. Στο μεταξύ οι ανατροπές διαδέχονταν η μια την άλλη, οι πολίτες εξέφραζαν σταθερά τη δυσφορία τους για την οικονομία και την ακρίβεια, κι αυτό την ώρα που το ΠΑΣΟΚ «βραχυκυκλωνόταν» στις πρωτοβουλίες της κ.Κωνσταντοπούλου αλλά και στην υιοθέτηση ενός «αριστερού πολιτικού λεξιλογίου», με την άποψη ότι θα εμβόλιζε τον ευρισκόμενο σε αποσύνθεση ΣΥΡΙΖΑ.
Σε κάθε περίπτωση, σήμερα το ΠΑΣΟΚ επιχειρεί να δώσει απαντήσεις στα προβλήματα καθημερινότητας του πολίτη, συσχετίζοντάς τα με την ανάγκη για πολιτική αλλαγή. Η ηγεσία Ανδρουλάκη επιχειρεί να πείσει ότι το ΠΑΣΟΚ δεν είναι απλώς αντιπολίτευση, αλλά έτοιμη κυβερνητική εναλλακτική. Γι’ αυτό δίνει έμφαση σε κοστολογημένες προτάσεις, ολοκληρωμένο πρόγραμμα και συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις αντί γενικών συνθημάτων. Το ΠΑΣΟΚ επιδιώκει να εμφανιστεί ως η «λογική», θεσμική και μεταρρυθμιστική εναλλακτική απέναντι στη ΝΔ, χωρίς να υιοθετεί τη ρητορική της έντονης πόλωσης. Παράλληλα προσπαθεί να εκφράσει τους ψηφοφόρους της κεντροαριστεράς που δεν ταυτίζονται ούτε με τη ΝΔ ούτε με πιο αντισυστημικές επιλογές.
Όμως το πρόβλημα του ΠΑΣΟΚ είναι αν οι πολίτες αντιλαμβάνονται ότι αυτές οι θέσεις συνθέτουν μια πειστική εναλλακτική πρόταση εξουσίας και η ηγεσία του κόμματος μπορεί να εκφράσει ένα ευρύτερο κοινωνικό ρεύμα. Δεν είναι λίγοι αυτοί που υποστηρίζουν ότι λείπει ο σύνδεσμος των προτάσεων αυτών με μια κατανοητή αφήγηση για το πού θέλει να πάει η χώρα, με ένα «αφήγημα εξουσίας». Το κενό ανάμεσα στο «έχει προτάσεις» και «είναι έτοιμο να κυβερνήσει» παραμένει μεγάλο. Κρίσιμο μέγεθος σε μια πολιτική σκηνή που παραμένει αρκούντως προσωποκεντρική…
Υπάρχουν ακόμη και βαθύτερες αιτίες για τη δημοσκοπική στασιμότητα. Το ΠΑΣΟΚ πληρώνει ακόμα το κόστος της μνημονιακής περιόδου, που διέλυσε την κοινωνική του βάση σε πολιτικό χρόνο-ρεκόρ. Αυτή πολύ απέχει ακόμα να ανασυσταθεί, με μέρος των παλαιών υποστηρικτών του να μην ανανεώνουν την εμπιστοσύνη τους, ενώ νεότερες γενιές να το θεωρούν «συστημικό» πολιτικό σχήμα. Πολιτικά, δεν είναι μικρότερης σημασίας η κρίση που περνά γενικότερα στην Ελλάδα αλλά και την Ευρώπη το ρεύμα της σοσιαλδημοκρατίας, σε ό,τι αφορά στη διαχείριση των σύγχρονων προκλήσεων.
Καθώς οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν μια ρευστότητα και αβεβαιότητα την επόμενη των εκλογών-με το στόχο της ΝΔ για τρίτη αυτοδυναμία να είναι δυσκολότερος από ποτέ- δεν υπάρχει απάντηση στο πιεστικό ερώτημα, που θα γίνεται πιο πιεστικό όσο πάμε προς τις κάλπες, με ποιον θα συμμαχήσει για κυβερνηθεί ο τόπος. Μέχρι στιγμής, ισχύει η απόφαση του Συνεδρίου του ΠΑΣΟΚ για μη συνεργασία με τη ΝΔ, βρέξει-χιονίσει. Συνεπώς, η Χαριλάου Τρικούπη ξέρει με ποιον δεν θα πάει, αλλά δεν ξέρει- και δεν έχει απάντηση-με ποιον θα συμμαχήσει.
Στο μεταξύ, η παρουσία της ΕΛΑΣ στην πολιτική κονίστρα περιπλέκει τα πράγματα. Ο Αλέξης Τσίπρας, εμφανίζεται διατεθειμένος να κάνει άνοιγμα προς το Κέντρο, άσχετα από το πώς το επιχειρεί. Όμως μια τέτοια πρόθεση, που μπορεί να συγκινήσει ευρύτερο ακροατήριο, περνά μέσα από την αντιπαράθεση με το ΠΑΣΟΚ. Έτσι, κάποιοι «εν δυνάμει σύμμαχοι», όπως διατείνονται ορισμένα στελέχη του ΠΑΣΟΚ, γίνονται σκληροί ανταγωνιστές στην πορεία προς τις εκλογές. Το ΠΑΣΟΚ οφείλει να περάσει από τη στενωπό του διμέτωπου αγώνα για να πείσει για την εναλλακτική του πρόταση. Εγχείρημα καθόλου εύκολο.
