Ένας παρασκηνιακός πόλεμος για τον τρόπο με τον οποίο οι Ηνωμένες Πολιτείες θα ελέγξουν την τεχνητή νοημοσύνη βρίσκεται σε εξέλιξη στον Λευκό Οίκο.
Από τη μία πλευρά, κορυφαίοι κυβερνητικοί αξιωματούχοι προειδοποιούν για κυβερνοεπιθέσεις, απειλές κατά κρίσιμων υποδομών και απώλεια ελέγχου των ισχυρότερων μοντέλων.
Από την άλλη, ο Ντόναλντ Τραμπ και μια ομάδα ιδιαίτερα επιδραστικών επιχειρηματιών της Silicon Valley επιμένουν ότι οι αυστηρότεροι κανόνες θα μπορούσαν να ανακόψουν την αμερικανική καινοτομία και να προσφέρουν πλεονέκτημα στην Κίνα.
Σύμφωνα με τη Wall Street Journal, στελέχη της αμερικανικής κυβέρνησης συνεδριάζουν σχεδόν καθημερινά τους τελευταίους μήνες, αναζητώντας δικλίδες ασφαλείας για την ανάπτυξη και τη χρήση της AI.
Στις συζητήσεις πρωταγωνιστούν η προσωπάρχης του Λευκού Οίκου Σούζι Γουάιλς, ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ και ο εθνικός διευθυντής Κυβερνοασφάλειας Σον Κέρνκρος, οι οποίοι τάσσονται υπέρ της αυξημένης εποπτείας.
Απέναντί τους βρίσκεται ο σύμβουλος του Λευκού Οίκου για θέματα τεχνολογίας Ντέιβιντ Σακς, ένθερμος υποστηρικτής της περιορισμένης κρατικής παρέμβασης. Την ίδια γραμμή προωθούν ισχυρά ονόματα του τεχνολογικού κλάδου, όπως ο Μαρκ Ζάκερμπεργκ της Meta, ο Τζένσεν Χουάνγκ της Nvidia και ο Έλον Μασκ.
Η παρέμβαση που αιφνιδίασε τον Λευκό Οίκο
Η εσωτερική σύγκρουση έγινε εμφανής τον περασμένο Μάιο, όταν ο Σακς φέρεται να έπεισε τον Τραμπ να αποσύρει, έπειτα από τηλεφωνική επικοινωνία της τελευταίας στιγμής, ένα εκτελεστικό διάταγμα που προέβλεπε εκτεταμένο κυβερνητικό έλεγχο των προηγμένων μοντέλων AI.
Η εξέλιξη αιφνιδίασε τη Γουάιλς και τον Μπέσεντ, καθώς ομάδα του Λευκού Οίκου εργαζόταν επί μήνες πάνω στο συγκεκριμένο πλαίσιο, έχοντας πραγματοποιήσει διαβουλεύσεις με επιχειρήσεις του κλάδου. Ο υπουργός Οικονομικών φέρεται να είχε εκφράσει ιδιαίτερη ανησυχία για το ενδεχόμενο επιθέσεων με τη βοήθεια της AI εναντίον του αμερικανικού τραπεζικού συστήματος.
Ύστερα από πιέσεις των δύο αξιωματούχων, ο Τραμπ υπέγραψε τελικά μια αισθητά περιορισμένη εκδοχή του διατάγματος. Το περιστατικό, ωστόσο, αποκάλυψε τις βαθιές διαφωνίες στο εσωτερικό της κυβέρνησης.
Η επιρροή των επιχειρηματιών της τεχνολογίας φάνηκε και σε μια δεύτερη περίπτωση. Σχέδιο για τη δημιουργία ενός χρηματοδοτούμενου από τη βιομηχανία φορέα, ο οποίος θα καθόριζε πρότυπα ασφαλείας, πάγωσε έπειτα από παρεμβάσεις των Ζάκερμπεργκ, Χουάνγκ και Μασκ προς τον Τραμπ. Οι τρεις εξέφρασαν φόβους ότι ένας τέτοιος οργανισμός θα συγκέντρωνε υπερβολική εξουσία και θα ευνοούσε εταιρείες όπως η OpenAI, η Anthropic και η Google.
Οι ανησυχίες στον Λευκό Οίκο εντάθηκαν την άνοιξη, μετά την παρουσίαση του ιδιαίτερα ισχυρού μοντέλου Mythos της Anthropic. Αμερικανοί αξιωματούχοι διαπίστωσαν ότι οι δυνατότητές του θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν για την υλοποίηση προηγμένων κυβερνοεπιθέσεων, χαρακτηρίζοντας την εξέλιξη ως «κόκκινο φως που αναβοσβήνει».
Νέο κύμα προβληματισμού προκάλεσε τον Ιούλιο η επίθεση της OpenAI στη Hugging Face, στην οποία εκατοντάδες πράκτορες τεχνητής νοημοσύνης φέρεται να έδρασαν συντονισμένα. Έκτοτε, κυβερνητικές υπηρεσίες εξετάζουν σενάρια στα οποία ανεξέλεγκτοι προγραμματιστές ή ξένες χώρες χρησιμοποιούν την AI εναντίον τραπεζών, δικτύων ηλεκτρισμού, συστημάτων ύδρευσης και άλλων κρίσιμων υποδομών.
Στις αξιολογήσεις έχουν εμπλακεί, σύμφωνα με το δημοσίευμα, η Υπηρεσία Εθνικής Ασφάλειας και η CIA. Οι συζητήσεις έχουν επεκταθεί ακόμη και στο ενδεχόμενο χρήσης της τεχνητής νοημοσύνης για την κατασκευή βιολογικών όπλων, με τη συμμετοχή αξιωματούχων του αμερικανικού υπουργείου Υγείας.
Η γραμμή Τραμπ και ο παράγοντας Κίνα
Παρά τις προειδοποιήσεις των συνεργατών του, ο Τραμπ παραμένει υπέρ της επιτάχυνσης των επενδύσεων στην AI και της κατασκευής περισσότερων data centers. Θεωρεί ότι οποιαδήποτε επιβράδυνση θα μπορούσε να επιτρέψει στην Κίνα να αποκτήσει τεχνολογικό προβάδισμα.
«Όποιος κερδίσει στην AI, κερδίζει», έγραψε σε ανάρτησή του, υποστηρίζοντας ότι βρίσκεται σε εξέλιξη μια εκστρατεία εναντίον της τεχνητής νοημοσύνης και των κέντρων δεδομένων, από την οποία επωφελείται μόνο το Πεκίνο.
Η θέση αυτή ενισχύεται από τον Ντέιβιντ Σακς, ο οποίος υποστηρίζει ότι η υφιστάμενη νομοθεσία για την ευθύνη των προϊόντων και την αποτροπή της απάτης επαρκεί προς το παρόν. «Είναι ευθύνη αυτών των εταιρειών να διατηρούν τον έλεγχο των προϊόντων τους», ανέφερε.
Η έντονη παρουσία του Σακς έχει προκαλέσει, πάντως, αντιδράσεις στο εσωτερικό της κυβέρνησης. Ορισμένοι αξιωματούχοι φέρεται να εξέτασαν τις επιχειρηματικές συμμετοχές του, προκειμένου να διαπιστώσουν εάν θα μπορούσε να έχει προσωπικό οικονομικό όφελος από την αποτροπή νέων κανονισμών. Η επενδυτική του εταιρεία διαθέτει συμμετοχές στη SpaceX και σε σειρά νεοφυών επιχειρήσεων AI.
Στην εξίσωση μπαίνουν και οι στενοί οικονομικοί δεσμοί της τεχνολογικής βιομηχανίας με το περιβάλλον του προέδρου. Στελέχη εταιρειών AI έχουν πραγματοποιήσει σημαντικές δωρεές προς τον Τραμπ και οργανώσεις που συνδέονται μαζί του, ενώ ο επικεφαλής της OpenAI, Σαμ Άλτμαν, έχει παραστεί επανειλημμένα σε εκδηλώσεις συγκέντρωσης χρημάτων.
Το αποτέλεσμα είναι μια πολιτική που εξακολουθεί να αλλάζει κατεύθυνση. Ο Λευκός Οίκος αναγνωρίζει πλέον περισσότερους κινδύνους, αλλά δεν έχει καταλήξει μέχρι πού μπορεί να φτάσει η κρατική παρέμβαση χωρίς να περιοριστεί η τεχνολογική ανάπτυξη. Η επόμενη κρίσιμη αναμέτρηση αναμένεται στη συνάντηση του Τραμπ με επικεφαλής εταιρειών AI στον Λευκό Οίκο.
