Στην πιο κρίσιμη καμπή της ιστορίας της, η Ευρωπαϊκή Ένωση καλείται να πάρει καθοριστικές αποφάσεις με ηγεσίες που διαθέτουν όλο και λιγότερα πολιτικά περιθώρια. Πρέπει να χρηματοδοτήσει την ασφάλειά της, να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητά της, να συνεχίζει να στηρίζει την Ουκρανία, να αντιμετωπίσει την ενεργειακή και κοινωνική ανασφάλεια. Όμως, η πρόσφατη σύνοδος κορυφής ανέδειξε ξανά το χάσμα ανάμεσα στην αναγνώριση των αναγκών και στη συμφωνία για την κάλυψή τους: στον προϋπολογισμό της περιόδου 2028–2034, οι απαιτήσεις για περισσότερη κοινή δράση συγκρούονται με την άρνηση αύξησης των εθνικών εισφορών και την προάσπιση των υφιστάμενων χρηματοδοτήσεων.
Πίσω από τις διαφωνίες βρίσκονται κοινωνίες επιβαρυμένες από την ακρίβεια, τη στεγαστική κρίση και την ανασφάλεια, αλλά και κυβερνήσεις που φοβούνται το εκλογικό κόστος κάθε υποχώρησης. Ο συμβιβασμός στις Βρυξέλλες γίνεται δυσκολότερος όταν παρουσιάζεται στο εσωτερικό ως παραχώρηση χρημάτων, κυριαρχίας ή κοινωνικών δικαιωμάτων. Έτσι, η Ευρώπη κινδυνεύει να αποφασίζει με βάση το ελάχιστο που μπορούν να αποδεχθούν οι κυβερνήσεις των 27 κρατών-μελών, αντί για όσα απαιτούν οι περιστάσεις.
Το επόμενο διάστημα μπορεί να καταστήσει αυτή την αντίφαση ακόμη οξύτερη. Η Ισπανία ψηφίζει ήδη τον Νοέμβριο του 2026. Το 2027 ακολουθούν οι προεδρικές εκλογές στη Γαλλία, οι βουλευτικές σε Ιταλία και Πολωνία, οι ελληνικές εκλογές, που σχεδιάζονται για την άνοιξη, και πέντε αναμετρήσεις στα γερμανικά κρατίδια. Οι κάλπες αυτές έχουν διαφορετικό θεσμικό βάρος, αλλά μπορούν σωρευτικά να μεταβάλουν δραματικά τους ευρωπαϊκούς συσχετισμούς. Ας μην αγνοούμε και τις όποιες επιπτώσεις θα επιφέρουν οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ.
Το ενδεχόμενο ενίσχυσης εθνικιστικών και ευρωσκεπτικιστικών δυνάμεων αφορά τον ίδιο τον μηχανισμό λήψης αποφάσεων. Ακόμη και χωρίς κυβερνητικές ανατροπές, ο φόβος τους μπορεί να ενισχύσει τις εθνικές θέσεις. Μέσα σε αυτό το ιδιότυπο ευρωπαϊκό τοπίο, γεμάτο αμφίρροπές εκλογικές αναμετρήσεις και «ασύμμετρες απειλές», η Ελλάδα θα αναλάβει την προεδρία του Συμβουλίου το δεύτερο εξάμηνο του 2027. Πώς θα διαμορφωθεί μέχρι τότε το ευρωπαϊκό τοπίο; Πώς το εκλογικό αποτέλεσμα στη χώρα μας θα επηρεάσει-αλλά και θα επηρεαστεί-από τις μεγάλες αλλαγές που συντελούνται στη Γηραιά Ήπειρο; Ιδού η πρόκληση που είναι μπροστά μας.
Φρίντριχ Μερτς: καγκελάριος υπό προθεσμία;
Κι όμως ο εκλογικός μαραθώνιος στην Γερμανία, που θα καθορίσει πολλά, συνεχίζεται και το 2027. Έχουμε εκλογές σε τέσσερα κρατίδια (Σλεσβιχ-Χολστάιν, Σάαρλαντ, Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία, Κάτω Σαξονία) και μια εκλογή κοινοβουλίου στη Βρέμη. Πέντε αναμετρήσεις που θα λειτουργήσουν ως τεστ αντοχής για τον κυβερνητικό συνασπισμό CDUκαι SPD και πιθανόν θα αποτυπώσουν την αυξανόμενη επιρροή του AfD.

Ο Φρίντριχ Μερτς © EPA/HANNIBAL HANSCHKE
Το γερμανικό πρόβλημα είναι πρωτίστως η εξασθένηση της οικονομικής μηχανής: ανάπτυξη μόλις 0,2% το 2025, πιέσεις στη βιομηχανία και ανάγκη εκτεταμένων επενδύσεων. Το ενεργειακό ταλαιπωρεί και διχάζει-ήδη το AfD επιθετικά ζητεί την επαναπροσέγγιση για το ρωσικό αέριο, με εγκατάλειψη της Ουκρανίας στην τύχη της. Η κυβέρνηση καλείται να χρηματοδοτήσει ταυτόχρονα κοινωνική προστασία, υποδομές και άμυνα — και να εξηγήσει στους πολίτες ποιος θα πληρώσει. Μέσα στο 2027 θα κριθεί κα η τύχη του «τείχους προστασίας» απέναντι στo AfD, που ήδη προκαλεί συγκρούσεις στο εσωτερικό της κεντροδεξιάς..
Η ευρωπαϊκή συνέπεια: η Γερμανία εξακολουθεί να διαθέτει ισχύ, αλλά ο καγκελάριος έχει περιορισμένο περιθώριο να εμφανιστεί ως χρηματοδότης νέων ευρωπαϊκών υποχρεώσεων. Η αντίστασή του στην αύξηση του κοινοτικού προϋπολογισμού δείχνει πώς η εσωτερική πίεση μετατρέπεται σε ευρωπαϊκή δημοσιονομική αυστηρότητα. Πρόκειται, άλλωστε, για ηγέτη που διαπραγματεύεται με το βλέμμα στην πολιτική του επιβίωση.
Εμανουέλ Μακρόν: ένας Πρόεδρος στις συμπληγάδες της Λεπέν και του Μελανσόν
Η Γαλλία συνδυάζει δημοσιονομική στενότητα και κοινωνική έκρηξη. Το δημόσιο χρέος έφθασε στο 119,1% του ΑΕΠ τον Ιούνιο του 2026. Το δίλημμα είναι ασφυκτικό: οι περικοπές προκαλούν αντιδράσεις, αλλά η αδυναμία δημοσιονομικής προσαρμογής αυξάνει την πίεση των αγορών. Το κλίμα είναι εκρηκτικό. Οι διαδηλώσεις για το κόστος ζωής και τις συνθήκες στα σχολεία, που συνοδεύονται από σοβαρά επεισόδια, αποτυπώνουν βαθιά κρίση εμπιστοσύνης προς την εξουσία.
Ο Μακρόν εισέρχεται στην τελική ευθεία της προεδρίας του, αποδυναμωμένος με τις εκλογές την άνοιξη του 2027 να μεταφέρουν το πολιτικό ενδιαφέρον στους διαδόχους του. Η πολιτική πόλωση κυριαρχεί, με την Μαρί Λεπέν να προηγείται στις δημοσκοπήσεις και τον Μελανσόν να έχει προβάδισμα για τον δεύτερο γύρο της αναμέτρησης.

Εμανουέλ Μακρόν © EPA/CHRISTOPHER NEUNDORF
Η ευρωπαϊκή συνέπεια: εδώ βρίσκεται η καθαρότερη αντίφαση ανάμεσα στη διεθνή φιλοδοξία και στην εσωτερική δυνατότητα. Ο Μακρόν ζητεί συμφωνία για τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό πριν τελειώσει το 2026, αναγνωρίζοντας ότι οι επερχόμενες εκλογές θα την καταστήσουν δυσκολότερη. Ήδη η Λεπέν ζητεί μείωση της συνεισφοράς της Γαλλίας στον κοινοτικό κορβανά. Αλλά και οι επιλογές του Γάλλου Προέδρου για την ενίσχυση της άμυνας, για τη στήριξη στην Ουκρανία αμφισβητούνται. Ο Μακρόν μπορεί να προτείνει ευρωπαϊκά άλματα, αλλά δείχνει ανήμπορος να εγγυηθεί τη γαλλική πολιτική συνέχεια που απαιτείται.
Τζόρτζια Μελόνι: Η επίθεση της ακροδεξιάς και η βιτρίνα της σταθερότητας
Η Ιταλία φθάνει στην προεκλογική περίοδο με ανάπτυξη μόλις 0,5% και χρέος 139,9% του ΑΕΠ. Αυτό περιορίζει τη δυνατότητα γενναιόδωρων παρεμβάσεων για εισοδήματα, κατοικία και δημόσιες υπηρεσίες Οι αυξήσεις στα καύσιμα έχουν εντείνει τις πιέσεις: η Μελόνι ήταν που ζήτησε μεγαλύτερη ευελιξία στους ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς κανόνες, ώστε να χρηματοδοτήσει μέτρα ανακούφισης. Την πρόλαβαν οι πρόσφατες ταραχές στο Μιλάνο και άλλες πόλεις, που δοκιμάζουν την κοινωνική συνοχή.

Η Τζόρτζια Μελόνι © EPA/FABIO FRUSTACI
Ενόψει των εκλογών του 2027, η Μελόνι είναι αντιμέτωπη με τον σύμμαχό της, Ματέο Σαλβίνι, που εμφανίζει φθορά καθώς ένας άλλος ακροδεξιός ανταγωνιστής, ο Ρομπέρτο Βανάτσι εμφανίζεται στο προσκήνιο, με ένα 7,5% στις δημοσκοπήσεις. Ο ανταγωνισμός δεξιά της Μελόνι μπορεί να αυξήσει την πίεση στην Πρωθυπουργό για σκλήρυνση της κυβερνητικής πολιτικής.
Η ευρωπαϊκή συνέπεια: η Μελόνι μπορεί να εγκαταλείψει την μετριοπάθεια που έχει επιδείξει έως τώρα στους ευρωπαϊκούς θεσμούς και να γίνει πιο απαιτητική σε χρηματοδοτήσεις, δημοσιονομικές εξαιρέσεις και μεταναστευτική πολιτική. Το πορτρέτο της είναι εκείνο μιας ηγέτιδας που ενδέχεται να σκληρύνει τη διαπραγμάτευση για να προστατεύσει την εκλογική της θέση.
Ντόναλντ Τουσκ: αντίπαλός του ένας ευρωσκεπτικιστής Πρόεδρος
Η Πολωνία αναπτύσσεται ταχύτερα από τις άλλες τέσσερις χώρες, αλλά η ανάπτυξη δεν εξαλείφει τις δημοσιονομικές πιέσεις: η ανάγκη ασφάλειας απέναντι στη Ρωσία απαιτεί μεγάλες δαπάνες· στις αρχές Οκτωβρίου ανακοινώθηκε πενταετές πρόγραμμα πολιτικής προστασίας και πολιτικής άμυνας Δεν είναι τυχαίο ότι το έλλειμμα εκτοξεύτηκε στο 64,5%.
Το ιδιαίτερο πρόβλημα του γνωστού στο ελληνικό κοινό, φιλοευρωπαϊστή Τουσκ είναι η σύγκρουση με τον πρόεδρο Κάρολ Ναβρότσκι και η δυσκολία ολοκλήρωσης των μεταρρυθμίσεων που υποσχέθηκε. Τα προεδρικά βέτο είναι στην ημερήσια διάταξη… Η κυβερνητική πλειοψηφία μπορεί να ψηφίζει, αλλά δεν μπορεί πάντοτε να μετατρέπει τις αποφάσεις της σε εφαρμοσμένη πολιτική.

Ο Ντόναλντ Τουσκ © EPA/Szymon Pulcyn POLAND OUT
Η ευρωπαϊκή συνέπεια: η θεσμική σύγκρουση αφορά άμεσα την κοινή ευρωπαϊκή άμυνα. Ο Ναβρότσκι άσκησε βέτο στον νόμο για την αξιοποίηση 43,7 δισ. ευρώ ευρωπαϊκών αμυντικών δανείων, υποχρεώνοντας την κυβέρνηση να αναζητήσει εναλλακτική οδό. Ενόψει των βουλευτικών εκλογών του 2027, ο Τουσκ πρέπει να υπερασπιστεί ταυτόχρονα την αποτελεσματικότητά του και τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας. Δύσκολο εγχείρημα, που προϋποθέτει πριν απ’ όλα την νίκη του συνασπισμού του σε μια αμφίρροπη αναμέτρηση.
Πέδρο Σάντσεθ: το στεγαστικό έφερε παραίτηση και πρόωρες εκλογές
Η Ισπανία παρουσιάζει σχετικά ισχυρή ανάπτυξη, αλλά η στεγαστική κρίση αποκαλύπτει την απόσταση ανάμεσα στους μακροοικονομικούς δείκτες που ευημερούν και στη σκληρή καθημερινότητα. Ο Σάντσεθ προκήρυξε πρόωρες εκλογές για τις 29 Νοεμβρίου 2026 μετά την απόρριψη από το Κοινοβούλιο των στεγαστικών νομοσχεδίων, που πρότεινε-κατόπιν εορτής.

Ο Ισπανός πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ © EPA/JAVIER LIZON
Η κυβέρνησή του επιβαρύνεται από υποθέσεις διαφθοράς και δικαστικές έρευνες στο περιβάλλον του. Η μεταναστευτική πίεση στη Θέουτα προσφέρει επιπλέον πεδίο επίθεσης στη δεξιά αντιπολίτευση. Το εκλογικό του πρόβλημα, όμως, είναι και αριθμητικό: ακόμη και μια ικανοποιητική επίδοση του PSOE-που δημοσκοπικά έρχεται δεύτερο μετά το Λαϊκό Κόμμα-μπορεί να μην αρκεί για νέα πλειοψηφία. Η αποτυχία ενιαίας καθόδου των δυνάμεων στα αριστερά του αυξάνει τον κίνδυνο απώλειας εδρών ενώ δεν μπορεί να λογαριάζει τους μέχρι τώρα αυτονομιστές συμμάχους του. Την ίδια ώρα, το αρκοδεξιό Vox ανεβαίνει δυναμικά και όλοι αναρωτιούνται πώς θα διαμορφωθεί το μετεκλογικό σκηνικό, με ποιες συμμαχίες θα κυβερνηθεί η χώρα.
Η ευρωπαϊκή συνέπεια: ο Σάντσεθ προσήλθε στη σύνοδο κορυφής με άμεση εκλογική αβεβαιότητα. Πιθανόν, δεν θα είναι αυτός που θα εκπροσωπεί την Ισπανία από την επομένη των εκλογών. Πάντως, η ανάγκη προστασίας κοινωνικών και περιφερειακών πόρων τον ωθεί να αντιστέκεται στις περικοπές του κοινοτικού προϋπολογισμού. Παράλληλα, ο ίδιος στην τελευταία σύνοδο έγινε δέκτης σκληρής κριτικής για τη μεταναστευτική πολιτική της κυβέρνησής του. Εδώ διαμορφώνεται ένας ακόμη αστάθμητος παράγοντας που θα παίξει ρόλο στα μελλούμενα της Ε.Ε.
Κυριάκος Μητσοτάκης: η δημοσκοπική πρωτιά και η εκλογική αβεβαιότητα
Και η Ελλάδα; Δεν ανήκει βέβαια στους ισχυρούς, αλλά ασφαλώς ο ρόλος της έχει ενισχυθεί στα ευρωπαϊκά όργανα τα τελευταία χρόνια. Ωστόσο, και στη χώρα μας πάμε για εκλογές την άνοιξη του 2027, μέσα σε ένα κλίμα διεθνούς αβεβαιότητας και οξείας πολιτικής αντιπαράθεσης. Η Ελλάδα προσέρχεται στις εκλογές με την αντίφαση μιας οικονομίας που αναπτύσσεται, αλλά μιας κοινωνίας που εξακολουθεί να πιέζεται από τα υψηλά ενοίκια, την ενεργειακή ακρίβεια και την ανεπαρκή αγοραστική δύναμη. Για τον Κυριάκο Μητσοτάκη, το κρίσιμο πρόβλημα είναι ότι η δημοσκοπική πρωτιά της Ν.Δ., γύρω στο 30%, δεν εξασφαλίζει αυτοδυναμία-αν και αυτήν οριοθετεί ως στόχο. Το ερώτημα μετατοπίζεται επομένως από το ποιος θα έρθει πρώτος στο ποιος μπορεί να σχηματίσει κυβέρνηση, με ποιους εταίρους και με ποια πολιτική συνοχή.

Κυριάκος Μητσοτάκης, ©Γ.Τ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ/ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΜΗΤΣΟΣ/EUROKINISSI
Η ευρωπαϊκή συνέπεια: Η εκλογική αναμέτρηση την άνοιξη του 2027 έχει και ευρωπαϊκή διάσταση: Η Ελλάδα αναλαμβάνει την προεδρία της Ε.Ε. το δεύτερο εξάμηνο του 2027. Μπορεί αυτό να συμπέσει με παρατεταμένες διαπραγματεύσεις ή επαναληπτικές κάλπες ενώ ακούγονται ακόμα και σενάρια για κυβέρνηση «ευρωπαϊκής προεδρίας» σε περίπτωση αδιεξόδου. Η Αθήνα ενδέχεται να αναλάβει καθήκοντα σε μια Ευρώπη με μα ευρωσκεπτικιστική γαλλική ηγεσία και άλλες κυβερνήσεις υπό εκλογική πίεση. Η πρόκληση θα είναι διπλή: σταθερή κυβερνητική εντολή στο εσωτερικό και ικανότητα οικοδόμησης συμβιβασμών στο εξωτερικό. Η διοικητική συνέχεια-σε περίπτωση νέας κυβέρνησης- μπορεί να στηρίξει την προεδρία· η πολιτική της αποτελεσματικότητα, όμως, θα εξαρτηθεί από τους ελληνικούς και ευρωπαϊκούς συσχετισμούς που θα έχουν διαμορφωθεί.
