Νικόλ Μαλλιωτάκη: Ποια είναι η Ελληνίδα από τη Σητεία που κέρδισε την επανεκλογή στη Νέα Υόρκη

Κόρη Κρητικού μετανάστη η Νικόλ Μαλλιωτάκη που επικράτησε στην αναμέτρηση για την 11η περιφέρεια της Νέας Υόρκης στις αμερικανικές εκλογές

Επανεκλέχθηκε η Νικόλ Μαλλιωτάκη στη Νέα Υόρκη – Εξασφάλισε τέταρτη θητεία στο Κογκρέσο © EPA

Ισχυρή είναι η ελληνική παρουσία στο Κογκρέσο, στις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ, αφού η Ελληνοαμερικανίδα Ρεπουμπλικανή βουλευτής, Νικόλ Μαλλιωτάκη, εξασφάλισε την επανεκλογή της στη Βουλή των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ, επικρατώντας στην 11η εκλογική περιφέρεια της Νέας Υόρκης, η οποία περιλαμβάνει το Στέιτεν Άιλαντ και τμήματα του νότιου Μπρούκλιν.

Με αντίπαλο τον Δημοκρατικό Μάικ ΝτεΣίλις, η πολιτικός, ελληνικής και κουβανικής καταγωγής κατάφερε να διατηρήσει την έδρα που περιλαμβάνει το Στάτεν Άιλαντ και τμήματα του νότιου Μπρούκλιν, παραμένοντας η μοναδική Ρεπουμπλικανή εκπρόσωπος της πόλης της Νέας Υόρκης στο Κογκρέσο.Η εκλογική επικράτηση της Νικόλ Μαλλιωτάκη επιβεβαίωσε την πολιτική παρουσία της στη μοναδική περιφέρεια της πόλης της Νέας Υόρκης που εκπροσωπήθηκε από Ρεπουμπλικανό στη Βουλή των Αντιπροσώπων.

Ποια είναι  η Νικόλ Μαλλιωτάκη

Η Νικόλ Μαλλιωτάκη γεννήθηκε στις 11 Νοεμβρίου 1980 στο Μανχάταν της Νέας Υόρκης και μεγάλωσε στο Στάτεν Άιλαντ, σε μια οικογένεια με δύο διαφορετικές μεταναστευτικές διαδρομές. Ο πατέρας της, Γιώργος Μαλλιωτάκης, κατάγεται από την Σητεία της Κρήτη, ενώ η μητέρα της, Βέρα, έφυγε από την Κούβα του Φιντέλ Κάστρο. Η οικογενειακή της ιστορία επηρέασε καθοριστικά την πολιτική της ταυτότητα, ιδιαίτερα όσον αφορά την αντίθεσή της στον σοσιαλισμό και στον κομμουνισμό. Σε συνέντευξή της τον Σεπτέμβριο του 2026, η ίδια περιέγραψε τις δυσκολίες που αντιμετώπισε ο πατέρας της όταν εγκαταστάθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Όπως ανέφερε, έφτασε στην Αμερική έχοντας μόλις 50 δολάρια στην τσέπη του, χωρίς συγγενείς ή φίλους και χωρίς να γνωρίζει αγγλικά. Παρά τις δυσκολίες, εργάστηκε σκληρά, δημιούργησε μια μικρή επιχείρηση και απέκτησε το δικό του σπίτι.

Η Μαλλιωτάκη παρουσίασε την πορεία του ως χαρακτηριστικό παράδειγμα του αμερικανικού ονείρου, τονίζοντας ότι η εργατικότητα της οικογένειάς της και η ελληνική παράδοση της δημοκρατίας και της ιστορίας επηρέασαν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται την πολιτική.

Η ίδια μεγάλωσε ως Ορθόδοξη Χριστιανή και διατήρησε στενούς δεσμούς με την ελληνική και την κουβανική κοινότητα της Νέας Υόρκης. Μιλά αγγλικά, ισπανικά και ελληνικά.
Αποφοίτησε το 1998 από το New Dorp High School και στη συνέχεια σπούδασε Επικοινωνία και Δημόσιες Σχέσεις στο Πανεπιστήμιο Σίτον Χολ του Νιου Τζέρσεϊ, από όπου πήρε πτυχίο το 2001. Το 2010 ολοκλήρωσε μεταπτυχιακές σπουδές στη Διοίκηση Επιχειρήσεων στο Wagner College.

Η πολιτική διαδρομή και η μάχη για τη δημαρχία της Νέας Υόρκης

Η Μαλλιωτάκη ξεκίνησε την επαγγελματική της πορεία ως σύμβουλος επικοινωνίας του πολιτειακού γερουσιαστή Τζον Μάρτσι και στη συνέχεια εργάστηκε στο γραφείο του Ρεπουμπλικανού κυβερνήτη της Νέας Υόρκης, Τζορτζ Πατάκι. Αργότερα απασχολήθηκε στον ενεργειακό τομέα, ως στέλεχος δημοσίων σχέσεων της εταιρείας ηλεκτρικής ενέργειας Consolidated Edison.

Το 2010 εξελέγη για πρώτη φορά στην Πολιτειακή Συνέλευση της Νέας Υόρκης και διατήρησε την έδρα της για πέντε διαδοχικές θητείες, έως το 2020.Κατά την περίοδο αυτή επικεντρώθηκε σε ζητήματα φορολογίας, μεταφορών, δημόσιας διοίκησης και διαφάνειας.

Άσκησε έντονη κριτική στον πρώην πρόεδρο της Πολιτειακής Συνέλευσης Σέλντον Σίλβερ, ο οποίος καταδικάστηκε για υποθέσεις διαφθοράς, ενώ προώθησε μέτρα δημοσιοποίησης των συνεδριάσεων και των ψηφοφοριών των κοινοβουλευτικών επιτροπών. Παράλληλα, ασχολήθηκε με την αποκατάσταση των ζημιών που προκάλεσε ο τυφώνας Σάντι το 2012, ιδιαίτερα στις παράκτιες περιοχές του Στάτεν Άιλαντ.Το 2017 διεκδίκησε τη δημαρχία της Νέας Υόρκης με το χρίσμα των Ρεπουμπλικανών, απέναντι στον τότε δήμαρχο Μπιλ ντε Μπλάζιο.

Ηττήθηκε συγκεντρώνοντας περίπου 28%, έναντι 66% του Δημοκρατικού αντιπάλου της, αλλά στο Στάτεν Άιλαντ έλαβε περίπου το 70% των ψήφων. Η αναμέτρηση αύξησε σημαντικά την αναγνωρισιμότητά της και την καθιέρωσε ως ένα από τα προβεβλημένα στελέχη των Ρεπουμπλικανών στη Νέα Υόρκη.

Από τη νίκη επί του Μαξ Ρόουζ στο Κογκρέσο

Το 2020 η Μαλλιωτάκη πέτυχε τη σημαντικότερη έως τότε πολιτική της νίκη, επικρατώντας του εν ενεργεία Δημοκρατικού βουλευτή Μαξ Ρόουζ στην 11η περιφέρεια της Νέας Υόρκης. Συγκέντρωσε 53,2% έναντι 46,8% του αντιπάλου της, εξασφαλίζοντας την είσοδό της στη Βουλή των Αντιπροσώπων τον Ιανουάριο του 2021.

Στο Κογκρέσο ανέλαβε καθήκοντα αναπληρώτριας κοινοβουλευτικής συντονίστριας της Ρεπουμπλικανικής Κοινοβουλευτικής Ομάδας και συμμετείχε στην Επιτροπή Τρόπων και Μέσων, η οποία ασχολείται με τη φορολογία και σημαντικά ζητήματα οικονομικής πολιτικής.

Συμμετείχε επίσης στις υποεπιτροπές Φορολογίας και Εποπτείας, καθώς και στη Μικτή Οικονομική Επιτροπή του Κογκρέσου.

Στο επίκεντρο της δραστηριότητάς της βρέθηκαν οι φορολογικές ελαφρύνσεις, η ενίσχυση της αστυνομίας, η ασφάλεια των συνόρων και η αντιμετώπιση της παράτυπης μετανάστευσης.

Το 2025 υποστήριξε το πακέτο φορολογικών αλλαγών των Ρεπουμπλικανών, προβάλλοντας ιδιαίτερα την αύξηση του ορίου έκπτωσης πολιτειακών και τοπικών φόρων, γνωστής ως SALT.

Σύμφωνα με την ίδια, η ρύθμιση επέτρεψε στο 98% των νοικοκυριών της περιφέρειάς της να εκπέσουν πλήρως τους σχετικούς φόρους. Υποστήριξε επίσης μέτρα φορολογικής ελάφρυνσης για ηλικιωμένους, εργαζομένους που λαμβάνουν φιλοδωρήματα ή αμοιβές υπερωριών και οικογένειες με παιδιά.

Στον τομέα των υποδομών συνέβαλε στην εξασφάλιση ομοσπονδιακών κονδυλίων για έργα μεταφορών, την αναβάθμιση γεφυρών και την προστασία παράκτιων περιοχών από πλημμύρες.Μεταξύ των σημαντικότερων παρεμβάσεών της περιλαμβάνεται η προώθηση της χρηματοδότησης του έργου προστασίας της ανατολικής ακτής του Στάτεν Άιλαντ, το οποίο είχε καθυστερήσει επί χρόνια.

Η συνάντηση με τον Μητσοτάκη και η ιδιαίτερη σχέση με την Κρήτη

Η Μαλλιωτάκη είχε συναντηθεί με τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη στις 10 Ιουλίου 2024 στην Ουάσινγκτον, στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ. Στη συνάντηση συμμετείχαν και άλλοι Ελληνοαμερικανοί βουλευτές, μεταξύ των οποίων οι Κρις Πάπας, Ντίνα Τάιτους, Γκας Μπιλιράκης και Τζον Σαρμπάνης. Η ίδια χαρακτήρισε τη συζήτηση παραγωγική και εξέφρασε την ικανοποίησή της για τη βελτίωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων εκείνη την περίοδο. Η Ελληνοαμερικανίδα βουλευτής αναφέρθηκε επανειλημμένα στη σημασία της Ελλάδας ως εταίρου των Ηνωμένων Πολιτειών.

Τον Σεπτέμβριο του 2026 υποστήριξε ότι η Αθήνα διαδραμάτιζε κρίσιμο ρόλο στην ασφάλεια της Μεσογείου, αποτελούσε πύλη προς την Ευρώπη και μπορούσε να εξελιχθεί σε σημαντικό ενεργειακό παράγοντα.

Στο ίδιο πλαίσιο εξέφρασε την εμπιστοσύνη της στον υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, τον οποίο χαρακτήρισε έναν από τους σημαντικότερους υποστηρικτές της συνεργασίας Ελλάδας, Κύπρου και Ηνωμένων Πολιτειών. Κατά την εκτίμησή της, ο Ρούμπιο κατανοούσε τόσο τη στρατηγική αξία των δύο χωρών όσο και τους κινδύνους που μπορούσαν να προκύψουν από την τουρκική πολιτική.

Τον Οκτώβριο του 2026 χαιρέτισε επίσης την επίσκεψη του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών στην Αθήνα, στο πλαίσιο του έκτου Στρατηγικού Διαλόγου ΗΠΑ και Ελλάδας, ζητώντας περαιτέρω ενίσχυση της διμερούς συνεργασίας στον τομέα της ασφάλειας. Παράλληλα, υποστήριξε ότι η ελληνική ομογένεια εξακολουθούσε να διαθέτει σημαντική επιρροή στην Ουάσινγκτον, αλλά χρειαζόταν μεγαλύτερη ενότητα και συνεργασία με άλλες κοινότητες που συμμερίζονταν τις ίδιες ανησυχίες. Αναφέρθηκε ιδιαίτερα στις εβραϊκές και αρμενικές οργανώσεις, εκτιμώντας ότι η ανάπτυξη κοινών πρωτοβουλιών θα μπορούσε να ενισχύσει τις παρεμβάσεις για την αποτροπή της πώλησης F-35 στην Τουρκία.