Τι μπορεί να κάνει η Ευρώπη για να καλύψει το χάσμα στην τεχνητή νοημοσύνη με ΗΠΑ-Κίνα

Η ΕΕ πρέπει να χτίσει δική της υποδομή στην τεχνητή νοημοσύνη απέναντι στις ΗΠΑ, ακολουθώντας το παράδειγμα της Airbus και όχι μόνο, σύμφωνα με ανάλυση του Bruegel

Τεχνητή νοημοσύνη και chatgpt © Freepik

Όσο η τεχνητή νοημοσύνη δημιουργεί μια νέα εποχή, η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια κρίσιμη γεωοικονομική πρόκληση, καθώς η εξάρτησή της από αμερικανικά και κινεζικά τσιπ και υπολογιστικές υποδομές περιορίζει την τεχνολογική και στρατηγική της αυτονομία.

Η παγκόσμια κούρσα για την κυριαρχία στην τεχνητή νοημοσύνη εξελίσσεται σε μεγάλο βαθμό σε μια μάχη για την υπολογιστική ισχύ, δηλ. τα τσιπ, τα data centers και τις υποδομές που απαιτούνται για την εκπαίδευση και λειτουργία προηγμένων μοντέλων AI, εξηγεί ανάλυση του Ινστιτούτου Bruegel.

Όποιος ελέγχει αυτή την υποδομή καθορίζει όχι μόνο την τεχνολογική εξέλιξη, αλλά και τους οικονομικούς και γεωπολιτικούς όρους πρόσβασης στην τεχνητή νοημοσύνη.

Όπως εξηγούν η Αλίσια Γκαρσία Χερέρο, επιστημονική συνεργάτης στο Bruegel που ειδικεύεται στις αναδυόμενες αγορές και ο Μπερτάν Μαρτέν επιστημονικός συνεργάτης στο Bruegel που ειδικεύεται στην ψηφιακή οικονομία, σήμερα, η αναμέτρηση αυτή διεξάγεται κυρίως ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα. Οι ΗΠΑ κυριαρχούν στον σχεδιασμό προηγμένων τσιπ μέσω εταιρειών όπως η NVIDIA, ενώ η Κίνα επενδύει τεράστιους πόρους για να περιορίσει την εξάρτησή της από την αμερικανική τεχνολογία.

Και οι δύο πλευρές αντιλαμβάνονται ότι το hardware αποτελεί το βασικό «σημείο ελέγχου» της επόμενης τεχνολογικής εποχής. Η Ουάσιγκτον χρησιμοποιεί περιορισμούς εξαγωγών για να εμποδίσει την πρόσβαση της Κίνας σε προηγμένους ημιαγωγούς, ενώ το Πεκίνο απαντά με κρατικές επιδοτήσεις, ενίσχυση της εγχώριας βιομηχανίας και αξιοποίηση της πρόσβασής του σε κρίσιμες πρώτες ύλες.

Τεχνητή νοημοσύνη: Η Ευρώπη κινδυνεύει να μείνει εξαρτημένη

Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η μάχη αυτή δεν είναι θεωρητική. Η πρόσβαση σε τσιπ, λογισμικό και υπολογιστική ισχύ θα καθορίσει το κόστος ανάπτυξης εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης, τους κανόνες λειτουργίας τους και τελικά τη θέση της Ευρώπης στην παγκόσμια οικονομία.

Εάν η ΕΕ παραμείνει εξαρτημένη είτε από αμερικανικές είτε από κινεζικές υποδομές AI, κινδυνεύει να χάσει σημαντικό μέρος της οικονομικής και στρατηγικής της αυτονομίας σε μια εποχή όπου η τεχνητή νοημοσύνη εξελίσσεται στη βασική τεχνολογία του 21ου αιώνα.

Η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν ανακοίνωσε μιλώντας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ότι η Κομισιόν προετοιμάζει δεύτερο «Chips Act», καθώς και νέο νομοθετικό πλαίσιο για το cloud και την τεχνητή νοημοσύνη. Παρ’ όλα αυτά, το πολυσυζητημένο πακέτο «τεχνολογικής κυριαρχίας» της ΕΕ καθυστερεί εκ νέου και πλέον μετατίθεται για τις αρχές Ιουνίου.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υποστηρίζει ότι επιδιώκει μια «ώριμη και στιβαρή πρωτοβουλία», ωστόσο οι καθυστερήσεις εντείνουν τις ανησυχίες ότι η Ευρώπη εξακολουθεί να κινείται πιο αργά από τους παγκόσμιους ανταγωνιστές της στην κρίσιμη μάχη για την τεχνολογική καινοτομία και την τεχνητή νοημοσύνη.

Παρά το γεγονός ότι η Ευρώπη διαθέτει οικονομικό μέγεθος αντίστοιχο των ΗΠΑ και της Κίνας, εξακολουθεί να υστερεί σε κρίσιμες υποδομές.

Ωστόσο, η ήπειρος δεν στερείται τεχνολογικών πλεονεκτημάτων. Η ολλανδική ASML διατηρεί παγκόσμιο μονοπώλιο στις μηχανές λιθογραφίας υπεριώδους ακτινοβολίας (EUV), οι οποίες είναι απαραίτητες για την παραγωγή προηγμένων ημιαγωγών. Το βελγικό ερευνητικό κέντρο IMEC πρωτοπορεί στην έρευνα μικροτσίπ νέας γενιάς, ενώ ευρωπαϊκές εταιρείες όπως οι Infineon, STMicroelectronics και Carl Zeiss διαθέτουν ισχυρή τεχνογνωσία σε κρίσιμους τομείς της αλυσίδας παραγωγής.

Παρ’ όλα αυτά, η Ευρώπη εξάγει μεγάλο μέρος αυτής της τεχνολογικής υπεροχής προς τις ΗΠΑ, τη Νότια Κορέα και την Ταϊβάν, χωρίς να καταφέρνει να χτίσει δική της ολοκληρωμένη βιομηχανική αλυσίδα AI, αναφέρουν οι δύο αναλυτές του Bruegel.

Το κινεζικό μοντέλο στην τεχνητή νοημοσύνη και η στρατηγική του Πεκίνου

Η Κίνα θεωρείται πλέον το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα χώρας που επιχειρεί να καλύψει γρήγορα το τεχνολογικό χάσμα μέσω συντονισμένης κρατικής στρατηγικής.

Το Πεκίνο ακολουθεί μια πολιτική δύο αξόνων:

Ο πρώτος είναι διπλωματικός και γεωπολιτικός. Παρά τους αμερικανικούς περιορισμούς στις εξαγωγές προηγμένων τσιπ, η Κίνα χρησιμοποιεί την επιρροή της στις σπάνιες γαίες, την εσωτερική αγορά και τις διεθνείς εμπορικές σχέσεις για να εξασφαλίσει πρόσβαση σε κρίσιμες τεχνολογίες.

Η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ υιοθέτησε πιο «συναλλακτική» προσέγγιση, χαλαρώνοντας ορισμένους περιορισμούς για εξαγωγές προηγμένων τσιπ AI προς την Κίνα.

Ενδεικτικά, στις αρχές του 2026 το αμερικανικό υπουργείο Εμπορίου μετέβαλε το καθεστώς έγκρισης για τα τσιπ NVIDIA H200 που προορίζονται για την κινεζική αγορά, επιτρέποντας εξαγωγές κατά περίπτωση με την επιβολή δασμού 25%.

Ταυτόχρονα, κινεζικές εταιρείες αναπτύσσουν μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης σε τρίτες χώρες της Ασίας και της Ευρώπης ώστε να παρακάμπτουν τους αμερικανικούς περιορισμούς.

Ο δεύτερος άξονας είναι η εσωτερική βιομηχανική ανάπτυξη. Η Huawei βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής της προσπάθειας, καθώς τα τσιπ Ascend χρησιμοποιούνται ήδη στο 41% των κινεζικών data centers.

Η κινεζική κυβέρνηση υποχρεώνει ουσιαστικά κρατικές επιχειρήσεις και δημόσιους οργανισμούς να επιλέγουν εγχώρια τεχνολογία, δημιουργώντας μια προστατευμένη αγορά που χρηματοδοτεί νέους κύκλους έρευνας και ανάπτυξης.

Τεχνητή νοημοσύνη και η μάχη του λογισμικού

Παρά την πρόοδο της Κίνας, το τεχνολογικό χάσμα με τη NVIDIA παραμένει σημαντικό. Τα κινεζικά τσιπ της Huawei προσφέρουν περίπου το 60% της απόδοσης των αμερικανικών H100 σε ορισμένες λειτουργίες AI.

Ωστόσο, το σημαντικότερο πλεονέκτημα της NVIDIA δεν είναι μόνο το hardware αλλά το οικοσύστημα λογισμικού CUDA, πάνω στο οποίο βασίζεται η πλειονότητα των προηγμένων μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης.

Η μετάβαση κινεζικών ή ευρωπαϊκών εταιρειών σε εναλλακτικά συστήματα απαιτεί επανασχεδιασμό λογισμικού και πιθανές απώλειες απόδοσης.

Παρά τα εμπόδια, η Huawei σχεδιάζει να διπλασιάσει τις δυνατότητες των τσιπ της έως το τέλος του 2027, ενώ το Πεκίνο στηρίζει την ανάπτυξη της εγχώριας βιομηχανίας με επιδοτήσεις και χαμηλό ενεργειακό κόστοςBruegel.

Η Ευρώπη και το «μοντέλο Airbus»

Στην Ευρώπη, η γαλλική Mistral αποτελεί τη σοβαρότερη μέχρι σήμερα προσπάθεια δημιουργίας ανταγωνιστικής εταιρείας τεχνητής νοημοσύνης.

Ωστόσο, η εταιρεία παραμένει μικρή σε σχέση με τα αμερικανικά και κινεζικά μεγαθήρια και βασίζεται σε αμερικανικές υποδομές cloud της Microsoft Azure για την εκπαίδευση των μοντέλων της.

Αναλυτές εκτιμούν ότι η Ευρώπη θα πρέπει να αντλήσει διδάγματα από το παράδειγμα της Airbus.

Η επιτυχία της Airbus δεν βασίστηκε μόνο σε πολιτικές συμφωνίες, αλλά σε πραγματική βιομηχανική εξειδίκευση: η Γαλλία ανέλαβε την αεροναυπηγική ολοκλήρωση, η Γερμανία τη βιομηχανική παραγωγή υψηλής ακρίβειας, η Βρετανία τις πτέρυγες και η Ισπανία την κατασκευή ατράκτων.

Αντίστοιχα, μια ευρωπαϊκή στρατηγική για την τεχνητή νοημοσύνη θα πρέπει να βασιστεί σε πραγματικά συγκριτικά πλεονεκτήματα κάθε χώρας και εταιρείας και όχι σε πολιτικούς συμβιβασμούς.

Η ΕΕ διαθέτει ήδη εργαλεία όπως τα Important Projects of Common European Interest (IPCEI) και το European Chips Act, τα οποία μπορούν να χρηματοδοτήσουν κοινές επενδύσεις στην παραγωγή προηγμένων ημιαγωγών.

Το μεγάλο δίλημμα της Ευρώπης

Παρά τις δυνατότητες αυτές, η μετάβαση σε ευρωπαϊκές λύσεις AI θα έχει σημαντικό κόστος, επισημαίνουν οι δύο αναλυτές του Bruegel.

Οι επιχειρήσεις που θα εγκαταλείψουν τις υποδομές της NVIDIA θα αντιμετωπίσουν χαμηλότερες επιδόσεις, υψηλότερο ενεργειακό κόστος και τεχνικές δυσκολίες προσαρμογής.

Για τον λόγο αυτό, αναλυτές θεωρούν ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση ίσως χρειαστεί να στηρίξει οικονομικά τις εταιρείες που θα επενδύσουν σε ευρωπαϊκές υποδομές τεχνητής νοημοσύνης, μέσω επιδοτήσεων, φορολογικών κινήτρων και προνομιακής πρόσβασης σε δημόσιες συμβάσεις.

Όπως συνέβη με την Airbus, μια τέτοια στρατηγική απαιτεί μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Η Airbus χρειάστηκε περίπου δύο δεκαετίες για να ανταγωνιστεί πραγματικά την Boeing.

Η Ευρώπη δεν χρειάζεται απαραίτητα να ξεπεράσει άμεσα τη NVIDIA ή την Κίνα. Ο βασικός στόχος, σύμφωνα με τους αναλυτές, είναι να αποφύγει ένα μέλλον στο οποίο οι βασικές υποδομές τεχνητής νοημοσύνης θα ελέγχονται αποκλειστικά από την Ουάσιγκτον ή το Πεκίνο, χωρίς η ίδια να έχει ουσιαστικό λόγο στους κανόνες του παιχνιδιού.