Η τεχνητή νοημοσύνη υπόσχεται να αλλάξει τον χάρτη της παγκόσμιας οικονομίας.
Ωστόσο, τα οφέλη της δεν φαίνεται ότι θα μοιραστούν ισότιμα. Αντίθετα, οι χώρες που διαθέτουν ήδη υποδομές, κεφάλαια και καταρτισμένο ανθρώπινο δυναμικό κινδυνεύουν να διευρύνουν ακόμη περισσότερο την απόστασή τους από τις αναπτυσσόμενες οικονομίες.
Με βάση τον δείκτη Ayre Index του ομώνυμου think tank, το χάσμα στις πιθανές οικονομικές ωφέλειες της AI μεταξύ των χωρών που είναι καλύτερα προετοιμασμένες και εκείνων που υστερούν, υπολογίζεται σε 360 δισ. δολαρίων. Την ίδια στιγμή, η έκθεση «OECD Digital Economy and Society Outlook 2026» διαπιστώνει ότι ακόμη και στις ανεπτυγμένες οικονομίες η τεχνολογία διαχέεται με πολύ διαφορετικούς ρυθμούς στις επιχειρήσεις και στις ηλικιακές ομάδες.
Πιο αναλυτικά, ο δείκτης εξέτασε 56 χώρες και τις συνθήκες που επηρεάζουν περίπου 732 εκατομμύρια νέους 15 έως 29 ετών, αξιοποιώντας 1.128 ερευνητικές πηγές. Μόνο 15 χώρες πληρούν το κριτήριο ετοιμότητας που ορίζει η μελέτη. Για αυτές, το μετριοπαθές οικονομικό σενάριο προβλέπει δυνητική αύξηση του συνολικού επιπέδου του ΑΕΠ κατά 389,2 δισ. δολάρια μετά από δέκα χρόνια, έναντι μόλις 29,2 δισ. για τις υπόλοιπες 41.
Η σύγκριση δεν αφορά χρήματα που έχουν ήδη κερδηθεί ούτε αθροιστικά έσοδα μιας δεκαετίας. Πρόκειται για προβολές που βασίζονται σε σενάρια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Οι ερευνητές παραδέχονται επίσης ότι το μέγεθος των οικονομιών επηρεάζει τη διαφορά. Ωστόσο, ο διαχωρισμός δείχνει ποιοι διαθέτουν σήμερα ισχυρότερη βάση για να αξιοποιήσουν την τεχνολογία.
Στην κορυφή βρίσκονται η Σιγκαπούρη, η Μάλτα, η Αυστραλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και ο Καναδάς. Τελευταίες έρχονται το Λεσότο και το Μαλάουι. Από τις 21 αφρικανικές χώρες της Κοινοπολιτείας, μόνο ο Μαυρίκιος, η Νότια Αφρική και η Νιγηρία περνούν το όριο ετοιμότητας. Το Ηνωμένο Βασίλειο εμφανίζει δυνητικό όφελος 126,1 δισ. δολαρίων, η Ινδία 79,1 δισ. και ο Καναδάς 73,1 δισ.
Οι μεγάλες επιχειρήσεις ξεφεύγουν
Η ανισότητα, όμως, δεν σταματά στα σύνορα. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, το 2025 χρησιμοποιούσε τεχνητή νοημοσύνη το 20% των επιχειρήσεων με τουλάχιστον δέκα εργαζομένους στις οικονομίες που εξετάζονται. Στις μεγάλες επιχειρήσεις, με 250 ή περισσότερους εργαζομένους, το ποσοστό έφτανε το 52%.
Μια μεγάλη εταιρεία έχει ευκολότερη πρόσβαση σε εξειδικευμένο προσωπικό, υπολογιστική ισχύ και χρηματοδότηση. Για μια μικρότερη, ακόμη και η ενσωμάτωση ενός συστήματος στην καθημερινή λειτουργία μπορεί να αποδειχθεί ακριβή και περίπλοκη.
Το χάσμα αναμένεται να επιμείνει. Ο ΟΟΣΑ προβλέπει ότι έως το 2030 η χρήση AI στις μεγάλες επιχειρήσεις θα μπορούσε να είναι σχεδόν 80% υψηλότερη από τον μέσο όρο των επιχειρήσεων, εάν δεν υπάρξει στοχευμένη στήριξη. Δεν πρόκειται μόνο για ζήτημα τεχνολογικού εκσυγχρονισμού. Όποιος υιοθετεί νωρίτερα τα εργαλεία μπορεί να αποκτήσει πλεονέκτημα στο κόστος, στην παραγωγικότητα και στην εξυπηρέτηση πελατών.
Η νέα ψηφιακή ψαλίδα μεταξύ των γενεών
Ακόμη μεγαλύτερη είναι η απόσταση μεταξύ γενεών. Το 2025, το 37% των ατόμων στις χώρες του ΟΟΣΑ χρησιμοποιούσε παραγωγική τεχνητή νοημοσύνη. Στους νέους 16-24 ετών το ποσοστό έφτανε το 68%, ενώ στους 55-74 ετών περιοριζόταν στο 14%.
Κι όμως, η χρήση του διαδικτύου στη μεγαλύτερη ηλικιακή ομάδα έχει αυξηθεί από 58% το 2015 σε 87% το 2025. Η πρόσβαση στο ίντερνετ δεν εξασφαλίζει αυτομάτως και εξοικείωση με την AI. Μεταξύ των μεγαλύτερων σε ηλικία, το 43% δηλώνει ότι δεν έχει ανάγκη την τεχνολογία, το 12% επικαλείται έλλειψη δεξιοτήτων και το 9% περιορισμένη ενημέρωση.
Αυτό ακριβώς καταγράφει ο Ayre Index σε χώρες με πολύ διαφορετικά εισοδήματα. Στο Τόγκο, το δίκτυο 4G καλύπτει σχεδόν όλο τον πληθυσμό, αλλά λιγότεροι από τους μισούς νέους χρησιμοποιούν το διαδίκτυο. Στη Νιγηρία, παρά τον μεγάλο ενθουσιασμό για τις εφαρμογές AI, η βαθμολογία στις βασικές ψηφιακές δεξιότητες είναι μόλις 0,8 στα 10. Η Νότια Αφρική περνά το όριο ετοιμότητας, την ώρα που η ανεργία των νέων στο εργατικό δυναμικό της φτάνει το 46,3%. Στην Ινδία, παρότι καταλαμβάνει την ενδέκατη θέση, το 85,8% των νέων εργαζομένων απασχολείται στην άτυπη οικονομία.
Οι δύο έρευνες καταλήγουν, από διαφορετική αφετηρία, στην ίδια πρακτική ανάγκη: φθηνότερη και αξιόπιστη πρόσβαση σε υποδομές, πραγματική εκπαίδευση στις ψηφιακές δεξιότητες και στήριξη των μικρότερων επιχειρήσεων. Ο ΟΟΣΑ προσθέτει την ανάγκη ευκολότερης χρήσης υπηρεσιών cloud και κοινών τεχνολογικών προτύπων, ενώ ο Ayre Index ζητεί εργαλεία προσαρμοσμένα στις τοπικές γλώσσες και καλύτερη σύνδεση της κατάρτισης με την απασχόληση.
Διαφορετικά, η AI ενδέχεται να επιβραβεύσει περισσότερο όσους έχουν ήδη το κεφάλαιο και τις δεξιότητες να τη χρησιμοποιήσουν. Για τους υπόλοιπους, η υπόσχεση της νέας εποχής μπορεί να παραμείνει απλώς υπόσχεση.
