Πώς θα φορολογηθούν ΑΙ και ρομπότ, ο μεγάλος γρίφος

Ανάμεσα στην επιτάχυνση της καινοτομίας και την προστασία της εργασίας και το ερώτημα ποιος θα χρηματοδοτήσει τη μετάβαση προς την αυτοματοποίηση της ζωής μας

Τεχνητή νοημοσύνη και θέσεις εργασίας © Magnific

Διχάζει η ιδέα για επιβολή φόρου στην τεχνητή νοημοσύνη (AI): άλλοι θεωρούν ότι θα αποτελέσει μοχλό χρηματοδότησης της οικονομικής μετάβασης, άλλοι φοβούνται ότι θα φρενάρει την καινοτομία. Η συζήτηση, που έχει ήδη φουντώσει στη Γερμανία και τις ΗΠΑ, επαναπροσδιορίζει τους φορολογικούς κανόνες στην εποχή της αυτοματοποίησης, επισημαίνει σε ανάλυσή της η Les Echos.

Η εν λόγω προβληματική απασχολεί ολοένα και περισσότερο τους οικονομικούς και πολιτικούς ηγέτες του δυτικού κόσμου. Με τέτοια άνοδο στη χρήση τεχνητής νοημοσύνης από την κοινωνία και τις επιχειρήσεις, θα ήταν εύλογο και χρήσιμο τελικά να τη φορολογήσουμε; Ο Γερμανός υπουργός Ψηφιακής Πολιτικής Κάρστεν Βίλντμπερκερ έριξε λάδι στη φωτιά προ ημερών, καταθέτοντας την ιδέα του σε συνέντευξη στην εφημερίδα Tagesspiegel. «Πρέπει να φορολογήσουμε τον εξαιρετικά υψηλό κύκλο εργασιών που παράγεται από αυτή την τεχνολογία, και με αυτά τα χρήματα θα μπορέσουμε να χρηματοδοτήσουμε τη μετάβαση», υποστήριξε.

Οι δηλώσεις αυτές μετριάστηκαν στη συνέχεια από τη Γερμανίδα υπουργό Οικονομίας Κατερίνα Ράιχε, η οποία υπογράμμισε ότι προτεραιότητα αποτελεί η προσέλκυση επενδύσεων για την ανάπτυξη της τεχνολογίας και όχι η φορολόγησή της. Ο δισταγμός-ελιγμός της αποτυπώνει τις παλινωδίες γύρω από το ακανθώδες ζήτημα, επισημαίνει η γαλλική εφημερίδα.

Στη Γαλλία, ο υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών Ρολάν Λεσκίρ εμφανίστηκε κατηγορηματικός. «Δεν πρέπει να φορολογήσουμε τα ρομπότ, είμαι απολύτως πεπεισμένος […]. Δεν θα αντιμετωπίσουμε τον διεθνή ανταγωνισμό φορολογώντας την τεχνητή νοημοσύνη ή την καινοτομία. Αντίθετα, πρέπει να τα στηρίξουμε δυναμικά», δήλωνε στη Γερουσία ήδη από τον Νοέμβριο του 2025. Η συζήτηση εισέρχεται σήμερα στην καρδιά των οικονομιών μας, τέσσερα χρόνια μετά τη ρηξικέλευθη άφιξη του ChatGPT, την ώρα που μεγαλώνει η ανησυχία αναφορικά με τον αντίκτυπο της AI στην αγορά εργασίας.

Ενώ εκτοξεύονται τα έσοδα των παρόχων μοντέλων, υποχωρούν οι προσλήψεις σε ορισμένους τομείς και συνεχίζεται η ρομποτοποίηση στη βιομηχανία, τίθεται το ερώτημα: ποιος θα χρηματοδοτήσει τη μετάβαση προς την αυτοματοποιημένη οικονομία; Το ερώτημα είναι ακόμη πιο καίριο σε οικονομίες όπου τα κοινωνικά επιδόματα χρηματοδοτούνται κατά κύριο λόγο από την εργασία (φόρος εισοδήματος, ασφαλιστικές εισφορές) και όπου ο πληθυσμός γηράσκει.

Η ιδέα φόρου στην AI και τα ρομπότ συζητείται εδώ και καιρό στη Silicon Valley. Οι απόψεις διίστανται, και η δυσκολία οφείλεται κυρίως στη σύλληψη των πραγματικών κερδών της τεχνητής νοημοσύνης χωρίς να επιβαρύνονται μόνο οι επιχειρήσεις που τη χρησιμοποιούν. Η φορολογική βάση και οι φορολογούμενοι-στόχος ποικίλλουν: από τη φορολόγηση του εξοπλισμού και της αυτοματοποίησης, μέχρι την εμπορική χρήση (συνδρομές, έσοδα παρόχων) και βεβαίως τα κέρδη (κεφάλαιο).

Οι ιδρυτές των μεγαλύτερων τεχνολογικών επιχειρήσεων δεν συμμερίζονται το ίδιο όραμα. Από το 2021 ο Σαμ Άλτμαν, συνιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος της OpenAI, πρότεινε τη δημιουργία εθνικού ταμείου που θα λαμβάνει κάθε χρόνο το 2,5% της αξίας των επιχειρήσεων που ξεπερνούν ένα ορισμένο όριο, το οποίο στη συνέχεια θα αναδιανέμεται στους πολίτες.

Φορολόγηση της οικονομίας των tokens

Ο Ντάριο Αμοντέι, επικεφαλής της Anthropic, τον Μάιο του 2025 μίλησε για «φόρο στα tokens» —δηλαδή στο κόστος του υπολογισμού που απαιτείται για να δώσει απάντηση ένα μοντέλο AI— ύψους 3% επί των εσόδων. Τον περασμένο Ιανουάριο υποστήριξε την προοδευτική, γενική φορολόγηση ή τη φορολόγηση των επιχειρήσεων AI ώστε να αντιμετωπιστεί η συγκέντρωση πλούτου. Οι δύο Αμερικανοί πρωταγωνιστές της τεχνητής νοημοσύνης δημοσίευσαν φέτος ο καθένας το δικό του μανιφέστο-όραμα για τη μελλοντική αγορά εργασίας και τις σχετικές πολιτικές. Πιο πρόσφατα, ο ιδρυτής της Microsoft Μπιλ Γκέιτς επιβεβαίωσε εκ νέου τη θέση του υπέρ της φορολόγησης των ρομπότ και των tokens.

Απέναντι σ’ αυτές τις προτάσεις, που συχνά καθοδηγούνται από τα συμφέροντα των τεχνολογικών κολοσσών, συζήτηση διεξάγεται και μεταξύ των οικονομολόγων, αλλά και πάλι χωρίς να έχει βγει πόρισμα. Το 2022, ο Αρνό Καστινό και ο Ιβάν Ουέρνινγκ από το MIT εξηγούσαν ότι η επιβολή φόρου μεταξύ 1% και 3,7% επί της αξίας των ρομπότ θα μετριάσει τις μισθολογικές ανισότητες που προκαλούνται από την αυτοματοποίηση της εργασίας.

Το 2026, ο Άντον Κόρινεκ και ο Λι Λόκγουντ, από το αμερικανικό ινστιτούτο Brookings, έθεσαν στο επίκεντρο τη μετατόπιση της φορολογίας προς την τελική κατανάλωση, δηλαδή τα tokens, προκειμένου να αποφευχθεί η συσσώρευση φόρων, αλλά αποθάρρυναν την επιβάρυνση του εξοπλισμού και του κεφαλαίου.

Ο νομπελίστας Νταρόν Ατζέμογλου, μαζί με τον Aντρέα Μανέρα και τον Πασκουάλ Ρεστρέπο, υποστηρίζει επίσης τη διόρθωση των φορολογικών πλεονεκτημάτων που ευνοούν την αυτοματοποίηση εις βάρος της απασχόλησης. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, από την πλευρά του, εμφανίζεται επιφυλακτικό: απορρίπτει την επιβολή ειδικού φόρου στην AI και τα ρομπότ και προκρίνει την καλύτερη φορολόγηση των εισοδημάτων από κεφάλαιο, με παράλληλη ενίσχυση της προστασίας των εργαζομένων.

Το πολύπλοκο ιστορικό προηγούμενο

Από τη θεωρητική μοντελοποίηση μέχρι την πρακτική εφαρμογή, το εγχείρημα θυμίζει έντονα ένα προηγούμενο σύνθετο ζήτημα: τη φορολόγηση των ψηφιακών κολοσσών. Ο φόρος στις ψηφιακές υπηρεσίες όπως εφαρμόζεται στη Γαλλία —ύψους 3% επί των εισπράξεων που πραγματοποιούνται στη χώρα— δεν αποτελεί κατ’ ανάγκη φόρο στην AI. Όμως, παραμένουν πολλές δυσκολίες: ο εντοπισμός των κερδών, η δυνατότητα πολιτικής συμφωνίας (σε ευρωπαϊκό επίπεδο, κυρίως) και ο προσδιορισμός του τελικού πληρωτή. Κι έπειτα προκύπτει ζήτημα αναδιανομής των εισπράξεων.

Τα κράτη επί του παρόντος κινούνται σε μια λεπτή γραμμή ισορροπίας: ανάμεσα στη βούληση να επιταχύνουν την καινοτομία και να προσελκύσουν κεφάλαια, και τις αυξανόμενες ανησυχίες για διαταραχές στην αγορά εργασίας. Χρειάστηκαν περισσότερα από είκοσι χρόνια για να επιβληθεί φόρος στους ψηφιακούς γίγαντες, καταλήγει η Les Echos. Εν αναμονή εκείνου για την τεχνητή νοημοσύνη, πληρώνουν τον λογαριασμό οι επιχειρήσεις-χρήστες, και μάλιστα όλο και πιο φουσκωμένο.