Μια θέση στην παγκόσμια βιομηχανία των chips, από την οποία εξαρτώνται πλέον τα πάντα, από την τεχνητή νοημοσύνη και τα data centers μέχρι τα οπλικά συστήματα και την αυτοκινητοβιομηχανία, επιχειρεί να διεκδικήσει η Ελλάδα. Η επιλογή της χώρας είναι να μην επενδύσει στην κατασκευή πανάκριβων εργοστασίων μαζικής παραγωγής ημιαγωγών, αλλά να αξιοποιήσει όσα ήδη διαθέτει: εξειδικευμένους μηχανικούς, ερευνητική τεχνογνωσία και ένα μικρό, πλην εξωστρεφές, οικοσύστημα επιχειρήσεων που σχεδιάζουν μικροκυκλώματα για τη διεθνή αγορά.
Το στοίχημα είναι αν αυτή η βάση μπορεί να εξελιχθεί σε έναν ανταγωνιστικό τεχνολογικό κλάδο, με επενδύσεις, εξαγωγές και θέσεις εργασίας υψηλής εξειδίκευσης, ή αν η Ελλάδα θα παραμείνει ένας περιφερειακός προμηθευτής τεχνογνωσίας στη διεθνή αλυσίδα αξίας. Απάντηση σε αυτή την πρόκληση επιχειρεί να δώσει η Εθνική Στρατηγική για τους Ημιαγωγούς και τη Μικροηλεκτρονική 2026-2030, την οποία το υπουργείο Ανάπτυξης έθεσε σε δημόσια διαβούλευση.
Το 64σέλιδο σχέδιο περιγράφει τις δυνατότητες, αλλά και τις αδυναμίες που πρέπει να αντιμετωπιστούν προκειμένου η Ελλάδα να αποκτήσει ουσιαστικό ρόλο στην ευρωπαϊκή βιομηχανία των chips. Η αφετηρία δεν είναι αμελητέα, αλλά ούτε και εντυπωσιακή με διεθνή κριτήρια. Σύμφωνα με τα στοιχεία που αποτυπώνονται στη στρατηγική, 35 επιχειρήσεις δραστηριοποιούνται ειδικότερα στον τομέα των ημιαγωγών και των μικροκυκλωμάτων, απασχολώντας περίπου 1.200 εξειδικευμένους εργαζομένους. Το ευρύτερο οικοσύστημα της Ελληνικής Ένωσης Αναδυόμενων Τεχνολογιών (HETiA) περιλαμβάνει 76 επιχειρήσεις, με περίπου 4.600 εργαζομένους. Η οικονομική δυναμική του κλάδου έχει ήδη αρχίσει να αποτυπώνεται στα μεγέθη του. Σύμφωνα με στοιχεία μελέτης του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, τα έσοδα του ευρύτερου ελληνικού οικοσυστήματος μικροηλεκτρονικής ξεπερνούσαν το 1 δισ. ευρώ, ενώ η συνεισφορά του στην οικονομία είχε αυξηθεί από 338 εκατ. ευρώ το 2020 σε περισσότερα από 800 εκατ. ευρώ το 2025.
Η ελληνική εξειδίκευση
Η Ελλάδα δεν επιχειρεί να ανταγωνιστεί χώρες με ισχυρή βιομηχανική παράδοση στην κατασκευή ημιαγωγών και με εργοστάσια που απαιτούν επενδύσεις πολλών δισεκατομμυρίων. Η δημιουργία προηγμένων μονάδων παραγωγής προϋποθέτει τεράστια κεφάλαια, υψηλή κατανάλωση ενέργειας και νερού, εξειδικευμένες υποδομές και ώριμες αλυσίδες προμηθευτών.
Αντίθετα, το ελληνικό σχέδιο εστιάζει στον σχεδιασμό ολοκληρωμένων κυκλωμάτων, στην ανάπτυξη πνευματικής ιδιοκτησίας, στις τεχνολογίες φωτονικής, στους αισθητήρες και στα προηγμένα ηλεκτρονικά συστήματα. Πρόκειται για δραστηριότητες υψηλής έντασης γνώσης, στις οποίες η αξία δεν προκύπτει αποκλειστικά από τη βιομηχανική παραγωγή, αλλά από την ανάπτυξη εξειδικευμένων τεχνολογικών λύσεων.
Σύμφωνα με τη μελέτη του ΕΜΠ και της HETiA, στην οποία βασίζεται η εθνική στρατηγική, οι ελληνικές επιχειρήσεις έχουν ήδη παρουσία σε δραστηριότητες όπως ο σχεδιασμός ολοκληρωμένων κυκλωμάτων, οι υπηρεσίες IC design, τα ενσωματωμένα συστήματα και τα εργαλεία ηλεκτρονικού σχεδιασμού. Σημαντικό μέρος των εσόδων προέρχεται από το εξωτερικό, στοιχείο που αναδεικνύει τον διεθνή προσανατολισμό του οικοσυστήματος.
Σε αυτή την εξειδίκευση στηρίζεται και το ενδιαφέρον μεγάλων διεθνών τεχνολογικών εταιρειών για την Ελλάδα. Η NVIDIA, για παράδειγμα, έχει αποκτήσει θυγατρική στη χώρα, ενώ η Qualcomm έχει προχωρήσει στη συγκρότηση ομάδας έρευνας και ανάπτυξης. Η παρουσία τους αποτελεί ένδειξη της αξίας του εγχώριου ανθρώπινου δυναμικού, χωρίς ωστόσο να σημαίνει ότι η Ελλάδα έχει ήδη προσελκύσει μεγάλης κλίμακας παραγωγικές επενδύσεις στον τομέα των ημιαγωγών.
Από το design στο packaging: Το επόμενο στοίχημα
Πέρα από τον σχεδιασμό μικροκυκλωμάτων, η Ελλάδα επιχειρεί να διεκδικήσει ρόλο και σε ένα άλλο τμήμα της παραγωγικής αλυσίδας: τη δοκιμή, την πιστοποίηση και την προηγμένη συσκευασία ημιαγωγών, γνωστή ως advanced packaging. Πρόκειται για διαδικασίες που ακολουθούν την κατασκευή των μικροκυκλωμάτων και είναι κρίσιμες για την ενσωμάτωσή τους σε λειτουργικά ηλεκτρονικά συστήματα.
Ιδιαίτερα το προηγμένο packaging αποκτά αυξανόμενη σημασία, καθώς η βελτίωση της απόδοσης των chips δεν εξαρτάται πλέον μόνο από τη σμίκρυνση των τρανζίστορ, αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο διαφορετικά κυκλώματα συνδυάζονται σε ένα ενιαίο σύστημα. Το ενδιαφέρον βρίσκεται στο ότι τέτοιες δραστηριότητες μπορούν, ανάλογα με την τεχνολογία και την κλίμακα, να απαιτούν μικρότερες επενδύσεις από ένα προηγμένο εργοστάσιο κατασκευής ημιαγωγών. Η νέα εθνική στρατηγική επιχειρεί πλέον να μεταφέρει αυτή τη συζήτηση σε επίπεδο συγκεκριμένων παρεμβάσεων. Προβλέπει τη διερεύνηση επενδύσεων στο packaging, την ανάπτυξη υποδομών δοκιμών και πιστοποίησης και τη διευκόλυνση της πρόσβασης των ελληνικών επιχειρήσεων σε ευρωπαϊκές πιλοτικές γραμμές παραγωγής.
Ο επενδυτικός χάρτης και το γάλλιο
Το εθνικό σχέδιο προβλέπει τη διαμόρφωση εθνικής επενδυτικής πρότασης για δραστηριότητες που σχετίζονται με τους ημιαγωγούς, καθώς και τη χαρτογράφηση τοποθεσιών κατάλληλων για την υποδοχή σχετικών επενδύσεων. Η επιλογή περιοχών δεν είναι απλή υπόθεση. Ακόμη και οι λιγότερο κεφαλαιοβόρες δραστηριότητες απαιτούν αξιόπιστες ενεργειακές και ψηφιακές υποδομές, πρόσβαση σε εξειδικευμένο προσωπικό, σύνδεση με ερευνητικά κέντρα και δυνατότητα υποστήριξης διεθνών αλυσίδων εφοδιασμού.
Στις προτεραιότητες περιλαμβάνεται επίσης η ενίσχυση της συμμετοχής ελληνικών επιχειρήσεων σε ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες, ώστε να αποκτήσουν πρόσβαση σε τεχνολογίες, υποδομές και συνεργασίες που δύσκολα θα μπορούσαν να αναπτύξουν αυτόνομα. Μια επιπλέον διάσταση αφορά τις κρίσιμες πρώτες ύλες και ειδικότερα το γάλλιο, το οποίο χρησιμοποιείται σε συγκεκριμένες τεχνολογίες ημιαγωγών. Η στρατηγική προβλέπει τη διερεύνηση των δυνατοτήτων ανάκτησης και επεξεργασίας του υλικού στην Ελλάδα, υπό την προϋπόθεση ότι θα τεκμηριωθεί η τεχνική και οικονομική βιωσιμότητα.
Τα μεγάλα κενά
Παρά τις προοπτικές, το ίδιο το κυβερνητικό σχέδιο αναγνωρίζει σημαντικές αδυναμίες που περιορίζουν τις δυνατότητες ταχείας ανάπτυξης του κλάδου. Η Ελλάδα δεν διαθέτει μεγάλης κλίμακας μονάδες παραγωγής ημιαγωγών ούτε ώριμες υποδομές προηγμένης συσκευασίας. Παράλληλα, παραμένει ανεπαρκώς οργανωμένη η διαδικασία μετατροπής της ερευνητικής γνώσης σε εμπορικά αξιοποιήσιμα προϊόντα.
Ιδιαίτερα σημαντικό εμπόδιο αποτελεί η χρηματοδότηση. Οι επενδύσεις στη μικροηλεκτρονική και στις τεχνολογίες hardware χαρακτηρίζονται από υψηλό τεχνικό ρίσκο, μεγάλους χρόνους ανάπτυξης και αυξημένες κεφαλαιακές ανάγκες. Τα χαρακτηριστικά αυτά δυσχεραίνουν την προσέλκυση ιδιωτικών κεφαλαίων, ιδιαίτερα στα πρώτα στάδια ανάπτυξης μιας τεχνολογίας. Το σχέδιο αναγνωρίζει την ανάγκη σταθερής εθνικής συγχρηματοδότησης, ώστε οι ελληνικές επιχειρήσεις να μπορούν να αξιοποιούν αποτελεσματικά τα ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία. Ωστόσο, κρίσιμες παράμετροι, όπως το ύψος των εθνικών πόρων, τα ειδικά επενδυτικά κίνητρα και οι μηχανισμοί χρηματοδότησης, παραμένουν προς εξειδίκευση.
Ελληνικό Κέντρο Ικανοτήτων Ημιαγωγών
Για την υλοποίηση της στρατηγικής προβλέπεται η δημιουργία Εθνικού Συμβουλίου Ημιαγωγών και Μικροηλεκτρονικής και του Hellenic Chips Office, που θα αναλάβει τον επιχειρησιακό συντονισμό των δράσεων. Κεντρικό ρόλο αποκτά επίσης το Ελληνικό Κέντρο Ικανοτήτων Ημιαγωγών, το οποίο σχεδιάζεται να λειτουργήσει ως σύνδεσμος του εγχώριου οικοσυστήματος με ευρωπαϊκές πλατφόρμες σχεδιασμού, τεχνικές υποδομές και χρηματοδοτικά προγράμματα.
Παράλληλα, προβλέπεται η ανάπτυξη Ελληνικής Ακαδημίας Μικροηλεκτρονικής και Μικροσυστημάτων, με στόχο την εκπαίδευση εξειδικευμένου προσωπικού και την προσέλκυση επιστημόνων από το εξωτερικό. Η πρώτη αξιολόγηση της στρατηγικής προβλέπεται εντός δώδεκα μηνών από την έγκρισή της, ενώ θα ακολουθούν ετήσιες εκθέσεις προόδου.
