Για ένα κίνημα που θεμελιώνει την ύπαρξή του στην ιστορική αναγκαιότητα, ο κομμουνισμός αργεί υπερβολικά να θριαμβεύσει στην Ευρώπη. Έχουν περάσει σχεδόν δύο αιώνες από τότε που ο Μαρξ και ο Ένγκελς ανακήρυξαν τη μπουρζουαζία καταδικασμένη. Με κάποιο τρόπο, οι καπιταλιστές κατάφεραν όχι μόνο να διατηρήσουν τον έλεγχο στα κομβικά σημεία της οικονομίας, αλλά και να τον ανακτήσουν σε κομμάτια της Κεντρικής Ευρώπης που είχαν κάποτε περιέλθει υπό τον σοβιετικό ζυγό. Η έλλειψη επαναστατικής ορμής δεν οφείλεται σε αδυναμία ζήλου εκ μέρους των αληθινά πιστών της λαϊκίστικης Αριστεράς. Είκοσι κόμματα προσηλωμένα στην ιδεολογία της ταξικής πάλης, σε όλη την Ευρώπη, έχουν κρατηθεί απασχολημένα στήνοντας οδοφράγματα, καλώντας σε απεργίες και οργανώνοντας σεμινάρια για την αληθινή φύση της αποικιοκρατικής πατριαρχίας. Παρ’ όλες τις προσπάθειές τους, η δικτατορία του προλεταριάτου παραμένει εξίσου μακρινή όσο ανέκαθεν. Αν κάποιο φάντασμα στοιχειώνει σήμερα την Ευρώπη, είναι εκείνο των λαϊκιστών στο άλλο άκρο του πολιτικού φάσματος, των αντιφιλελεύθερων της Δεξιάς, οι οποίοι φαίνεται να σημειώνουν πιο απτή πρόοδο στην ανατροπή της καθεστηκυίας τάξης.
Κι όμως, αν οι καταπιεσμένοι δεν έχουν ακόμη καταλάβει τίποτα περισσότερο από καμιά αίθουσα επιτροπής, η πολιτική φατρία στα αριστερά της Αριστεράς περνάει μια στιγμή δόξας. Στις 20 Σεπτεμβρίου, σύντροφοι σε όλη την Ευρώπη πανηγύρισαν όταν η Elif Eralp, του Die Linke, του γερμανικού κόμματος των κοκκινοσημαιοφόρων, ήρθε πρώτη στις περιφερειακές εκλογές του Βερολίνου. Βέβαια, η κυρία Eralp, της οποίας οι γονείς μετανάστευσαν στη Γερμανία από την Τουρκία, πρότεινε απλώς να τα βάλει με τους ιδιώτες ιδιοκτήτες ακινήτων και να μετατρέψει την πρωτεύουσα σε μια «πόλη αλληλεγγύης», αντί να απαλλοτριώσει τα μέσα παραγωγής — αλλά και πάλι… Στη Σουηδία, το Αριστερό Κόμμα (κάποτε γνωστό ως «κομμουνιστικό», εγκατέλειψε την ονομασία το 1990) τα πήγε αρκετά καλά στις εθνικές εκλογές αυτόν τον μήνα, ώστε η κεντροαριστερά θα το χρειαστεί για να εξασφαλίσει κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Στις συνόδους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι μελλοντικοί υπουργοί αυτών των κομμάτων ενδέχεται να συναντήσουν ομοϊδεάτες από την Ισπανία, όπου η λαϊκίστικη Αριστερά βρίσκεται επίσης στην κυβέρνηση. Μπορεί να μην είναι η Ελλάδα στα τέλη της δεκαετίας του 2010, όταν ο ΣΥΡΙΖΑ κυβερνούσε τη χώρα (οδηγώντας την στα τάρταρα), αλλά σε πολλά μέρη οι «κόκκινοι» τα πάνε μια χαρά.
Η λαϊκίστικη Δεξιά διαθέτει αρκετή πολιτική ισχύ ώστε να τρομάζει τους κεντρώους, οι οποίοι αναρωτιούνται τι θα μπορούσε να συμβεί αν περισσότεροι εκπρόσωποί της έρθουν στην εξουσία. Αντιθέτως, οι αριστεροί ομόλογοί τους διαθέτουν συνήθως την εκλογική απειλητικότητα μιας επαναστατικής αφίσας που ξεφλουδίζει από τον τοίχο κάποιου φοιτητικού συλλόγου. Η Ομάδα της Αριστεράς στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ένας χονδρικός δείκτης της επιρροής της Αριστεράς στην ΕΕ, αριθμεί 46 ευρωβουλευτές σε σύνολο 720—πίσω από τρεις κεντρώες παρατάξεις, τους οικολόγους και τη λαϊκίστικη Δεξιά. Ωστόσο, η μέτρια εκλογική επιτυχία του κινήματος υποβαθμίζει την πραγματική του επιρροή. Πέρα από το ότι αποτελεί δυνητικό εταίρο σε κυβερνητικούς συνασπισμούς, μπορεί επίσης να διαδραματίσει ρόλο «χαλαστή». Στη Γαλλία, για παράδειγμα, ο Jean-Luc Mélenchon, ο ευέξαπτος ηγέτης της Ανυπότακτης Γαλλίας που βρίσκεται πλέον στην τέταρτη του υποψηφιότητά του για πρόεδρος, δεν έχει καμία πιθανότητα να κερδίσει τις εκλογές τον Απρίλιο. Οι δημοσκοπήσεις, όμως, δείχνουν ότι θα μπορούσε να καταλάβει τη δεύτερη θέση στον πρώτο γύρο. Ένα τέτοιο αποτέλεσμα θα ήταν θεόσταλτο για τη Marine Le Pen, την ακροδεξιά πολιτικό που προηγείται με μεγάλη διαφορά στις δημοσκοπήσεις. Η ίδια αντιμετωπίζει δύσκολο δεύτερο γύρο απέναντι σε οποιονδήποτε κεντρώο υποψήφιο, θα νικούσε όμως άνετα τον κ. Mélenchon. Θα μπορούσε, πράγματι, να αλλάξει τη Γαλλία—φέρνοντας στην εξουσία τη λαϊκίστικη Δεξιά.
Παρότι η πλειονότητα των ψηφοφόρων εξακολουθεί να τάσσεται υπέρ των φιλοκαπιταλιστικών σχηματισμών, τα κόμματα της λαϊκίστικης Αριστεράς αισθάνονται ότι έχουν τον επαναστατικό άνεμο στα πανιά τους. Σε πολλές χώρες έχουν εκμεταλλευτεί την οργή για τη Γάζα. Οι συνάξεις των σκληροπυρηνικών αριστερών εμφανίζουν πλέον περισσότερες παλαιστινιακές σημαίες παρά σφυροδρέπανα (η επακόλουθη επίθεση κατά του Ισραήλ ενίοτε αφήνει μια οσμή αντισημιτισμού). Ο ίδιος πολιτικός κατακερματισμός που έχει βοηθήσει τύπους σαν την κυρία Le Pen έχει παίξει επίσης προς όφελος της Αριστεράς: οι εποχές που τα μεγάλα λαϊκά κόμματα μπορούσαν να ενώσουν ευρέα τμήματα του εκλογικού σώματος κάτω από μια ενιαία στέγη πέρασαν προ πολλού. Η άνοδος της λαϊκίστικης Δεξιάς—ή «κληρονόμων του ναζισμού», όπως τη χαρακτηρίζουν οι εχθροί της στην Αριστερά, οι οποίοι οι ίδιοι είναι συχνά κληρονόμοι του σταλινισμού—έχει δώσει στους ευρω-τανκί (Euro-tankies)1 κάτι εναντίον του οποίου να κινητοποιηθούν. Οι ανησυχίες για το κόστος ζωής βρίσκονται στην κορυφή των προτεραιοτήτων των Ευρωπαίων, και κόμματα που προτείνουν ελέγχους ενοικίων, προϋπολογισμούς που ανατρέπουν τη λιτότητα και μια ρητορική λαιμητόμο για τους δισεκατομμυριούχους βρίσκουν απήχηση σε ψηφοφόρους που νιώθουν το βάρος στην τσέπη τους. Η πραγματική λαιμητόμος μπορεί να περιμένει.
Δυστυχώς, σε πολλά άλλα ζητήματα διαφωνούν. Παρά τις διεθνιστικές τους φιλοδοξίες, τα κόμματα της λαϊκίστικης Αριστεράς δυσκολεύονται να συνενωθούν σε κάτι μεγαλύτερο από το άθροισμα των επιμέρους συστατικών τους. Εν μέρει αυτό οφείλεται σε ιστορικούς λόγους: κόμματα που στα μάτια των έξω φαντάζουν σαν μια αδιαφοροποίητη μάζα κομμουνισμού είναι συχνά ένας βυζαντινός λαβύρινθος ανταγωνισμών, όπου οι λενινομαρξιστές αντιπαρατίθενται με τους μαοϊκούς και οι τροτσκιστές με τους μετακομμουνιστές. (Οι τελευταίες γαλλικές προεδρικές εκλογές, το 2022, περιελάμβαναν τέσσερις τέτοιες φατρίες). Στα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου, πολλά κομμουνιστικά κόμματα απλώς αντέγραφαν τις οδηγίες της Μόσχας, δίνοντας στο δόγμα τους μια κάποια συνοχή. Σήμερα, όχι και τόσο. Τα κόμματα της λαϊκίστικης Αριστεράς σε όλη την Ευρώπη «μοιράζονται ορισμένες βασικές αξίες, αλλά τις ερμηνεύουν διαφορετικά», λέει ο Luke March του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου. Ορισμένα εξακολουθούν να επαινούν τη Ρωσία—οι παλιές συνήθειες δύσκολα πεθαίνουν—ενώ άλλα έχουν προχωρήσει παρακάτω. Είναι η ΕΕ μια νεοφιλελεύθερη λέσχη που καταπιέζει τους εργαζομένους, ή ο μοναδικός τρόπος για το λούμπεν προλεταριάτο να απαλλαγεί από την εξάρτηση από την ιμπεριαλιστική Αμερική; Αν ρωτήσετε δύο αριστερούς θα πάρετε τρεις απαντήσεις.
Κι όμως, τα φαντάσματα δύσκολα πεθαίνουν. Αυτό που θα μπορούσε δικαιολογημένα να στοιχειώνει τους πλούσιους είναι η ιδέα ότι ο χρόνος παίζει υπέρ της λαϊκίστικης Αριστεράς. Η επιτυχία της μεταξύ των νέων στη Γερμανία και τη Γαλλία είναι εντυπωσιακή. Στο Βερολίνο, η κυρία Eralp κέρδισε περίπου το 45% των ψηφοφόρων κάτω των 35 ετών, ποσοστό πάνω από τριπλάσιο από την επόμενη πολιτική παράταξη. Στη Γαλλία η λαϊκίστικη Αριστερά προηγείται ακόμα περισσότερο, με τις δημοσκοπήσεις να την φέρνουν κοντά στο 50% μεταξύ των κάτω των 24 ετών. Ενώ η λαϊκίστικη Δεξιά τα πηγαίνει καλά στις αγροτικές περιοχές, οι αντίπαλοί της στην Αριστερά φαίνεται να έχουν κερδίσει το αστικό κοινό. Η Ανυπότακτη Γαλλία είναι η προτιμώμενη επιλογή πολλών φοιτητών σε διάσημα πανεπιστήμια, δηλαδή της αυριανής ελίτ. Με τον καιρό, ορισμένοι από τους νεαρούς θα αλλάξουν και θα γίνουν κεντρώοι. Η πληρωμή φόρων έχει αυτή την επίδραση. Αν δεν το κάνουν, ο Μαρξ μπορεί τελικά να έχει —αν όχι τον τελευταίο λόγο, τουλάχιστον μια μικρή αφορμή για χαμόγελο.
© 2026 The Economist Newspaper Limited. All rights reserved. Άρθρο από τον Economist, το οποίο μεταφράστηκε και δημοσιεύθηκε με επίσημη άδεια από το www.powergame.gr. Το πρωτότυπο άρθρο, στα αγγλικά, βρίσκεται στο www.economist.com

