Οι ευρωπαϊκές επενδυτικές τράπεζες ενισχύουν τη θέση τους απέναντι στους αμερικανικούς ανταγωνιστές, καθώς Deutsche Bank και UBS ανακοίνωσαν ισχυρά αποτελέσματα δεύτερου τριμήνου. Η αύξηση των εσόδων από συναλλαγές (trading) στα χρηματιστήρια και οι νέες επαναγορές μετοχών βελτιώνουν τις προοπτικές του κλάδου.
Οι αναλυτές στις αγορές υποδέχθηκαν θετικά τα αποτελέσματα της Deutsche Bank και της UBS, καθώς και οι δύο τράπεζες ξεπέρασαν τις συγκλίνουσες εκτιμήσεις. Η UBS ανακοίνωσε καθαρά κέρδη υψηλότερα των προβλέψεων, ενώ παράλληλα εγκαινίασε νέο πρόγραμμα επαναγοράς ιδίων μετοχών ύψους 3 δισ. δολ., το οποίο θα βρίσκεται σε ισχύ έως τα μέσα του 2027.
Ο διευθύνων σύμβουλος της ελβετικής επενδυτικής τράπεζας, Σέρτζιο Ερμότι, δήλωσε στο Bloomberg ότι η ενσωμάτωση της Credit Suisse, μετά την ιστορική εξαγορά της, βρίσκεται πλέον σχεδόν στην ολοκλήρωσή της.
Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, η UBS βρίσκεται «σχεδόν στο τέλος της διαδρομής», σηματοδοτώντας την ολοκλήρωση μιας από τις σημαντικότερες αναδιαρθρώσεις στην ευρωπαϊκή τραπεζική αγορά.

Ο διευθύνων σύμβουλος της UBS Σέρτζιο Ερμότι © EPA/LAURENT GILLIERON
Ευρωπαϊκές τράπεζες: Iσχυρές επιδόσεις στην κούρσα με τις ΗΠΑ
Ισχυρή ήταν και η εικόνα της Deutsche Bank, η οποία κατέγραψε έσοδα-ρεκόρ στο δεύτερο τρίμηνο από τις συναλλαγές σταθερού εισοδήματος. Τα έσοδα της συγκεκριμένης δραστηριότητας αυξήθηκαν κατά 16%, στα 2,6 δισ. ευρώ, υπερβαίνοντας τις προβλέψεις των αναλυτών και ξεπερνώντας τις επιδόσεις των περισσότερων αμερικανικών ανταγωνιστών.
Η επίδοση αυτή συνέβαλε στην επίτευξη κερδών 1,9 δισ. ευρώ για το τρίμηνο. Παράλληλα, η γερμανική τράπεζα ανακοίνωσε νέο πρόγραμμα επαναγοράς μετοχών ύψους 500 εκατ. ευρώ και επιβεβαίωσε τις προβλέψεις της για τα έσοδα στο σύνολο του έτους.
Ο οικονομικός διευθυντής της Deutsche Bank, Ράτζα Άκραμ, εμφανίστηκε αισιόδοξος για τη συνέχεια, σημειώνοντας ότι η δραστηριότητα ξεκίνησε «εποικοδομητικά» το τρίτο τρίμηνο και ότι το ανεκτέλεστο υπόλοιπο εργασιών παραμένει υψηλό, τόσο στις συναλλαγές όσο και στις συμβουλευτικές υπηρεσίες για συμφωνίες. Εκτίμησε, μάλιστα, ότι το δεύτερο εξάμηνο θα μπορούσε να αποδειχθεί εξίσου ισχυρό με το πρώτο.
Οι τράπεζες και η νέα εποχή των συντάξεων στα χρηματιστήρια
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδει η Deutsche Bank και στα σχέδια της γερμανικής κυβέρνησης να διοχετεύσει σημαντικό μέρος των αποταμιεύσεων για συντάξεις στις κεφαλαιαγορές.
Ο Άκραμ χαρακτήρισε την πρωτοβουλία «μεγάλη αλλαγή», τόσο για τους Γερμανούς πολίτες όσο και για τις τράπεζες, εκτιμώντας ότι μπορεί να δημιουργήσει νέες ευκαιρίες για τον κλάδο και να οδηγήσει ακόμη και σε υπέρβαση των στόχων που έχουν τεθεί για το 2028.
Τα αποτελέσματα προσφέρουν σημαντική στήριξη στις ευρωπαϊκές τράπεζες, ιδιαίτερα μετά τις εντυπωσιακές επιδόσεις των αμερικανικών ομίλων την προηγούμενη εβδομάδα.
Ωστόσο, η Wall Street εξακολουθεί να αποτελεί ισχυρό σημείο αναφοράς, ανεβάζοντας τον πήχη για τις ευρωπαϊκές επενδυτικές τράπεζες. Παράλληλα, οι υψηλές επιδόσεις στις συναλλαγές στα χρηματιστήρια (trading) δεν έχουν σε όλες τις περιπτώσεις μεταφραστεί σε αντίστοιχη άνοδο των τραπεζικών μετοχών.

Κρίστιαν Ζέβινγκ, Διεθύνων Σύμβουλος της Deutsche Bank © EPA/ARMANDO BABANI
Οι ευρωπαϊκές τράπεζες κυνηγούν τη Wall Street στα trading desks
Πάντως, αναλυτές σχολιάζουν πως η εκρηκτική αύξηση των εσόδων από συναλλαγές δεν αρκεί πλέον για να εντυπωσιάσει τις αγορές, καθώς οι αμερικανικοί όμιλοι καταρρίπτουν το ένα ρεκόρ μετά το άλλο.
Οι ισχυρές επιδόσεις στις αγορές μετοχών και ο ανταγωνισμός στο prime brokerage διαμορφώνουν το νέο πεδίο μάχης για τον ευρωπαϊκό τραπεζικό κλάδο.
Για τις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές τράπεζες, η αύξηση των εσόδων με διψήφιο ρυθμό δεν αποτελεί πλέον επαρκή εγγύηση για την επιβράβευση από τις αγορές. Η σύγκριση με τη Wall Street γίνεται αυστηρότερη.
Η Barclays βρέθηκε αντιμέτωπη με αυτή τη νέα πραγματικότητα, παρά τα καλύτερα των αναμενόμενων έσοδα από την επενδυτική τραπεζική. Τα έσοδα από τη διαπραγμάτευση μετοχών αυξήθηκαν κατά 45%, όμως η επίδοση δεν ήταν αρκετή για να ενθουσιάσει τους επενδυτές, καθώς άλλες δραστηριότητες εμφάνισαν μικρότερες αποκλίσεις από τις προβλέψεις.

Ο Διευθύνων Σύμβουλος της JPMorgan, Τζέιμι Ντάιμον © EPA/MICHEL EULER / POOL
Την ίδια στιγμή, οι αμερικανικές τράπεζες JPMorgan και Goldman Sachs ανακοίνωσαν τρίμηνο-ρεκόρ, επωφελούμενες από τη μεταβλητότητα στις αγορές. Η παρατεταμένη σύγκρουση ΗΠΑ-Ιράν και το ράλι των μετοχών που συνδέονται με την τεχνητή νοημοσύνη ανάγκασαν τους πελάτες να αναπροσαρμόζουν διαρκώς τα χαρτοφυλάκιά τους. Στη Goldman Sachs, τα καθαρά έσοδα από τη διαπραγμάτευση μετοχών εκτοξεύθηκαν 72%, στα 7,42 δισ. δολάρια.
Η Deutsche Bank κατάφερε να ξεχωρίσει, με τα έσοδα από τις συναλλαγές σταθερού εισοδήματος,. Η γαλλική BNP Paribas είδε τα έσοδα από τις μετοχικές συναλλαγές να αυξάνονται 43%, στα 1,4 δισ. ευρώ, όμως η μετοχή της πιέστηκε καθώς η τράπεζα προχώρησε σε υψηλότερες προβλέψεις για πιθανές επισφάλειες.
Για την Barclays στη Βρετανία, αναλυτές υποστήριξαν ότι οι επιδόσεις της επενδυτικής τραπεζικής, παρότι ξεπέρασαν τις μέσες εκτιμήσεις, παρέμειναν χαμηλότερες από εκείνες των αμερικανικών ομίλων. Έτσι, η αγορά φαίνεται να απαιτεί πλέον πολύ περισσότερα από μια απλή υπέρβαση των προβλέψεων.
Η μάχη μεταφέρεται στο brokerage
Ο ανταγωνισμός επεκτείνεται και στο prime brokerage, μέσω του οποίου οι τράπεζες παρέχουν χρηματοδότηση σε hedge funds για τις συναλλαγές τους. Η UBS κατέγραψε αύξηση 40% στα έσοδα της μονάδας χρηματοδότησης, ενώ η Barclays απέδωσε μέρος της ανόδου στα έσοδα από μετοχές στην ενίσχυση του prime financing.
Ωστόσο, και εδώ η Wall Street διατηρεί σημαντικό πλεονέκτημα. Η Goldman Sachs ενίσχυσε τα έσοδά της από μετοχές και μέσω του prime financing, ενώ τα υπόλοιπα υπό διαχείριση της Citigroup στο prime brokerage αυξήθηκαν 60% σε ετήσια βάση.
Η αμερικανική τράπεζα σχεδιάζει, μάλιστα, να αυξήσει το προσωπικό της μονάδας prime brokerage στην Ασία-Ειρηνικό κατά περίπου 10% το 2026, με στόχο τα συνολικά υπόλοιπα να ξεπεράσουν τα 700 δισ. δολάρια έως το 2028.
Οι ευρωπαϊκές τράπεζες ενισχύουν την παρουσία τους στις συναλλαγές μετοχών και στη χρηματοδότηση hedge funds, κυνηγώντας τις υψηλές αποδόσεις της Wall Street. Όμως, η συγκέντρωση κινδύνων και η εκτεταμένη μόχλευση δημιουργούν ανησυχίες για το τι θα συμβεί όταν η αγορά γυρίσει.

Τα hedge funds οδήγησαν στην άνθηση των εσόδων από trading στα χρηματιστήρια για τις μεγάλες τράπεζες (Αύξηση εσόδων από τις χρηματιστηριακές αγορές το δεύτερο τρίμηνο, σε ετήσια βάση) ©Bloomberg
Τράπεζες: Η Ευρώπη μπαίνει στο πάρτι των hedge funds, αλλά αυξάνει το ρίσκο
Οι Barclays και UBS αύξησαν τα έσοδά τους από τη διαπραγμάτευση μετοχών κατά 46% και 53% αντίστοιχα σε δολαριακούς όρους το δεύτερο τρίμηνο, ενώ η BNP Paribas κατέγραψε άνοδο 47%. Παρά την ισχυρή ανάπτυξη, οι επιδόσεις παραμένουν χαμηλότερες από την αύξηση άνω του 70% που σημείωσαν οι μεγαλύτεροι αμερικανικοί όμιλοι.
Η κοινή πηγή της ανόδου είναι η έντονη δραστηριότητα στα παράγωγα μετοχών, η επέκταση του prime brokerage και η στροφή προς τις ασιατικές αγορές, όπου οι τεχνολογικές μετοχές παρουσιάζουν υψηλή μεταβλητότητα.
Καθώς εταιρείες όπως η Citadel Securities και η Jane Street κυριαρχούν στις χαμηλού κόστους συναλλαγές, οι παραδοσιακές τράπεζες στρέφονται σε δραστηριότητες υψηλότερου περιθωρίου, όπως η χρηματοδότηση και τα παράγωγα.
UBS και Barclays κρατούν αποστάσεις από το υπερβολικό ρίσκο
Η UBS επιχειρεί να διατηρήσει ισορροπίες, περιορίζοντας την αύξηση του δανεισμού προς hedge funds και θέτοντας όρια στο κεφάλαιο που δεσμεύει η επενδυτική της τράπεζα.
Η στρατηγική αντανακλά την προτεραιότητα που δίνει στη διαχείριση πλούτου και την προσπάθεια να προστατεύσει τους μετόχους από πιθανές μεγάλες απώλειες σε μια χρηματιστηριακή ανατροπή.
Η Barclays έχει επίσης περιορίσει το μέγεθος της επενδυτικής της τράπεζας, αλλά συνεχίζει να αναπτύσσει τη χρηματοδότηση hedge funds και άλλων μοχλευμένων επενδυτών.
Το prime brokerage είναι ιδιαίτερα ελκυστικό, καθώς τα δάνεια με εξασφάλιση μετοχές απαιτούν σχετικά περιορισμένα κεφάλαια και μπορούν να αποφέρουν υψηλές αποδόσεις.

O διευθύνων σύμβουλος της Barclays C.S. Venkatakrishnan (Venkat) με φόντο το κτίριο της τράπεζας © Youtube/printscreen / EPA/ANDY RAIN/ PowerGame.gr
Η μόχλευση αυξάνει την ευαισθησία στις ανατροπές
Η Citi έχει υπερδιπλασιάσει από το 2022 τη χρηματοδότηση προς hedge funds, στα 450 δισ. δολάρια, με στόχο να προσεγγίσει τα 700 δισ. δολάρια. Barclays και BNP ακολουθούν την ίδια κατεύθυνση, διεκδικώντας μερίδιο από τους μεγάλους, παγκόσμιους multi-strategy ομίλους.
Ωστόσο, η συγκέντρωση δημιουργεί κινδύνους. Η Barclays αναφέρει ότι το 80% της αύξησης των εσόδων της από τις αγορές προήλθε από τους 100 μεγαλύτερους πελάτες της. Όταν οι ίδιοι επενδυτές δανείζονται για να τοποθετηθούν στα ίδια assets, μια μαζική έξοδος μπορεί να μετατρέψει την υψηλή ρευστότητα σε παγίδα, προειδοποιούν αναλυτές.
Σε ένα περιβάλλον όπου οι αγορές έχουν στηριχθεί σε τεχνολογικές μετοχές υψηλών αποτιμήσεων, με εκτεταμένη χρήση μόχλευσης και επιθετικών θέσεων σε options, οι κίνδυνοι πολλαπλασιάζονται.
Ήδη ορισμένες τράπεζες ζητούν πρόσθετες εξασφαλίσεις από hedge funds, ενώ η Τράπεζα της Αγγλίας εξετάζει την έκθεση των τραπεζών του Λονδίνου στις ασιατικές μετοχές τεχνολογίας. Το μήνυμα είναι σαφές: στο πάρτι των hedge funds, οι τράπεζες πρέπει να γνωρίζουν πότε να αποχωρήσουν.
