«Θέλουμε να επαναφέρουμε τη Γερμανία στη σωστή τροχιά». Με αυτή τη φράση ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς παρουσίασε ένα από τα πιο φιλόδοξα πακέτα οικονομικών μεταρρυθμίσεων των τελευταίων ετών, επιδιώκοντας να αναζωογονήσει τη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης, η οποία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, μειωμένη ανταγωνιστικότητα και αυξανόμενη πολιτική αβεβαιότητα.
Ύστερα από επτά ώρες διαβουλεύσεων, οι τρεις εταίροι του κυβερνητικού συνασπισμού –CDU, CSU και SPD– κατέληξαν σε συμφωνία για 34 παρεμβάσεις, που καλύπτουν τη φορολογία, το ασφαλιστικό, την αγορά εργασίας, την κοινωνική πολιτική και την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων.
Η ανακοίνωση έγινε στην Καγκελαρία του Βερολίνου, σε μια περίοδο κατά την οποία η κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με έντονη πολιτική πίεση. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν σημαντική δυσαρέσκεια των πολιτών απέναντι στην κυβέρνηση, ενώ η ακροδεξιά Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) καταγράφει ιστορικά υψηλά ποσοστά.
Παρουσιάζοντας το πρόγραμμα, ο κ. Μερτς τόνισε ότι η κυβέρνηση εργάζεται ταυτόχρονα για μεγαλύτερη ευελιξία των επιχειρήσεων, περιορισμό της γραφειοκρατίας, προστασία του κοινωνικού κράτους και μείωση των φορολογικών βαρών για εργαζόμενους και επιχειρήσεις.
Το πακέτο φέρει τον τίτλο «Πρόγραμμα για την Ανάκαμψη και την Απασχόληση» και φιλοδοξεί να σηματοδοτήσει μια νέα αναπτυξιακή πορεία για τη χώρα.
Γερμανία: Φοροελαφρύνσεις 10 δισ. ευρώ και αλλαγές στη φορολογία
Κεντρικό στοιχείο της συμφωνίας αποτελεί η φορολογική μεταρρύθμιση.
Η κυβέρνηση εκτιμά ότι οι συνολικές φορολογικές ελαφρύνσεις θα ανέρχονται περίπου σε 10 δισ. ευρώ ετησίως, με βασικούς ωφελημένους τα νοικοκυριά χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του κυβερνητικού συνασπισμού, μια μέση οικογένεια θα διαθέτει περίπου 600 ευρώ περισσότερα ετησίως χάρη στις αλλαγές.
Ο ανώτατος φορολογικός συντελεστής 42% διατηρείται, ωστόσο στο εξής θα εφαρμόζεται μόνο για υψηλότερα εισοδήματα από ό,τι σήμερα.
Παράλληλα, η κυβέρνηση συμφώνησε σε αυστηρότερη φορολόγηση των πολύ υψηλών εισοδημάτων.
Ειδικότερα:
- για ετήσια εισοδήματα άνω των 250.000 ευρώ ο φορολογικός συντελεστής διαμορφώνεται στο 45%
- για εισοδήματα άνω των 280.000 ευρώ αυξάνεται στο 47%
Ο κυβερνητικός συνασπισμός χαρακτηρίζει τη ρύθμιση «δίκαιη κατανομή των φορολογικών βαρών μέσω μιας μετριοπαθούς αύξησης της φορολόγησης των υψηλότερων εισοδημάτων».
Ο αντικαγκελάριος και υπουργός Οικονομικών Λαρς Κλίνγκμπαϊλ δήλωσε ικανοποιημένος από τη συμφωνία, υπογραμμίζοντας ότι επιτεύχθηκε ισορροπία ανάμεσα στη στήριξη των πολιτών και στη δημοσιονομική υπευθυνότητα.
Οι φορολογικές αλλαγές αποτέλεσαν, σύμφωνα με πληροφορίες του Reuters, το δυσκολότερο σημείο των διαπραγματεύσεων, καθώς το SPD ζητούσε μεγαλύτερη συνεισφορά από τους εύπορους φορολογούμενους, ενώ τα συντηρητικά κόμματα CDU και CSU είχαν αποκλείσει αρχικά οποιαδήποτε αύξηση φόρων.

Φρίντριχ Μερτς και Λαρς Κλινγκμπάιλ © EPA/HANNIBAL HANSCHKE
Γερμαία και αγορά εργασίας: Περισσότερη ευελιξία και αυστηρότεροι κανόνες
Το κυβερνητικό σχέδιο προβλέπει σημαντικές αλλαγές και στην αγορά εργασίας. Με στόχο την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων, επεκτείνεται η δυνατότητα χρήσης συμβάσεων ορισμένου χρόνου, ενώ προβλέπεται μεγαλύτερη ευελιξία ως προς τη λειτουργία των καταστημάτων τις Κυριακές.
Ιδιαίτερη συζήτηση προκαλεί η αυστηροποίηση του καθεστώτος των αναρρωτικών αδειών. Σήμερα, αρκετοί εργαζόμενοι μπορούν να δηλώνουν τηλεφωνικά ασθενείς ή να λαμβάνουν βεβαίωση αναρρωτικής άδειας χωρίς φυσική εξέταση από γιατρό.
Η κυβέρνηση σχεδιάζει να βάλει τέλος σε αυτή την πρακτική. Στο εξής, οι εργοδότες θα μπορούν να απαιτούν ιατρική βεβαίωση ήδη από την πρώτη ημέρα απουσίας, ενώ ουσιαστικά καταργείται η δυνατότητα έκδοσης αναρρωτικής άδειας αποκλειστικά μέσω τηλεφωνικής επικοινωνίας.
Ο Φρίντριχ Μερτς έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ότι τα ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά αναρρωτικών αδειών στη Γερμανία επηρεάζουν αρνητικά την παραγωγικότητα της οικονομίας.
Ωστόσο, η πρόταση προκάλεσε άμεσες αντιδράσεις. Ο πρόεδρος της Ένωσης Γερμανών Γενικών Ιατρών, Μάρκους Μπλούμενταλ-Μπάιερ, χαρακτήρισε τις αλλαγές «απολύτως καταστροφικές», προειδοποιώντας ότι θα οδηγήσουν σε υπερφόρτωση του συστήματος υγείας, καθώς εκατομμύρια εργαζόμενοι θα αναγκάζονται να επισκέπτονται γιατρό ακόμη και για ήπιες ασθένειες.
Γερμανία: Συντάξεις, κοινωνικό κράτος και το δύσκολο δημογραφικό στοίχημα
Από τις σημαντικότερες παρεμβάσεις του κυβερνητικού πακέτου είναι η μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος, καθώς η γήρανση του πληθυσμού αυξάνει συνεχώς την πίεση στα δημόσια οικονομικά της Γερμανίας.
Η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι θα υιοθετήσει τις βασικές εισηγήσεις της επιτροπής εμπειρογνωμόνων που είχε συγκροτηθεί με κυβερνητική εντολή και παρουσίασε πρόσφατα τις προτάσεις της για τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος.
Στόχος είναι να αποτραπεί η σταδιακή μείωση των συντάξεων, χωρίς όμως να απαιτηθούν μεγάλες αυξήσεις στις ασφαλιστικές εισφορές που καταβάλλουν εργαζόμενοι και εργοδότες.
Μεταξύ των βασικών προτάσεων περιλαμβάνεται η σταδιακή αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης, το οποίο σήμερα κυμαίνεται μεταξύ 65 και 67 ετών, ώστε να συνδέεται περισσότερο με το προσδόκιμο ζωής, με προοπτική τα 70 έτη τις επόμενες δεκαετίες .
Παράλληλα, η επιτροπή εισηγείται τη δημιουργία ενός επενδυτικού ταμείου στα πρότυπα του σουηδικού μοντέλου, το οποίο θα συμβάλει στη χρηματοδότηση του συνταξιοδοτικού συστήματος τις επόμενες δεκαετίες.
Η υπουργός Εργασίας Μπέρμπελ Μπας χαρακτήρισε τη συμφωνία «αριστούργημα», εκτιμώντας ότι επιτυγχάνει ισορροπία ανάμεσα στη δημοσιονομική βιωσιμότητα και την κοινωνική προστασία. Ο Φρίντριχ Μερτς δεσμεύθηκε ότι οι σχετικές μεταρρυθμίσεις θα ψηφιστούν από το κοινοβούλιο έως το τέλος του έτους.
Ωστόσο, οι προτάσεις έχουν ήδη προκαλέσει έντονες αντιδράσεις. Τα συνδικάτα προειδοποιούν ότι η αύξηση του ορίου ηλικίας είναι ιδιαίτερα άδικη για όσους εργάζονται σε χειρωνακτικά και απαιτητικά επαγγέλματα, ενώ οι εργοδοτικές οργανώσεις εκφράζουν ανησυχίες ότι ενδεχόμενη αύξηση των υποχρεωτικών εργοδοτικών εισφορών θα επιβαρύνει περαιτέρω το κόστος εργασίας και θα δυσχεράνει τις προσλήψεις.

Συντάξεις Μαΐου 2026©freepik
Μείωση γραφειοκρατίας και στήριξη των επενδύσεων
Σημαντικό μέρος του προγράμματος αφορά τη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος.
Η κυβέρνηση επιδιώκει να περιορίσει τη γραφειοκρατία, εισάγοντας τις λεγόμενες «ρήτρες λήξης» (sunset clauses), σύμφωνα με τις οποίες πολλές κρατικές ρυθμίσεις και παροχές θα έχουν προκαθορισμένη χρονική διάρκεια και θα επανεξετάζονται πριν από την ανανέωσή τους.
Στόχος είναι να μειωθεί η πολυπλοκότητα του κανονιστικού πλαισίου και να περιοριστούν οι διοικητικές επιβαρύνσεις για επιχειρήσεις και δημόσια διοίκηση.
Παράλληλα, η κυβέρνηση σχεδιάζει τη μείωση του προσωπικού στα ομοσπονδιακά υπουργεία κατά περίπου 8%, αξιοποιώντας την ψηφιοποίηση των δημόσιων υπηρεσιών. Ένα ακόμη μέτρο αφορά την αγορά κατοικίας.
Ο κυβερνητικός συνασπισμός συμφώνησε να αποκλείσει την κρατικοποίηση εταιρειών διαχείρισης κατοικιών, θεωρώντας ότι μια τέτοια προοπτική δημιουργεί αβεβαιότητα και αποθαρρύνει τις επενδύσεις στην αγορά ακινήτων.
Παράλληλα, προβλέπεται η κατασκευή περισσότερων οικονομικά προσιτών κατοικιών, καθώς και ενίσχυση των ελέγχων για την αντιμετώπιση της απάτης στις κοινωνικές παροχές.
Η οικονομία, η Κίνα και η πολιτική πίεση στη Γερμανία
Η ανάγκη λήψης τόσο εκτεταμένων μέτρων αντανακλά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει η γερμανική οικονομία τα τελευταία χρόνια.
Μετά την πανδημία, η χώρα δεν έχει κατορθώσει να ανακτήσει τους αναπτυξιακούς ρυθμούς του παρελθόντος. Η αυξανόμενη πίεση από τον κινεζικό ανταγωνισμό, οι υψηλές τιμές ενέργειας που αρχικά προκάλεσε ο πόλεμος στην Ουκρανία και στη συνέχεια επιδείνωσε η κρίση στη Μέση Ανατολή, καθώς και οι διαρθρωτικές αδυναμίες του εξαγωγικού μοντέλου της χώρας έχουν επιβαρύνει σημαντικά τις προοπτικές ανάπτυξης.
Τον Απρίλιο, η κυβέρνηση υποβάθμισε την πρόβλεψη για την ανάπτυξη του 2026 στο 0,5%, ενώ μείωσε και την εκτίμηση για το 2027 στο 0,9%, από 1,3% προηγουμένως. Την ίδια στιγμή, αναθεώρησε προς τα πάνω τις προβλέψεις για τον πληθωρισμό, καθώς το αυξημένο ενεργειακό κόστος εξακολουθεί να πιέζει την οικονομία.
Στο πλαίσιο αυτό, ο υπουργός Οικονομικών Λαρς Κλίνγκμπαϊλ δήλωσε ότι η κυβέρνηση θα ακολουθήσει αυστηρότερη στάση απέναντι στην Κίνα, προστατεύοντας τις γερμανικές επιχειρήσεις από αθέμιτες πρακτικές ανταγωνισμού.
Παρότι η Κίνα δεν κατονομάζεται στο επίσημο κείμενο του προγράμματος, η κυβέρνηση προαναγγέλλει ενίσχυση των μέτρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά του ντάμπινγκ και των επιδοτήσεων, αντανακλώντας τη σταδιακή μεταβολή της γερμανικής στρατηγικής απέναντι στον άλλοτε σημαντικότερο εμπορικό εταίρο της.
Για δεκαετίες, η κινεζική αγορά αποτέλεσε βασική κινητήρια δύναμη ανάπτυξης για τη γερμανική βιομηχανία. Σήμερα όμως το Βερολίνο αντιμετωπίζει το Πεκίνο όχι μόνο ως σημαντικό οικονομικό εταίρο, αλλά και ως γεωπολιτικό ανταγωνιστή, ιδιαίτερα σε τομείς όπως η αυτοκινητοβιομηχανία και η προηγμένη βιομηχανική παραγωγή.

Το σωματείο IG Metall © EPA/CLEMENS BILAN
Το πολιτικό στοίχημα του Μερτς
Πέρα από την οικονομική διάσταση, οι μεταρρυθμίσεις έχουν έντονο πολιτικό χαρακτήρα. Η κυβέρνηση επιδιώκει να αποδείξει ότι μπορεί να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τα προβλήματα της χώρας και ταυτόχρονα να περιορίσει τη δυναμική της AfD, η οποία εδώ και μήνες προηγείται σε αρκετές δημοσκοπήσεις.
Οι επικείμενες εκλογές στα κρατίδια της Σαξονίας-Άνχαλτ, του Βερολίνου και του Μεκλεμβούργου-Δυτικής Πομερανίας τον Σεπτέμβριο θεωρούνται κρίσιμη δοκιμασία για τον κυβερνητικό συνασπισμό.
Η συμπρόεδρος της AfD, Άλις Βάιντελ, απέρριψε το πακέτο μεταρρυθμίσεων, χαρακτηρίζοντάς το «ακόμη περισσότερη αριστερή αναδιανομή και ελάχιστους συμβιβασμούς που δεν αξίζουν να ονομάζονται μεταρρυθμίσεις».
Σε ανάρτησή της υποστήριξε ότι η παρουσίαση των μέτρων ως «μεγάλης τομής» αποδεικνύει την αδυναμία της κυβέρνησης να προχωρήσει σε ουσιαστικές αλλαγές. Από την άλλη πλευρά, η αγορά και η επιχειρηματική κοινότητα εμφανίζονται περισσότερο αισιόδοξες.
Ο επικεφαλής μακροοικονομικής ανάλυσης της ING, Κάρστεν Μπρζέσκι, χαρακτήρισε το σχέδιο «ουσιαστικό πακέτο που θα ενισχύσει μακροπρόθεσμα τη Γερμανία ως τόπο επιχειρηματικής δραστηριότητας και θα καταστήσει τα δημόσια οικονομικά πιο βιώσιμα», σχολιάζοντας χαρακτηριστικά ότι «το τρένο των μεταρρυθμίσεων δεν έχει φρένα».
Ο πρόεδρος του Ινστιτούτου Ifo, Κλέμενς Φουστ, αναγνώρισε τη σημασία των φορολογικών ελαφρύνσεων, επισήμανε όμως ότι το μεγαλύτερο κενό του πακέτου είναι η απουσία ουσιαστικών μέτρων για τον περιορισμό των δημόσιων δαπανών.
Παράλληλα, η πρόεδρος του συνδικάτου IG Metall, Κριστιάνε Μπένερ, χαιρέτισε τις φορολογικές ελαφρύνσεις για τους εργαζομένους, αλλά επέκρινε την επέκταση των συμβάσεων ορισμένου χρόνου, χαρακτηρίζοντάς την πλήγμα για τα εργασιακά δικαιώματα.
Παρά τις διαφορετικές εκτιμήσεις, το πακέτο αποτελεί αναμφίβολα μία από τις πιο φιλόδοξες μεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες που έχουν παρουσιαστεί στη Γερμανία εδώ και δεκαετίες. Το αν θα καταφέρει να επαναφέρει τη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης σε τροχιά ισχυρής ανάπτυξης, διατηρώντας παράλληλα την κοινωνική συνοχή και περιορίζοντας την πολιτική δυσαρέσκεια, θα αποτελέσει το μεγάλο στοίχημα της κυβέρνησης του Φρίντριχ Μερτς τους επόμενους μήνες.
