Σοκ με τις συντάξεις στη Γερμανία, ευρωπαϊκό τσουνάμι αυξήσεων στα όρια ηλικίας

Σαρωτική μεταρρύθμιση για τις συντάξεις με έμπνευση από το «σουηδικό μοντέλο» προωθεί η κυβέρνηση Μερτς στη Γερμανία. Η Ευρώπη βλέπει όρια στα 70 έτη

Ο Φρίντριχ Μερτς © EPA/RONALD WITTEK

Οι συντάξεις μπαίνουν στο στόχαστρο και στη Γερμανία. Η συγκυβέρνηση CDU/CSU-SPD σχεδιάζει να βάλει μπρος τον μεγαλύτερο οδοστρωτήρα των τελευταίων δεκαετιών για το συνταξιοδοτικό. Οι προτάσεις περιλαμβάνουν υποχρεωτική κεφαλαιοποίηση, αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης και περιορισμό των πρόωρων αποχωρήσεων.

Ένα από τα πλέον ευαίσθητα πολιτικά ζητήματα της Γερμανίας εισέρχεται σε νέα φάση, ξεσηκώνει αντιδράσεις και προμηνύει εξελίξεις σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Η 13μελής επιτροπή εμπειρογνωμόνων που είχε αναλάβει να καταθέσει προτάσεις για τη “μεταρρύθμιση” του συνταξιοδοτικού συστήματος παρέδωσε την έκθεσή της στον καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς και στην υπουργό Εργασίας Μπέρμπελ Μπας, ανοίγοντας τον δρόμο για κομβικές “διαρθρωτικές αλλαγές” στο γερμανικό ασφαλιστικό μοντέλο.

Η έκθεση, η οποία συντάχθηκε αφού πέρασαν πάνω από 170 ώρες διαβουλεύσεων, εκτείνεται σε 80 σελίδες και περιλαμβάνει 33 βασικές προτάσεις. Στόχος της, σύμφωνα με τους εισηγητές, είναι να διασφαλίσει, αφενός, επαρκή προστασία για τους συνταξιούχους και, αφετέρου, να αποτρέψει τη μεταφορά υπερβολικού κόστους στους εργαζόμενους, τις επιχειρήσεις και τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό.

Η Μπέρμπελ Μπας από το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD) της κυβέρνησης συνασπισμού του Φρίντριχ Μερτς, η οποία κατέχει και τη θέση της συμπροέδρου του SPD, χαρακτήρισε την έκθεση «έργο τέχνης», υπογραμμίζοντας τη δυσκολία εξισορρόπησης των συμφερόντων όλων των εμπλεκόμενων πλευρών.

Η πίεση για ταχεία ολοκλήρωση των εργασιών της επιτροπής δεν ήταν τυχαία. Η συγκυβέρνηση Μερτς αντιμετωπίζει χαμηλά ποσοστά δημοτικότητας, ενώ τον Σεπτέμβριο ακολουθούν κρίσιμες εκλογικές αναμετρήσεις σε τρία ανατολικά κρατίδια. Παράλληλα, η υποτονική οικονομική ανάπτυξη και η ενίσχυση της ακροδεξιάς έχουν αυξήσει την πολιτική αβεβαιότητα.

Σε αυτό το πλαίσιο, το Βερολίνο επιδιώκει να περάσει ένα ευρύτερο “πακέτο μεταρρυθμίσεων”,που αφορά τις συντάξεις, τη φορολογία και την ασφάλιση υγείας πριν από τη θερινή διακοπή εργασιών στο κοινοβούλιο.

Συντάξεις Γερμανία: Το «σουηδικό μοντέλο» στο επίκεντρο των αλλαγών

Η σημαντικότερη πρόταση της επιτροπής αφορά την εισαγωγή ενός υποχρεωτικού κεφαλαιοποιητικού πυλώνα, ο οποίος θα λειτουργεί παράλληλα με το υφιστάμενο αναδιανεμητικό σύστημα.

Σήμερα, οι Γερμανοί μπορούν προαιρετικά να συμμετέχουν στο πρόγραμμα ιδιωτικής αποταμίευσης «Riester», το οποίο επιδοτείται από το κράτος. Ωστόσο, η συμμετοχή παραμένει εθελοντική και τα αποτελέσματα θεωρούνται περιορισμένα.

Οι ειδικοί προτείνουν πλέον μία διαφορετική προσέγγιση, εμπνευσμένη από το «σουηδικό μοντέλο». Στο μέλλον, σύμφωνα με το «σουηδικό μοντέλο», ένα μέρος των συνταξιοδοτικών εισφορών θα πρέπει να επενδύεται στα χρηματιστήρια, εισηγούνται οι εμπειρογνώμονες.

Σε αυτόν τον κεφαλαιακό πυλώνα θα εισρεύσει τελικά έως και 2% των ακαθάριστων μισθών, με αρχικό στόχο το 0,5%. Το 50% του ποσού θα προέρχεται από τους εργαζόμενους και το άλλο 50% από τους εργοδότες.

Τα κεφάλαια αυτά θα διαχειρίζονται κεντρικά και θα επενδύονται στις χρηματιστηριακές αγορές με στόχο την επίτευξη ετήσιων αποδόσεων μεταξύ 3% και 5%. Σύμφωνα με την “επιτροπή σοφών”, το μέτρο θα μπορούσε να συμβάλει στη σταθεροποίηση ή ακόμη και στην ενίσχυση του επιπέδου των συντάξεων κατά την περίοδο 2040-2050.

Η νέα εισφορά προβλέπεται να ξεκινήσει από το 0,5% το 2028 και να αυξηθεί σταδιακά στο 2% μέσα σε τέσσερα χρόνια. Για λόγους σύγκρισης, στη Σουηδία το αντίστοιχο ποσοστό ανέρχεται σήμερα στο 2,5%.

Σύμφωνα με τον Φρίντριχ Μερτς, η εφαρμογή του σχεδίου θα μπορούσε να διοχετεύει στις αγορές τουλάχιστον 30 δισ. ευρώ ετησίως, δημιουργώντας ένα σημαντικό επενδυτικό απόθεμα για τη χρηματοδότηση των μελλοντικών συντάξεων.

Συντάξεις και προσδόκιμο ζωής: Περισσότερα χρόνια εργασίας στη Γερμανία

Η δεύτερη μεγάλη παρέμβαση αφορά τη σύνδεση της ηλικίας συνταξιοδότησης με το προσδόκιμο ζωής.

Η Γερμανία βρίσκεται αντιμέτωπη με μία ταχεία δημογραφική μεταβολή, καθώς περίπου το 30% του σημερινού εργατικού δυναμικού αναμένεται να αποχωρήσει από την αγορά εργασίας έως το 2040.

Το δημόσιο συνταξιοδοτικό σύστημα βασίζεται στη χρηματοδότηση των συντάξεων των σημερινών συνταξιούχων από τους ανθρώπους που βρίσκονται σε ηλικία εργασίας. Η μείωση των γεννήσεων και η αύξηση του προσδόκιμου ζωής σημαίνουν ότι το γερμανικό συνταξιοδοτικό σύστημα χάνει την ισορροπία του.

Το 1992, 2,7 άτομα σε ηλικία εργασίας χρηματοδοτούσαν τη σύνταξη ενός συνταξιούχου. Το 2022, το βάρος αυτό έπεσε στα 2,0 άτομα, ενώ μέχρι το 2030 μόλις 1,5 εργαζόμενος θα είναι υπεύθυνος για τη χρηματοδότηση της σύνταξης ενός συνταξιούχου, σύμφωνα με στοιχεία του Demografieportal.

Για να αντιμετωπιστεί η πίεση στο ασφαλιστικό σύστημα, οι εμπειρογνώμονες προτείνουν την εφαρμογή του κανόνα «δύο προς ένα». Σύμφωνα με αυτόν, κάθε επιπλέον έτος αύξησης του προσδόκιμου ζωής θα μεταφράζεται κατά τα δύο τρίτα σε παράταση του εργασιακού βίου και κατά το ένα τρίτο σε μεγαλύτερη περίοδο συνταξιοδότησης.

Με απλά λόγια, εάν το προσδόκιμο ζωής αυξηθεί κατά ένα έτος, οι εργαζόμενοι θα παραμένουν στην εργασία περίπου οκτώ επιπλέον μήνες, ενώ θα απολαμβάνουν τέσσερις επιπλέον μήνες σύνταξης.

Αν και το ισχύον όριο ηλικίας στη Γερμανία προβλέπεται να φτάσει τα 67 έτη το 2031, η νέα φόρμουλα θα μπορούσε να οδηγήσει σε περαιτέρω αύξηση κατά έξι μήνες ανά δέκα χρόνια, ξεκινώντας από το 2041.

Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της επιτροπής, οι εργαζόμενοι θα μπορούν επομένως να συνταξιοδοτηθούν μόνο στα 67,5 έτη το 2041 και στα 68 το 2051. Στη δεκαετία του 2090 η ηλικία συνταξιοδότησης θα έχει φτάσει τα 70 έτη.

Τέλος στις πρόωρες συνταξιοδοτήσεις και διεύρυνση της ασφαλιστικής βάσης στη Γερμανία

Η επιτροπή εισηγείται επίσης την κατάργηση της δυνατότητας συνταξιοδότησης στα 63 έτη χωρίς περικοπές για όσους έχουν συμπληρώσει 45 χρόνια εργασίας, διευκρινίζει ωστόσο παράλληλα ότι θα πρέπει να σχεδιαστούν ειδικές πρόνοιες για άτομα με προβλήματα υγείας ή ιδιαίτερα επιβαρυντική εργασία.

Σύμφωνα με τους υπολογισμούς των ειδικών, εάν οι δικαιούχοι καθυστερούσαν την αποχώρησή τους κατά έναν χρόνο, το ασφαλιστικό σύστημα θα εξοικονομούσε περίπου 6,5 δισ. ευρώ ανά γενιά συνταξιοδοτούμενων.

Παράλληλα, προτείνεται η ένταξη των αυτοαπασχολούμενων στο υποχρεωτικό συνταξιοδοτικό σύστημα, προκειμένου να διευρυνθεί η βάση των εισφορών. Οι δημόσιοι υπάλληλοι θα εξακολουθήσουν να υπάγονται σε ξεχωριστό καθεστώς, ωστόσο οι συντάξεις τους θα προσεγγίσουν περισσότερο τα επίπεδα του γενικού ασφαλιστικού συστήματος.

Στο στόχαστρο μπαίνουν και τα λεγόμενα «mini-jobs», δηλαδή οι χαμηλόμισθες θέσεις εργασίας με μηνιαίες αποδοχές έως 603 ευρώ. Οι εργαζόμενοι σε αυτές τις θέσεις δεν θα εξαιρούνται πλέον από τις συνταξιοδοτικές εισφορές, με εξαίρεση τους ανήλικους μαθητές.

Επιπλέον, η δυνατότητα λήψης μειωμένης σύνταξης έπειτα από 35 έτη εργασίας δεν θα ενεργοποιείται πλέον στα 63 αλλά στα 64 έτη, ενώ το όριο αυτό θα αυξάνεται παράλληλα με τη νόμιμη ηλικία συνταξιοδότησης.

Διαδηλώσεις στη Γαλλία για το συνταξιοδοτικό © EPA/MOHAMMED BADRA

Διαδηλώσεις στη Γαλλία για το συνταξιοδοτικό © EPA/MOHAMMED BADRA

Γερμανία: Αντιδράσεις για τις συντάξεις και το πολιτικό στοίχημα για τον Μερτς

Οι προτάσεις της επιτροπής αντιμετωπίστηκαν θετικά από οικονομικούς αναλυτές των αγορών, ωστόσο προκάλεσαν αντιδράσεις από τα συνδικάτα και κοινωνικούς εταίρους.

Η κατάργηση της συνταξιοδότησης στα 63 έτη χωρίς ποινή αποτέλεσε το βασικό σημείο τριβής με τις εργατικές οργανώσεις. Αντίθετα, η κατάργηση των φορολογικών εξαιρέσεων στα «mini-jobs» συγκέντρωσε ευρύτερη υποστήριξη.

Οι εργοδοτικές οργανώσεις χαιρέτισαν τη σύνδεση του εργασιακού βίου με το προσδόκιμο ζωής, αλλά εξέφρασαν επιφυλάξεις για τον υποχρεωτικό χαρακτήρα της κεφαλαιοποίησης. Ο πρόεδρος της Γερμανικής Ένωσης Εργοδοτών, Ράινερ Ντούλγκερ, υποστήριξε ότι η ενίσχυση της κεφαλαιοποιητικής χρηματοδότησης είναι λογική, αλλά θα πρέπει να βασίζεται στην εθελοντική συμμετοχή και όχι στην κρατική επιβολή.

«Οι μεταρρυθμίσεις δεν είναι αυτοσκοπός. Δεν τις κάνουμε επειδή μας αρέσει να αλλάζουμε τα πράγματα. Οι αλλαγές είναι όμως απαραίτητες, αν θέλουμε πολλά πράγματα να παραμείνουν ως έχουν», δήλωσε ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς, ενώ η ομοσπονδιακή υπουργός Εργασίας Μπέρμπελ Μπας τόνισε ότι «τώρα χτίζουμε κάτι για τη νεότερη γενιά, προκειμένου να έχει υψηλότερο επίπεδο συντάξεων» και επισήμανε ότι η πρόωρη συνταξιοδότηση πρέπει να μειωθεί. «Πρέπει όμως να υπάρχει προστασία των δικαιολογημένων προσδοκιών, αλλά και μεταβατικές περίοδοι», πρόσθεσε.

Η οργάνωση νεολαίας του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος (JU) αντέδρασε θετικά στις προτάσεις. «Πιστεύω ότι είναι μια μεγάλη ευκαιρία για την ομοσπονδιακή κυβέρνηση», δήλωσε ο πρόεδρός της, Γιοχάνες Βίνκελ και τόνισε ότι είναι σωστό να μπουν στο στόχαστρο τα κίνητρα για πρόωρη συνταξιοδότηση και να να καταργηθούν. «Ισορροπημένες» και «μετριοπαθείς» χαρακτήρισε τις προτάσεις η Ένωση Ηλικιωμένων Πολιτών.

Αντιθέτως, η οργάνωση νεολαίας του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (SPD) έκανε λόγο για άδικη σύνδεση του προσδόκιμου ζωής με την ηλικία συνταξιοδότησης, ειδικά για εργαζόμενους στις κατασκευές ή στη νοσηλευτική, με πολλά έτη εργασίας αλλά στατιστικά περιορισμένο προσδόκιμο ζωής. Η οργάνωση του SPD ζήτησε σύνδεση της ηλικίας συνταξιοδότησης με τα έτη εισφορών.

Το κόμμα των Πρασίνων χαιρέτισε τις προτάσεις για την ενίσχυση κεφαλαιακής χρηματοδότησης του συστήματος και την κατάργηση της συνταξιοδότησης στα 63, αλλά χαρακτήρισε «λάθος» το γεγονός ότι δεν σταθεροποιείται το επίπεδο σύνταξης στο 48%.

Διαδηλωτές στη Γερμανία © EPA/Filip Singer

Διαδηλωτές στη Γερμανία © EPA/Filip Singer

Η Αριστερά από την πλευρά της έκανε λόγο για «περικοπές συντάξεων», καταλογίζοντας την ευθύνη για αυτό στον καγκελάριο, ενώ η Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) αναφέρθηκε σε «χρήσιμες προτάσεις», αλλά επέκρινε τις γενικές συστάσεις της επιτροπής, λέγοντας ότι «ισοδυναμούν με περισσότερα χρόνια εργασίας και καταβολή υψηλότερων εισφορών».

Αρνητικά στις προτάσεις τοποθετήθηκαν και τα συνδικάτα Ver.di και IG Metall, μιλώντας για σχέδια «εκτός πραγματικότητας».

«Χωρίς μίνι-θέσεις εργασίας υπάρχει σοβαρός κίνδυνος αύξησης της αδήλωτης εργασίας», προειδοποίησε ο καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Λιντς Φρίντριχ Σνάιντερ και εκτίμησε το κόστος της μαύρης εργασίας μόνο για το 2027 σε 25 δισεκατομμύρια ευρώ. Ο κ. Σνάιντερ, μιλώντας στην BILD, τόνισε ότι οι mini jobs είναι ένα από τα επιτυχημένα μέτρα για τον περιορισμό της αδήλωτης εργασίας. Εισήχθη το 2000 και το 2003 η αδήλωτη απασχόληση μειώθηκε κατά 20-23 δισεκατομμύρια ευρώ, ανέφερε. Σήμερα στη Γερμανία απασχολούνται με αυτόν τον τρόπο σχεδόν 7 εκατομμύρια άνθρωποι. Ο εργαζόμενος επιτρέπεται να κερδίζει έως και 603 ευρώ/μήνα, ενώ οι συγκεκριμένες θέσεις καταβάλλουν ελάχιστες εισφορές στο σύστημα.

Την ίδια ώρα, το κόστος της «μαύρης» εργασίας υπολογίζεται στα 500 δισεκατομμύρια ευρώ. Η προοπτική κατάργησης της σύνταξης στα 63 έτη έχει θορυβήσει ταυτόχρονα πολλούς εργαζόμενους. Σύμφωνα με έρευνα του Ινστιτούτου Forsa για λογαριασμό της ασφαλιστικής εταιρίας DAK, το 44% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι σχεδιάζει να συνταξιοδοτηθεί πρόωρα, ενώ το 35% σκοπεύει να εργαστεί έως το κανονικό όριο συνταξιοδότησης και το 9% ακόμη και μετά από αυτό.

Για τον Φρίντριχ Μερτς, η μεταρρύθμιση των συντάξεων αποτελεί ίσως το σημαντικότερο πολιτικό στοίχημα της θητείας του. Ο Γερμανός καγκελάριος επιχείρησε να καθησυχάσει τους πολίτες, διαβεβαιώνοντας ότι δεν προβλέπεται μείωση των υφιστάμενων συνταξιοδοτικών παροχών. Όπως τόνισε, οι προτάσεις συνθέτουν ένα ενιαίο και αλληλοσυμπληρούμενο σχέδιο, το οποίο μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά μόνο εφόσον εφαρμοστεί στο σύνολό του.

Φρίντριχ Μερτς και Εμανουέλ Μακρόν © EPA/LUDOVIC MARIN / POOL MAXPPP OUT

Φρίντριχ Μερτς και Εμανουέλ Μακρόν © EPA/LUDOVIC MARIN / POOL MAXPPP OUT

Σε ποιες ευρωπαϊκές χώρες η ηλικία συνταξιοδότησης μπορεί να ξεπεράσει τα 70 έτη

Η Γερμανία δεν είναι η μοναδική χώρα που προχωρά σε διαρθρωτικές αλλαγές στο συνταξιοδοτικο-ασφαλιστικό σύστημα. Η δημογραφική γήρανση, η αύξηση του προσδόκιμου ζωής και η υποχώρηση των γεννήσεων ασκούν ολοένα μεγαλύτερη πίεση στα συνταξιοδοτικά συστήματα της Ευρώπης. Ως αποτέλεσμα, πολλές χώρες εξετάζουν ή ήδη εφαρμόζουν αυξήσεις στα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης.

«Θα χρειαστεί να επανεξετάσουμε τη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού. Είναι απαραίτητο σε μια χώρα με γηράσκοντα πληθυσμό». Με αυτά τα λόγια, ο πρόεδρος της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν παραδέχθηκε πρόσφατα ότι ο διάδοχός του θα κληθεί να αντιμετωπίσει εκ νέου το ζήτημα των συντάξεων, μια πρόκληση που αφορά πλέον πολλές ευρωπαϊκές χώρες, μεταξύ των οποίων και η Γερμανία, η οποία προετοιμάζει νέα μεταρρύθμιση.

Ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), στην τελευταία του έκθεση για τις συντάξεις που δημοσιεύθηκε τον Δεκέμβριο, υπογράμμισε ότι η γήρανση του πληθυσμού θα συνεχιστεί με έντονους ρυθμούς κατά τα επόμενα 25 χρόνια.

Στις χώρες του ΟΟΣΑ, για κάθε 100 άτομα ηλικίας 20 έως 64 ετών, ο αριθμός των πολιτών άνω των 65 ετών αναμένεται να αυξηθεί από 33 το 2025 σε 52 το 2050. Για λόγους σύγκρισης, το αντίστοιχο ποσοστό ήταν μόλις 22 ανά 100 άτομα το 2000.

Η εξέλιξη αυτή οδηγεί σε σημαντική αύξηση των δημόσιων δαπανών για την καταβολή συντάξεων. Στην Ευρώπη, η Ελλάδα και η Ιταλία εμφανίζουν τα υψηλότερα ποσοστά εθνικού εισοδήματος που κατευθύνονται στις δημόσιες συντάξεις, περίπου στο 16% του ΑΕΠ το 2020, σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία του ΟΟΣΑ.

Οι δημόσιες συντάξεις δύσκολα θα μπορούν στο μέλλον να εξασφαλίσουν από μόνες τους επαρκή ποσοστά αναπλήρωσης για τους εργαζόμενους, επισήμανε πριν λίγες μέρες ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας. Για τον λόγο αυτό, η Ευρωπαϊκή Ένωση προωθεί την ενίσχυση των επαγγελματικών συνταξιοδοτικών σχημάτων, με στόχο να λειτουργήσουν συμπληρωματικά προς το δημόσιο σύστημα και να ενθαρρύνουν τη μακροπρόθεσμη αποταμίευση.

Η δημογραφική γήρανση, η αύξηση του προσδόκιμου ζωής και η μείωση των γεννήσεων εντείνουν τις πιέσεις στο διανεμητικό σύστημα συντάξεων, πρόσθεσε ο κ. Στουρνάρας. Σε αυτό το περιβάλλον, ο κεφαλαιοποιητικός δεύτερος πυλώνας μπορεί να συμβάλει στη βιωσιμότητα του συστήματος, υπό την προϋπόθεση ισχυρής εποπτείας, θεσμικών εγγυήσεων και ενίσχυσης της εμπιστοσύνης των ασφαλισμένων.

Γιάννης Στουρνάρας

Ο Γιάννης Στουρνάρας © ΣΩΤΗΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ/EUROKINISSI

Πάντως το τελευταίο διάστημα παρατηρείται έντονη κινητικότητα στο ασφαλιστικό σύστημα, καθώς πολλοί εργαζόμενοι επιλέγουν να επισπεύσουν τη συνταξιοδότησή τους υπό τον φόβο μελλοντικών αυξήσεων στα ηλικιακά όρια εξόδου. Παρά τις ανησυχίες, η κυβέρνηση επιμένει ότι δεν πρόκειται να υπάρξουν αλλαγές πριν από το 2030.

Η υφυπουργός Εργασίας Άννα Ευθυμίου ξεκαθάρισε πρόσφατα ότι δεν προβλέπεται αναπροσαρμογή των ορίων ηλικίας το 2027, υπογραμμίζοντας ότι η επόμενη προγραμματισμένη αξιολόγηση θα πραγματοποιηθεί το 2030, όπως ορίζει η νομοθεσία.

Κατά το πρώτο τετράμηνο του 2026 κατατέθηκαν 74.838 αιτήσεις συνταξιοδότησης, αριθμός που προμηνύει νέο ιστορικό υψηλό έως το τέλος του έτους. Αξιοσημείωτο είναι ότι περίπου επτά στις δέκα νέες αιτήσεις προέρχονται από γυναίκες ασφαλισμένες.

Χιλιάδες εργαζόμενοι που είχαν κατοχυρώσει συνταξιοδοτικά δικαιώματα πριν από το 2018 σχεδιάζουν να αποχωρήσουν τα επόμενα χρόνια, αξιοποιώντας μεταβατικές διατάξεις που επιτρέπουν έξοδο ακόμη και μεταξύ 58,5 και 61,6 ετών.

Συντάξεις και δημόσιες δαπάνες υπό πίεση

Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, εκτός από την Ελλάδα και την Ιταλία, υψηλές δαπάνες καταγράφονται επίσης στην Αυστρία, τη Γαλλία και την Πορτογαλία, όπου οι σχετικές δαπάνες κυμαίνονται μεταξύ 13% και 14% του ΑΕΠ. Τα ποσοστά αυτά, αναφέρει ο ΟΟΣΑ, ενδέχεται να αυξηθούν περαιτέρω εάν δεν ληφθούν μέτρα για την αντιμετώπιση των δημογραφικών προκλήσεων.

Το 2024, ο μέσος κανονικός, νόμιμος, όρος ηλικίας συνταξιοδότησης για τους άνδρες στις χώρες του ΟΟΣΑ διαμορφώθηκε στα 64,7 έτη. Σήμερα, οι σκανδιναβικές χώρες μαζί με την Ιταλία διαθέτουν από τα υψηλότερα θεσμοθετημένα όρια ηλικίας.

Στη Δανία, τη Γερμανία, τη Νορβηγία και την Ολλανδία, η νόμιμη ηλικία συνταξιοδότησης είναι τα 67 έτη. Στην Ιταλία, το όριο θα αυξηθεί στα 67 έτη και 3 μήνες από το 2028, έναντι 67 ετών σήμερα. Στη Σουηδία το αντίστοιχο όριο είναι τα 66 έτη, ενώ σε Γαλλία, Ελλάδα και Σλοβενία βρίσκεται χαμηλότερα, στα 62 έτη, αν και οι σχετικές ρυθμίσεις ενδέχεται να αλλάξουν τα επόμενα χρόνια. Στην Ελλάδα τα 62 έτη είναι με τουλάχιστον 40 χρόνια εισφορές, αλλιώς το ‘όριο ανεβαίνει στα 67 έτη.

Παρά τα θεσμοθετημένα όρια, οι εργαζόμενοι συχνά αποχωρούν νωρίτερα από την αγορά εργασίας. Μετά από δεκαετίες συνεχούς μείωσης, η πραγματική ηλικία εξόδου έφτασε στο χαμηλότερο επίπεδο στα τέλη της δεκαετίας του 2000 στις χώρες του ΟΟΣΑ.

Το 2000, η μέση ηλικία αποχώρησης των ανδρών από την εργασία ήταν τα 62 έτη, έναντι 66,3 ετών το 1970. Έκτοτε, ωστόσο, η τάση έχει αντιστραφεί.

Από τις αρχές του αιώνα, η πραγματική ηλικία εξόδου αυξήθηκε κατά τέσσερα ή περισσότερα έτη σε χώρες όπως η Φινλανδία, η Ουγγαρία, η Ιρλανδία, η Ιταλία, η Ολλανδία, η Πολωνία και η Πορτογαλία.

Στη Γαλλία, η μέση πραγματική ηλικία αποχώρησης διαμορφώνεται στα 61,9 έτη, ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα στον ΟΟΣΑ, μαζί με τη Σλοβενία (60,8 έτη) και το Λουξεμβούργο (60,1 έτη). Στο Βέλγιο και την Ισπανία ανέρχεται στα 62,4 έτη, ενώ στην Πορτογαλία φτάνει τα 66,5 έτη και στη Δανία τα 66,3 έτη. Στην Ολλανδία και τη Γερμανία οι εργαζόμενοι παραμένουν ενεργοί έως τα 65 και 64,2 έτη αντίστοιχα.

Αντιμέτωπες με τη γήρανση του πληθυσμού, αρκετές ευρωπαϊκές χώρες επέλεξαν να συνδέσουν άμεσα την ηλικία συνταξιοδότησης με το προσδόκιμο ζωής. Τη στρατηγική αυτή έχουν υιοθετήσει η Δανία, η Εσθονία, η Ολλανδία, η Σουηδία, η Ιταλία, η Σλοβακία, η Πορτογαλία, η Φινλανδία και η Ελλάδα.

Με βάση το συγκεκριμένο σύστημα, ένας Δανός που εισήλθε στην αγορά εργασίας σε ηλικία 22 ετών το 2024 θα μπορούσε να συνταξιοδοτηθεί στα 74 του χρόνια, εφόσον οι προβλέψεις για το προσδόκιμο ζωής επιβεβαιωθούν.

Στιγμιότυπο από διαδήλωση στο Παρίσι για το συνταξιοδοτικό ©EPA/CHRISTOPHE PETIT TESSON

Στιγμιότυπο από διαδήλωση στο Παρίσι για το συνταξιοδοτικό ©EPA/CHRISTOPHE PETIT TESSON

Το κοινοβούλιο στη Δανία ενέκρινε νομοσχέδιο που αυξάνει το όριο ηλικίας συνταξιοδότησης στα 70 έτη από το 2040. Η απόφαση βασίζεται στη συμφωνία κοινωνικής πρόνοιας του 2006, η οποία συνέδεσε την ηλικία συνταξιοδότησης με το προσδόκιμο ζωής.

Με τη νέα ρύθμιση, όσοι έχουν γεννηθεί μετά τις 31 Δεκεμβρίου 1970 θα μπορούν να συνταξιοδοτηθούν στα 70. Σήμερα το όριο είναι 67 έτη, θα αυξηθεί στα 68 το 2030 και στα 69 το 2035.

Η υπουργός Απασχόλησης, Άνε Χάλσμποε-Γιόργκενσεν, δήλωσε ότι απαιτείται ένα δικαιότερο σύστημα συντάξεων, λαμβάνοντας υπόψη τις διαφορετικές εργασιακές διαδρομές των πολιτών.

Αντίστοιχα, οι άντρες θα μπορούσαν να συνταξιοδοτούνται στα 68 έτη στην Πορτογαλία, στα 69 στη Σλοβακία, στα 70 στην Ιταλία, την Ολλανδία και τη Σουηδία, ενώ στην Εσθονία το όριο θα μπορούσε να φτάσει τα 71 έτη.

Αρχικά, οι χώρες αυτές μετέφεραν αυτόματα ολόκληρη την αύξηση του προσδόκιμου ζωής στην ηλικία συνταξιοδότησης. Ωστόσο, η Ολλανδία τροποποίησε το μοντέλο της, ενσωματώνοντας μόνο τα δύο τρίτα της αύξησης. Αντίστοιχη προσέγγιση εξετάζουν πλέον και άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Γερμανία.

Δύο επιπλέον χρόνια εργασίας για τη νέα γενιά

Στη νότια Ευρώπη, η Ισπανία αυξάνει σταδιακά τα όρια ηλικίας. Το 2025 η συνταξιοδότηση είναι δυνατή στα 66 έτη και 8 μήνες, ενώ το 2026 το όριο θα ανέλθει στα 66 έτη και 10 μήνες, προτού φτάσει στα 67 έτη το 2027.

Παράλληλα, η Σλοβενία και η Τσεχία έχουν αποφασίσει να αυξήσουν τη νόμιμη ηλικία συνταξιοδότησης από τα 65 στα 67 έτη, με ορίζοντα εφαρμογής το 2035 και το 2056 αντίστοιχα.

Συνολικά, με βάση τις μεταρρυθμίσεις που έχουν ήδη νομοθετηθεί, η μέση κανονική ηλικία συνταξιοδότησης για τους άνδρες στις χώρες του ΟΟΣΑ αναμένεται να αυξηθεί σχεδόν κατά δύο χρόνια.

Για τους νέους που εισέρχονται σήμερα στην αγορά εργασίας, το μέσο όριο προβλέπεται να διαμορφωθεί στα 66,4 έτη, επιβεβαιώνοντας ότι οι μελλοντικές γενιές θα χρειαστεί να παραμείνουν περισσότερο χρόνο στην εργασία πριν αποκτήσουν δικαίωμα πλήρους σύνταξης.