Καμπανάκι στις τράπεζες να αυξήσουν τα δάνεια προς τις επιχειρήσεις στέλνει επανειλημμένως η ΕΚΤ, με το πρόβλημα της ελλιπούς χρηματοδότησης να αφορά πλέον σοβαρά και τις εθνικές κυβερνήσεις (σ.σ. ειδικά δε αν οδεύουν σε εκλογές, όπως στην περίπτωση της Ελλάδας). Η ανάγκη οι τράπεζες στην Ευρώπη να ανοίξουν περαιτέρω τις στρόφιγγες χρηματοδότησης προς τις επιχειρήσεις και να καλύψουν τις υψηλές πρόσθετες επενδύσεις που θα χρειαστεί η ΕΕ για την πράσινη και την ψηφιακή της μετάβαση, αλλά και για τις ανάγκες άμυνας, μεταξύ άλλων, καθίσταται, μετά και τη γεωπολιτική κρίση, ακόμη πιο επιτακτική. Τόσο που η Ευρωπαϊκή Τραπεζική Ομοσπονδία παρήγγειλε έρευνα στην Oliver Wyman, για να διαπιστώσει πώς οι ευρωπαϊκές τράπεζες θα ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητά τους, προκειμένου να χρηματοδοτήσουν με δανεισμό πρόσθετες επενδύσεις 1,4 τρισ. ευρώ που χρειάζεται η Ευρώπη.
Η έκθεση της Oliver Wyman δημοσιεύθηκε στις 9 Ιουνίου και ένα πρώτο αντίγραφο παρουσιάστηκε στις Βρυξέλλες την ίδια ημέρα στον Ενρίκο Λέτα, τον πρώην πρωθυπουργό της Ιταλίας, ο οποίος παρουσίασε το 2024 στην Κομισιόν την έκθεσή του για την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα (σ.σ. μαζί με την έκθεση του Μάριο Ντράγκι αποτελούν σηματωρούς για το πώς πρέπει να κινηθεί η Ευρώπη για να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις στο διεθνές οικονομικό περιβάλλον), και με την παρουσία υψηλόβαθμων θεσμικών ενδιαφερομένων και εκπροσώπων τραπεζών. Και, όπως προκύπτει, οι περισσότερες χρηματοδοτήσεις από τις τράπεζες δεν είναι θέμα μόνο των ιδίων, αλλά κυρίως του περιβάλλοντος στο οποίο καλούνται να λειτουργήσουν.
Ο κρίσιμος ρόλος των τραπεζών και πώς αποδυναμώνεται
Η Oliver Wyman σημειώνει ότι οι τράπεζες αντιπροσωπεύουν περίπου το 65% της χρηματοδότησης που παρέχεται στον μη χρηματοπιστωτικό τομέα. Ο τραπεζικός δανεισμός είναι σχετικά φθηνός για όσους μπορούν να τον λάβουν, ωστόσο οι αυξανόμενες κανονιστικές απαιτήσεις αποθαρρύνουν τις τράπεζες από τη χρηματοδότηση των μακροπρόθεσμων επενδυτικών σχεδίων που είναι κρίσιμα για τις στρατηγικές φιλοδοξίες της Ευρώπης.
Όπως επισημαίνεται στην έκθεση της Oliver Wyman, οι τράπεζες συνήθως αξιολογούν τις ευκαιρίες δανεισμού μέσω ενός πλαισίου απόδοσης προσαρμοσμένου στον κίνδυνο. Αντί να επικεντρώνονται αποκλειστικά στις αναμενόμενες πιστωτικές ζημίες, αξιολογούν εάν τα έσοδα από δάνεια επαρκούν για να αντισταθμίσουν το πλήρες οικονομικό κόστος των χρηματοοικονομικών πόρων που καταναλώνονται, συμπεριλαμβανομένης της χρηματοδότησης, της ρευστότητας, του κεφαλαίου και του λειτουργικού κόστους. Καθώς αυξάνονται οι κανονιστικές απαιτήσεις, το ίδιο ισχύει και για την ελάχιστη τιμή που απαιτείται για να δοθούν κίνητρα στις τράπεζες να δανείζουν. Οι τράπεζες γενικά επιδιώκουν να επενδύουν όπου η προσαρμοσμένη στον κίνδυνο απόδοση πληροί ή υπερβαίνει τον στόχο απόδοσης κεφαλαίου.
Σημειώνεται ότι οι ευρωπαϊκές τράπεζες έχουν βελτιώσει σημαντικά τη θέση τους, εντός των κανονιστικών περιορισμών που τους έχουν τεθεί, και τώρα είναι πιο κερδοφόρες. Η απόδοση των ιδίων κεφαλαίων των 10 μεγαλύτερων τραπεζών της ΕΕ αυξήθηκε από περίπου 5% το 2015 σε περίπου 10% το 2025. Ωστόσο, ο ρόλος τους στη χρηματοδότηση της οικονομίας μειώνεται.
Όπως επισημαίνει η Oliver Wyman, χρηματοδότηση του ψηφιακού μετασχηματισμού, των ενεργειακών υποδομών και της ασφάλειας της Ευρώπης είναι μία από τις καθοριστικές προκλήσεις της εποχής μας. Σε μια στιγμή γεωπολιτικού κατακερματισμού, τεχνολογικής αναστάτωσης και παγκόσμιου ανταγωνισμού, η ικανότητα της Ευρώπης να κινητοποιεί επενδύσεις σε μεγάλη κλίμακα θα είναι καθοριστική για το οικονομικό της μέλλον, τη στρατηγική της αυτονομία και την ανθεκτικότητά της. Η συζήτηση για την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα έχει εισέλθει σε «αποφασιστική φάση». Με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να προωθεί την ατζέντα ανταγωνιστικότητας, το πρόγραμμα απλούστευσης και την Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής έχουν μια μοναδική ευκαιρία να ενισχύσουν την ικανότητα της Ευρώπης να χρηματοδοτεί την ανάπτυξη. Ωστόσο, η Ευρώπη εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ένα εκτιμώμενο ετήσιο επενδυτικό κενό 1,4 τρισεκατομμυρίων ευρώ και ένα σύστημα χρηματοδότησης που δυσκολεύεται να διοχετεύσει τις αποταμιεύσεις προς παραγωγικές επενδύσεις.
Οι ανταγωνιστικές, ανθεκτικές τράπεζες θα πρέπει να διαδραματίσουν μεγαλύτερο ρόλο στη γεφύρωση του χάσματος. Οι τράπεζες παραμένουν η κυρίαρχη πηγή χρηματοδότησης για την πραγματική οικονομία και βρίσκονται σε μοναδική θέση για να συνδέουν τις αποταμιεύσεις με τις παραγωγικές επενδύσεις. Ωστόσο, τα διαδοχικά επίπεδα ρύθμισης, το αυξανόμενο εποπτικό βάρος και ο επίμονος κατακερματισμός της αγοράς έχουν μειώσει την ικανότητα και τα κίνητρα των τραπεζών να υποστηρίξουν τις επενδύσεις που είναι πιο κρίσιμες για την ανάπτυξη της Ευρώπης.
Τεράστιες οι ανάγκες για επενδύσεις που πρέπει να χρηματοδοτήσουν οι τράπεζες
Η ανάλυση της Oliver Wyman εκτιμά ότι η Ευρώπη χρειάζεται μια πρόσθετη ετήσια επένδυση περίπου 1,4 τρισ. ευρώ, ή περίπου 7% του ΑΕΠ. Ποσό σημαντικά υψηλότερο από τα 800 δισ. ευρώ που αρχικά εκτιμήθηκαν στην έκθεση Draghi του 2024, αντανακλώντας υψηλότερες αμυντικές ανάγκες εν μέσω αυξανόμενου γεωπολιτικού κινδύνου και ευρύτερης αναγνώρισης των κοινωνικών και περιβαλλοντικών προτεραιοτήτων. Συγκριτικά, οι επενδύσεις του Σχεδίου Μάρσαλ μεταξύ 1948 και 1951 ανήλθαν σε περίπου 1%-2% του ετήσιου ΑΕΠ στις χώρες υποδοχής. Το 2024 η έκθεση Draghi εκτίμησε ότι η Ευρώπη θα χρειαζόταν περίπου 800 δισ. ευρώ πρόσθετων ετήσιων επενδύσεων μεταξύ 2025 και 2030, για να επιτύχει τους στόχους της για την ενεργειακή μετάβαση, την άμυνα, τις ψηφιακές υποδομές και την καινοτομία. Αυτή η ανάγκη αυξάνεται. Το 2025, εσωτερικό έγγραφο της ΕΚΤ εκτίμησε την ετήσια απαίτηση της ΕΕ για πρόσθετες ετήσιες επενδυτικές ανάγκες σε 1,2 τρισ. ευρώ, ενώ το ποσό ανεβαίνει σε 1,4 τρισ. στην ανάλυση της Oliver Wyman – μεγαλύτερες από το ετήσιο ΑΕΠ της Ολλανδίας. Αυτό το ποσό αντανακλά τις αυξανόμενες αμυντικές ανάγκες από την αυξανόμενη γεωπολιτική αστάθεια και τις πρόσθετες περιβαλλοντικές και κοινωνικές προτεραιότητες. Ακόμη και αυτή η εκτίμηση είναι πιθανό να είναι συντηρητική, καθώς η ζήτηση επιταχύνεται για την υιοθέτηση της Τεχνητής Νοημοσύνης, των κέντρων δεδομένων και των υποστηρικτικών ενεργειακών υποδομών. Μάλιστα, η μελλοντική ευημερία της Ευρώπης εξαρτάται όχι μόνο από το πόσα κεφάλαια θα μπορέσει να κινητοποιήσει για επενδύσεις, αλλά και από το εάν θα μπορέσει να διοχετεύσει τις αποταμιεύσεις προς τις επενδύσεις που έχουν τη μεγαλύτερη σημασία.
Τροχοπέδη το ασφυκτικό κανονιστικό πλαίσιο
Η Ευρώπη εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις τράπεζες για τη χρηματοδότηση της οικονομίας της, ωστόσο οι τράπεζες περιορίζονται ολοένα και περισσότερο στην ικανότητά τους να επεκτείνουν τη δανειοδοτική τους ικανότητα και να υποστηρίζουν μακροπρόθεσμες παραγωγικές επενδύσεις, όπως διαπιστώνεται στην έρευνα της Oliver Wyman. Ταυτόχρονα, τα εναλλακτικά κανάλια χρηματοδότησης -συμπεριλαμβανομένων των δημόσιων αγορών μετοχών, των ιδιωτικών κεφαλαιαγορών, των επιχειρηματικών κεφαλαίων και των θεσμικών επενδυτικών οικοσυστημάτων- παραμένουν υπανάπτυκτα και κατακερματισμένα σε σχέση με άλλες μεγάλες οικονομίες.
«Οι τράπεζες παραμένουν κεντρικές στο μοντέλο χρηματοδότησης της Ευρώπης και στην ανάπτυξη ενός ισχυρότερου χρηματοοικονομικού συνεχούς. Διαδραματίζουν κρίσιμο ρόλο όχι μόνο στην προέλευση και τη διανομή πιστώσεων, αλλά και στη σύνδεση των αποταμιεύσεων με επενδυτικές ευκαιρίες, στην υποστήριξη της ανάπτυξης των κεφαλαιαγορών και στην παροχή δυνατότητας συνετής μακροπρόθεσμης ανάληψης κινδύνων σε ολόκληρη την οικονομία. Μεγάλα κράτη, συμπεριλαμβανομένων των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ηνωμένου Βασιλείου, επαναβαθμονομούν και εκσυγχρονίζουν ενεργά τα κανονιστικά τους πλαίσια για να υποστηρίξουν την ανάπτυξη, τις επενδύσεις και την ανταγωνιστικότητα. Η Ευρώπη πρέπει να διασφαλίσει ότι το δικό της πλαίσιο παραμένει κατάλληλα ισορροπημένο: διατηρώντας την οικονομική ανθεκτικότητα, μειώνοντας παράλληλα την περιττή πολυπλοκότητα και τους περιορισμούς που περιορίζουν τις παραγωγικές επενδύσεις και τον οικονομικό δυναμισμό. Το ερώτημα που πρέπει τώρα να αντιμετωπίσει η Ευρώπη είναι εάν το τρέχον χρηματοδοτικό και κανονιστικό της πλαίσιο είναι επαρκώς ευθυγραμμισμένο με την κλίμακα και τη φύση της επενδυτικής πρόκλησης που αντιμετωπίζει», τονίζει η έκθεση της Oliver Wyman.
Όπως σημειώνει, λόγω κανονιστικών απαιτήσεων, οι τράπεζες της ΕΕ αύξησαν τα κεφάλαιά τους, ακόμη και όταν μείωσαν τον κίνδυνο, με τους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας να βρίσκονται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα. Ο δείκτης κοινών μετοχών κατηγορίας 1 (CET1) των μεγάλων τραπεζών της ΕΕ ήταν 16,2% στο τέλος του 2025, αυξημένος κατά 124 μονάδες βάσης από το 2019. Υπό τους τρέχοντες περιορισμούς, οι τράπεζες θα χρειάζονταν κεφάλαια CET1 ύψους 150 δισ. ευρώ για να χρηματοδοτήσουν το 20% των πρόσθετων ιδιωτικών επενδυτικών αναγκών της Ευρώπης. Ελλείψει ενός πλήρως λειτουργικού χρηματοδοτικού συνεχούς, οι τράπεζες θα χρειάζονταν κεφάλαια CET1 ύψους 540 δισ. ευρώ για να χρηματοδοτήσουν το 60% των πρόσθετων ιδιωτικών επενδυτικών αναγκών. Για να τεθεί αυτό στο σωστό πλαίσιο, στοχευμένα μέτρα, που συνολικά θα απελευθέρωναν κατά 1% στις κεφαλαιακές απαιτήσεις CET1, αντιστρέφοντας τις αυξήσεις των τελευταίων 5 ετών, θα απελευθέρωναν κεφάλαιο CET1 ύψους 95 δισ. ευρώ.
Οι λάθος αντιλήψεις για τις τράπεζες και την παροχή δανείων
Η Oliver Wyman εντοπίζει και κάποιες λανθασμένες αντιλήψεις που επικρατούν σχετικά με το ότι οι τράπεζες έχουν ρευστότητα αλλά δεν δίνουν δάνεια.
Όπως λέει, ένα κοινό επιχείρημα είναι ότι η βελτίωση της κερδοφορίας των ευρωπαϊκών τραπεζών σημαίνει ότι οι τράπεζες θα μπορούσαν να αυξήσουν τις επενδύσεις απλώς μειώνοντας τα μερίσματα και τις επαναγορές μετοχών. Ωστόσο, η κερδοφορία των τραπεζών δεν μεταφράζεται αυτόματα σε προσφορά πιστώσεων. Οι περισσότερες ευρωπαϊκές τράπεζες είναι εισηγμένα στο χρηματιστήριο ιδρύματα με υποχρέωση να κατανέμουν κεφάλαια αποτελεσματικά και να δημιουργούν κατάλληλες αποδόσεις για τους μετόχους. Η βελτιστοποίηση των αποδόσεων των μετόχων διασφαλίζει επίσης ότι οι τράπεζες παραμένουν ελκυστικές επενδυτικές ευκαιρίες για τους επενδυτές, αυξάνοντας περαιτέρω την ικανότητά τους να χρηματοδοτούν την ανάπτυξη. Οι τράπεζες θα επεκτείνουν τον δανεισμό όπου προσφέρει ελκυστικές αποδόσεις προσαρμοσμένες στον κίνδυνο. Επιπλέον, σε σύγκριση με τις αμερικανικές ομολόγους τους, οι ευρωπαϊκές τράπεζες επιστρέφουν λιγότερα κεφάλαια στους μετόχους (67% έναντι 81% μεταξύ 2021 και 2025).
Επιπλέον, οι αυξανόμενες κεφαλαιακές απαιτήσεις απορροφούν ένα αυξανόμενο μερίδιο των κερδών των τραπεζών, περιορίζοντας την ικανότητά τους να επεκτείνουν τον δανεισμό. Μελέτη της Ευρωπαϊκής Τραπεζικής Ομοσπονδίας σε 15 ευρωπαϊκές τράπεζες διαπίστωσε ότι οι αυξανόμενες κεφαλαιακές απαιτήσεις απορρόφησαν περισσότερο από το 90% των παρακρατηθέντων κερδών μεταξύ 2021 και 2024, αφήνοντας λιγότερο από το 10% διαθέσιμο για την υποστήριξη του δανεισμού. Αυτή η αύξηση ισοδυναμεί με μείωση της δανειοδοτικής ικανότητας κατά περίπου 1-1,5 τρισ. ευρώ
Λανθασμένη αντίληψη νούμερο 2: «Οι υψηλότερες κεφαλαιακές απαιτήσεις δεν αποτελούν πρόβλημα για τον δανεισμό». Οι ισχυρότερες κεφαλαιακές απαιτήσεις είναι απαραίτητες για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, υποστηρίζοντας την ανάπτυξη. Αλλά τα κεφάλαια έχουν ένα κόστος: οι υψηλότερες κεφαλαιακές απαιτήσεις αυξάνουν το κόστος και περιορίζουν την ικανότητα δανεισμού. Χρησιμοποιώντας διαφορετικές μεθοδολογίες σε πολλές χώρες και χρονικές περιόδους, μελέτες διαπιστώνουν σταθερά ότι μια αύξηση κατά μία ποσοστιαία μονάδα στις κεφαλαιακές απαιτήσεις συνδέεται με μείωση του δανεισμού μεταξύ 1,0% και 3,5% και μείωση του ΑΕΠ μεταξύ 0,1% και 0,4%.
Το ερώτημα ποιο είναι το βέλτιστο επίπεδο κεφαλαίου έχει πρόσφατα συζητηθεί από τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής του Ηνωμένου Βασιλείου. Τον Δεκέμβριο του 2025 η Επιτροπή Χρηματοοικονομικής Πολιτικής της Τράπεζας της Αγγλίας κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το κατάλληλο επίπεδο κεφαλαίου για ολόκληρο το σύστημα του Ηνωμένου Βασιλείου ισοδυναμεί με δείκτη CET1 περίπου 11%. Αυτό συμβαδίζει σε γενικές γραμμές με μια μελέτη της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών, η οποία τοποθετεί το βέλτιστο εύρος μεταξύ 10% και 14%, σημαντικά κάτω από το 16,2% που κατείχαν οι τράπεζες της ΕΕ στο τέλος του 2025.
Λανθασμένη αντίληψη νούμερο 3: «Οι έρευνες δεν δείχνουν καμία ένδειξη πιστωτικής στενότητας». Οι έρευνες για τον τραπεζικό δανεισμό είναι πολύτιμες, αλλά δεν μπορούν να ερμηνευθούν ως οριστικά στοιχεία για τους πιστωτικούς περιορισμούς. Οι έρευνες δεν διαθέτουν την προνοητικότητα και τη λεπτομέρεια που απαιτούνται για να προσδιοριστεί εάν είναι διαθέσιμη η μακροπρόθεσμη και υψηλότερου κινδύνου χρηματοδότηση που απαιτείται για τη χρηματοδότηση των επενδυτικών αναγκών της Ευρώπης κατά τα επόμενα 5 χρόνια.
Ντεζαβαντάζ ανταγωνιστικότητας των ευρωπαϊκών έναντι των αμερικανικών τραπεζών
Λανθασμένη αντίληψη νούμερο 4: «Οι εκκλήσεις για απλοποίηση του πλαισίου προληπτικής εποπτείας ουσιαστικά αποτελούν εκκλήσεις για απορρύθμιση και ασθενέστερη ανθεκτικότητα». Η απλούστευση δεν συνεπάγεται απορρύθμιση ή χαμηλότερες κεφαλαιακές απαιτήσεις. Μειώνει την περιττή πολυπλοκότητα, εξαλείφει τις επικαλύψεις και αντιμετωπίζει τα ακούσια κίνητρα που έχουν προκύψει μέσω της σωρευτικής στρώσης των κανονισμών με την πάροδο του χρόνου. Οι τράπεζες της ΕΕ αντιμετωπίζουν μια στοίβα επτά κεφαλαιακών επιπέδων, αλλά η εθνική διακριτική ευχέρεια σημαίνει ότι υπάρχουν έως και 86 διακριτές κεφαλαιακές απαιτήσεις σε ολόκληρη την ΕΕ. Αντίθετα, η κεφαλαιακή στοίβα των τραπεζών των ΗΠΑ έχει μόνο τρία επίπεδα.
Λανθασμένη αντίληψη νούμερο 5: «Οι τράπεζες της ΕΕ θα αντιμετώπιζαν υψηλότερες κεφαλαιακές απαιτήσεις βάσει των κανόνων των ΗΠΑ».
Έγγραφο της ΕΚΤ κατέληξε πρόσφατα στο συμπέρασμα ότι οι κεφαλαιακές απαιτήσεις των τραπεζών της ΕΕ θα ήταν «κάπως» υψηλότερες βάσει των κανόνων των ΗΠΑ. Ωστόσο, οι διαρθρωτικές και κανονιστικές διαφορές μεταξύ των ΗΠΑ και της ΕΕ καθοδηγούν τη σύνθεση του ενεργητικού των τραπεζών, επηρεάζοντας την ανάλυση αυτή. Για παράδειγμα, οι τράπεζες των ΗΠΑ μπορούν να εκποιήσουν στεγαστικά δάνεια στη Fannie Mae και τη Freddie Mac και μέσω αγορών τιτλοποίησης με ρευστότητα, μειώνοντας σημαντικά το μερίδιο των στεγαστικών δανείων που κατέχουν στον ισολογισμό τους. Στην Ευρώπη, οι αγωγοί τιτλοποίησης είναι πολύ φραγμένοι. Πάρα πολλά κεφάλαια παραμένουν παγιδευμένα στους ισολογισμούς των τραπεζών, ενώ πολύ λίγο από το θεσμικό κεφάλαιο της Ευρώπης διοχετεύεται σε στρατηγικά περιουσιακά στοιχεία.
«Η τιτλοποίηση είναι ένας από τους λίγους μηχανισμούς που μπορούν να αντιμετωπίσουν και τους δύο περιορισμούς ταυτόχρονα, επιτρέποντας στις τράπεζες να ανακυκλώνουν κεφάλαια σε νέα δάνεια και στους επενδυτές να αναλαμβάνουν ανοίγματα που ταιριάζουν με την όρεξη για ανάληψη κινδύνου και τον επενδυτικό τους ορίζοντα», τονίζει η Oliver Wyman.
Σημειώνεται ότι τον Απρίλιο του 2026, το Ινστιτούτο Ευρωπαϊκών Κεφαλαιαγορών (European Capital Markets Institute, ECMI) εκτίμησε ότι μια ισχυρότερη αγορά τιτλοποιήσεων στην Ευρώπη θα μπορούσε να υποστηρίξει επιπλέον δανεισμό 130-320 δισ. ευρώ στις επιχειρήσεις για την υλοποίηση επενδύσεων.
Στα κανονιστικά ντεζαβαντάζ των ευρωπαϊκών τραπεζών έναντι των αμερικανικών, η Oliver Wyman σημειώνει επιπλέον ότι οι τράπεζες της ΕΕ υποχρεούνται να αφαιρέσουν εν μέρει τα περιουσιακά στοιχεία λογισμικού από το CET1, αποθαρρύνοντας τις επενδύσεις. Επιπλέον, η ανάλυση της ΕΚΤ δεν έλαβε υπόψη τον αντίκτυπο της εφαρμογής του κατώτατου ορίου παραγωγής στην Ευρώπη και τις πρόσφατες προτάσεις κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών των ΗΠΑ, οι οποίες θα μείωναν σημαντικά τις κεφαλαιακές απαιτήσεις των τραπεζών των ΗΠΑ.
Η ανάλυση της Oliver Wyman υποδηλώνει ότι οι κεφαλαιακές απαιτήσεις των παγκόσμιων συστημικά σημαντικών τραπεζών της ΕΕ θα αυξηθούν κατά 12% μετά την πλήρη εφαρμογή του κατώτατου ορίου παραγωγής της Βασιλείας. Αντιθέτως, αναμένει ότι οι κεφαλαιακές απαιτήσεις CET1 για τα αμερικανικά διεθνώς συστημικά πιστωτικά ιδρύματα θα μειωθούν κατά 8 -10% μόλις οριστικοποιηθούν όλοι οι σχετικοί κανόνες, απελευθερώνοντας ουσιαστικά κεφάλαια 70-80 δισ. δολαρίων.
